Απόψεις

Το παραδειγματικό τέλος του φιλόσοφου Σωκράτη

Ο Σωκράτης αναμφισβήτητα υπήρξε ο πατέρας της ηθικής φιλοσοφίας. Πρώτος έθεσε το ερώτημα «πώς πρέπει να ζει κανείς;».

Οι περισσότεροι από εμάς τον έχουμε καταγράψει στη συνείδησή μας ως ένα είρωνα άνθρωπο που ρωτούσε ασταμάτητα όλους εκείνους που προσδιόριζαν τον εαυτό τους ως έξυπνο ή σοφό. Μόλις ο Σωκράτης αποκάλυπτε τη μωρότητά τους, αυτοί εξαγριώνονταν μαζί τους. Και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο, και όχι οι κατηγορίες περί διαφθοράς των νέων ή η αθεΐα.

Ο Σωκράτης είχε θέσει ως σκοπό ζωής να διδάσκει τους ανθρώπους, όταν οι τελευταίοι καταλάβουν την πλάνη τους, ασχέτως εάν ο ίδιος δε γνώριζε τίποτα. Υπήρξε παιδαγωγός, πράγμα που φάνηκε και στον τρόπο που πέθανε.

Ο Πλάτωνας, ο ιδεαλιστής φιλόσοφος και μαθητής του Σωκράτη, έγραψε ένα έργο, τον “Κρίτωνα”. Είναι ένα κείμενο που εύκολα μπορεί κάποιος να το βρει στο ίντερνετ. Είναι ένα έργο εξαιρετικό, αφού αποκαλύπτεται το γενναίο φρόνημα του ηθικού φιλοσόφου. Το συγκεκριμένο πλατωνικό έργο χαρακτηρίζεται από δραματικότητα, ένταση και πλοκή...

Ο Σωκράτης είναι φυλακισμένος και περιμένει το πλοίο, το οποίο μόλις επιστρέψει από τα Δήλια ο πιο δίκαιος άνθρωπος θα εκτελεστεί... Αναμένοντας το πλοίο, μπαίνει ο εύπορος φίλος και μαθητής του Σωκράτη, ο Κρίτων. Ο Κρίτων αναφέρει στον Σωκράτη πως έχει πληρώσει τους πάντες και μπορούν ανά πάσα στιγμή να αναχωρήσουν. Έτσι, ο Σωκράτης θα αποφύγει τη θανατική καταδίκη και θα συνεχίσει να διάγει ελεύθερο βίο. Ο Σωκράτης, ακούγοντας το μαθητή του, δε νιώθει χαρά, όπως θα ήταν συνηθισμένο. Απεναντίας, απευθύνεται στον Κρίτωνα και του λέει γιατί δεν πρέπει να αποφύγει τη θανατική καταδίκη και τη μη τήρηση των Νόμων.

Οι Νόμοι στον Σωκράτη προσωποποιούνται. Παρουσιάζονται σαν να είναι πρόσωπα. Ο Πλάτωνας εντέχνως προσωποποιεί τους Νόμους. Η προσωποποίηση των Νόμων εξυπηρετεί σκηνογραφικούς λόγους.

Το πρώτο επιχείρημα που επικαλείται ο Σωκράτης έχει σχέση με την προσωπική του ηθική. Ο Σωκράτης προσπάθησε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να διδάξει πότε ο βίος του ατόμου χαρακτηρίζεται ως ενάρετος και τι πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος ώστε να φτάσει στην τελείωση των πνευματικών του ικανοτήτων. Πέραν του χαρακτηρισμού του ως διδάσκαλος, ήταν και ο πιο δίκαιος Αθηναίος, όταν ο ίδιος, ως δικαστής, τάχθηκε κατά στη θανατική τιμωρία των 6 στρατηγών που κατηγορήθηκαν για ασέβεια απέναντι στους νεκρούς.

Εάν ο Σωκράτης σηκωθεί και φύγει από το δεσμωτήριο, έρχεται σε αντίθεση με το βίο και τις διδασκαλίες του. Ουσιαστικά, θεωρεί πως ο θάνατος ενός ανθρώπου πρέπει να συμβαδίζει και με το βίο όπως τον έχει διάγει. Εάν σηκωθεί και φύγει, αυτοαναιρείται και ως προσωπικότητα αλλά και ως πρότυπο ζωής, γιατί υποσκάπτει με τη στάση του τους αθηναϊκούς Νόμους.
Επίσης, ως προς το επιχείρημα ο Σωκράτης παραθέτει στον Κρίτωνα ότι «οι Νόμοι θα έρθουν και θα μου πουν: “Σωκράτη, η απόφαση είναι άδικη και ίσως διαφωνήσεις. Αλλά δεν παύει η απόφαση να είναι νομότυπη. Υπήρχε δικαστήριο, ακροατές και εσύ είχες κάθε λόγο να μιλήσεις και να εκθέσεις τις αντιρρήσεις σου. Μπορεί να είναι άδικη και να διαφωνείς, αλλά δεν παύει να είναι νομότυπη. Εάν εσύ φύγεις, Σωκράτη, ουσιαστικά υποβαθμίζεις με τη στάση σου το κύρος μας”».

Το δεύτερο επιχείρημα που παραθέτει ο Σωκράτης στον Κρίτωνα έχει την εξής μορφή: Οι Νόμοι απευθύνονται στον Σωκράτη και του λένε: «Στην Αθήνα δε γεννήθηκες;». «Ναι», θα απαντήσει ο Σωκράτης. «Εμείς δε σε μεγαλώσαμε, δε σε αναθρέψαμε;», ρωτούν οι νόμοι. «Ναι, πράγματι», απαντά εκείνος. Ο Σωκράτης, σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, έμεινε στην Αθήνα. Οι Νόμοι στην αθηναϊκή πόλη-κράτος λειτουργούσαν σαν γονείς για όλους τους Αθηναίους.

Λέει, λοιπόν, ο Σωκράτης στο φίλο του Κρίτωνα πως «έχω ένα ηθικό χρέος να παραμείνω και να υποστώ τη θανατική μου καταδίκη. Αυτό το ηθικό χρέος, που δεσμεύει τη βούλησή μου, οφείλεται στην υποχρέωση που έχω να σεβαστώ τους γονείς μου, οι οποίοι μπορεί να με αδίκησαν, αλλά εγώ οφείλω να μην τους εκδικηθώ».

Το τρίτο επιχείρημα έχει σχέση με την πόλη-κράτος της Αθήνας. Οι Νόμοι, όπως αναφέρει ο Σωκράτης, «θα έρθουν και θα μου πουν: “Σωκράτη, κάτω από τους αθηναϊκούς Νόμους δεν έζησες;”. “Ναι”, θα απαντήσω εγώ. “Αφού εσύ επιθυμείς να αποχωρήσεις, σημαίνει πως οι θεσμοί δε σε εξέφραζαν. Γιατί, επομένως, δε σηκώθηκες να φύγεις και να πάρεις μαζί σου την περιουσία σου;”».
Εδώ, πρέπει να ειπωθεί πως η πόλη-κράτος της Αθήνας ήταν προχωρημένη συγκριτικά με άλλες πόλεις-κράτη. Οποιοσδήποτε μπορούσε να αποχωρήσει και να πάρει την περιουσία μαζί του. Άλλες πόλεις-κράτη δεν έδιναν το δικαίωμα αυτό στους πολίτες τους.

Με το να παραμείνει ο Σωκράτης στην αρχαία Αθήνα, ουσιαστικά τήρησε με τη σιωπή του μια μορφή συμφωνίας. Άρα, εάν φύγει, παραβιάζει τη συμφωνία αυτή. Άρα, ο δραπέτης Σωκράτης γίνεται και παραβάτης ενός άτυπου συμβολαίου που υπέγραψε όταν αποφάσισε να μένει στην Αθήνα.

Αυτά τα τρία επιχειρήματα παρέθεσε ο Σωκράτης στο μαθητή του Κρίτωνα. Τα επιχειρήματα αυτά έχουν άμεση σχέση με το βίο του Σωκράτη και πώς ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου ως ενάρετου σχετίζεται με τη βιοτική του διαδρομή. Εάν ακολουθούσε τον Κρίτωνα, τότε ίσως να μη τον χαρακτηρίζαμε πατέρα της Ηθικής.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια