Απόψεις

Γιατί τάσσομαι υπέρ της καύσης των νεκρών;

Η δημιουργία ενός αποτεφρωτηρίου στο Δήμο Ηρακλείου σίγουρα προκαλεί αντιδράσεις, καθώς είναι ένα ζήτημα που έχει θεολογικές, πνευματικές και ιστορικές προεκτάσεις.

Προσωπικά, τάσσομαι υπέρ της δημιουργίας ενός χώρου όπου τα σώματα των νεκρών ανθρώπων θα καίγονται αντί να θάβονται.

Θα προσπαθήσω μέσα από αυτό το κείμενο να στηρίξω τη θέση μου. Προτού, όμως, ξεκινήσω, οφείλω να ισχυριστώ ότι η θέση που παίρνω δεν έχει αποδέκτη την Εκκλησία. Δεν έγραψα αυτό το κείμενο για να εναντιωθώ ή να εκφράσω την ανοιχτή αντιπαράθεσή μου με τις απόψεις της Εκκλησίας, η οποία επικαλείται την ιερότητα του σώματος και τη νεκραναστάσιμη πορεία του ανθρώπου. Το κείμενο έχει ένα αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα και όποιος ή όποια επιθυμεί μπορεί να το υιοθετήσει ή ακόμη και να το απορρίψει. Ας ξεκινήσω λοιπόν...

Ο δίκαιος και σοφός Σωκράτης προσπάθησε όλη του τη ζωή να απαντήσει σ’ ένα θεμελιώδες και διαχρονικό ως προς τη σημασία του ερώτημα «πώς πρέπει να ζούμε;». Το ερώτημα αποτέλεσε τη βάση της αρχαίας ελληνικής ηθικής φιλοσοφίας. Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπάθησαν να σχηματίσουν μια θεωρία, η οποία θα απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους για το πώς πρέπει να διάγουν το βίο, για το πώς ο ατομικός βίος θα αποκτήσει νόημα.

Εδώ πρέπει να αναφερθεί το εξής: Στην αρχαία Ελλάδα, ο βίος δεν ήταν το βιολογικό φαινόμενο της ζωής. Βίος και ζωή δεν ταυτίζονταν, όπως συμβαίνει σήμερα. Η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα βιολογικό φαινόμενο, το οποίο αφορά ένα έμβιο οργανισμό, ξεκινάει από τη μέρα γέννησής του και παύει τη μέρα θανάτου του. Φορέας ζωής δεν είναι μόνο ο άνθρωπος, αλλά και τα ζώα. Όπως ο άνθρωπος, έτσι και τα ζώα έχουν ανάγκη να καλύψουν τις βιολογικές τους ανάγκες, δηλαδή να πιούν νερό, να τραφούν...

Δεν έγραψα αυτό το κείμενο για να εναντιωθώ ή να εκφράσω την ανοιχτή αντιπαράθεσή μου με τις απόψεις της Εκκλησίας, η οποία επικαλείται την ιερότητα του σώματος και τη νεκραναστάσιμη πορεία του ανθρώπου. Το κείμενο έχει ένα αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα και όποιος ή όποια επιθυμεί μπορεί να το υιοθετήσει ή ακόμη και να το απορρίψει



Ο βίος, όμως, απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στον άνθρωπο. Μόνο ο άνθρωπος είναι φορέας του βίου. Σε ποιο βαθμό έχει κατακτήσει κάποιος ένα ενάρετο βίο κρίνεται από την προσωπικότητά του και τη συμπεριφορά του απέναντι στους άλλους. Δηλαδή, στην αρχαία Ελλάδα, ο άνθρωπος με θαυμαστό βίο ήταν εκείνος που είχε αναπτύξει τις ικανότητές του σε μεγάλο βαθμό, που είχε διαμορφώσει ένα σωστό χαρακτήρα, ο οποίος δεν ήταν ούτε αλαζονικός, ούτε εγωιστής, που λάμβανε ορθές αποφάσεις σε δύσκολες χρονικές συγκυρίες.

Ένα άλλο στοιχείο που συντελούσε ώστε να ισχυριστούμε πως ο άνθρωπος διάγει μια ηθικά καλή ζωή ήταν η αποδοχή που λάμβανε ο ίδιος από το σύνολο της κοινωνίας. Δηλαδή, εάν ένας άνθρωπος ήταν αποδεκτός επειδή είχε ένα μετριοπαθές ανάστημα, ήξερε να παίρνει σωστές αποφάσεις, δεν ήταν ακόλαστος και ήταν σωστός στις υποχρεώσεις του απέναντι στη δημόσια εξουσία, τότε ο βίος του ήταν άξιος προτύπου. Άρα, ο βίος ενός ανθρώπου είχε άμεση σχέση με την προσωπικότητά του και την ηθική αξία που λάμβαναν οι πράξεις του. Ο τέλειος βίος σήμαινε και την κατάκτηση του Αγαθού ή του “ευ ζην”, εάν προτιμάτε.

Ο κάθε άνθρωπος προσπαθούσε να διάγει ενάρετο βίο, καθώς το απαιτούσε η πόλης-κράτος της αρχαίας Αθήνας.

Το 17ο αιώνα, τα πράγματα άλλαξαν. Το 17ο αιώνα ξεκινάει η νεωτερική εποχή, η οποία ουσιαστικά εγκαινιάζει μια κοινωνική περίοδος που φτάνει μέχρι και τις μέρες μας. Ουσιαστικά, εγκαταλείπεται η ιδέα να κρίνονται τα ανθρώπινα υποκείμενα με βάση το βίο τους, καθώς θεωρήθηκε πως οι συγκρίσεις μπορούν να οδηγήσουν σε άνιση αξιολόγηση των ανθρώπων. Έτσι, λοιπόν, η Νεωτερικότητα προσέφερε μια θεμελιώδη αρχή, πως ο κάθε άνθρωπος πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι φορέας ηθικής αξίας, η οποία βρίσκεται στον ίδιο βαθμό σε κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως οικονομικής και κοινωνικής τάξης. Η Νεωτερικότητα, επίσης, υποστήριξε και άλλη μια αρχή, που στις μέρες μας φαίνεται δεδομένη, πως ο κάθε άνθρωπος έχει την ικανότητα να γίνει ολοκληρωμένο ηθικό υποκείμενο, που πρακτικά σημαίνει τη δυνατότητά του να διαμορφώνει το δικό του ηθικό σχέδιο ζωής.

Επίσης, στη Νεωτερικότητα μπορούμε να μιλάμε για διάκριση της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας. Το πώς ο κάθε άνθρωπος θα διαμορφώσει ένα βίο αξιοβίωτο και πώς θα κατακτήσει το Αγαθό τοποθετείται πλέον στην ιδιωτική σφαίρα, ενώ στην αρχαία Ελλάδα όφειλες να διαμορφώσεις έναν άξιο βίο, καθώς ήσουν μέλος σε μια πολιτική κοινωνία. Στη Νεωτερικότητα, το αγαθό προσλαμβάνει το στοιχείο της υποκειμενικότητας, με την έννοια πως εξατομικεύεται και συναρτάται προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δρώντος προσώπου, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται πλέον υπόθεση τού καθενός στην ιδιωτικότητά του, παραπέμπεται δηλαδή σε ένα χώρο ξεχωριστό από την πολιτική και καταρχήν απρoσπέλαστο για το δημόσιο εξαναγκασμό.

Ο καθένας, λοιπόν, δικαιούται να διαμορφώσει το βίο του, δηλαδή να κατακτήσει το Αγαθό όπως ο ίδιος επιθυμεί, χωρίς να δέχεται υποδείξεις και χωρίς να λογοδοτήσει σε κανέναν. Δηλαδή, ο άνθρωπος μπορεί να διαμορφώσει τη ζωή του όπως πραγματικά θέλει, χωρίς να αισθάνεται πως υπάρχει κάποια δημόσια εξουσία στην οποία πρέπει να λογοδοτήσει. Και αν η πολιτειακή εξουσία προσπαθήσει να ετεροκατευθύνει ένα λαό ή να επιβάλλει διά της βίας μια συγκεκριμένη αντίληψη, τότε πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί από την κοινωνία. Ουσιαστικά, το άτομο αφήνεται ελεύθερο και η ελευθερία αυτή διαμορφώνει τη βούλησή του, η οποία στη συνέχεια γεννάει την κρίση.

Η ηθική φιλοσοφία

Τις αρχές αυτές ακολουθεί η ηθική φιλοσοφία του Γερμανού φιλοσόφου Ιμμάνουελ Καντ. Ο Καντ θεώρησε πως ο κάθε άνθρωπος είναι αυτόνομος. Αυτονομία στον Καντ σημαίνει δε δεσμεύομαι από εξωτερικές υποδείξεις, οι οποίες μπορεί να προέρχονται από διάφορους φορείς ή θεσμούς. Η αυτονομία αυτή γίνεται στη βάση έλλογων σταθμίσεων.

Προσοχή, όμως, εδώ. Η ελευθερία αυτή δεν είναι ασύδοτη. Δηλαδή, δε σημαίνει πως ο άνθρωπος αισθάνεται ελεύθερος ακόμη κι αν η επιθυμία του είναι να προκαλέσει βλάβη στους άλλους. Για τον Καντ, η ελευθερία του υποκειμένου έχει έναν περιορισμό: την αρχή της μη βλάβης. Κανένας δεν πρέπει να προκαλεί βλάβη σε άλλους. Απεναντίας, αυτό που οφείλουμε και μάλιστα σε έναν-έναν χωριστά στην ατομικότητά του είναι να τους σεβόμαστε ως πρόσωπα άξια ηθικής αυτονομίας και ακεραιότητας. Σεβόμαστε το σύνολο των ανθρώπων μιας κοινωνίας, καθώς αναγνωρίζουμε στον καθένα τη δυνατότητα να διαμορφώσει το βίο του όπως ακριβώς κι εμείς. Αναγνωρίζουμε στον καθένα πως είναι φορέας ελευθερίας. Και ο σεβασμός αυτός παράγει αυτό που ονομάζουμε αξιοπρέπεια.
Οι νεωτερικές αυτές αρχές υφίστανται μέχρι και σήμερα.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΦΡΩΤΗΡΙΟΥ: Το φιλοσοφικό ερώτημα

Αφού, λοιπόν, είδαμε ένα συμπαγές θεωρητικό υπόβαθρο, οφείλουμε να αναλύσουμε την κρινόμενη περίπτωση.

Η έννοια του αποτεφρωτηρίου ακουμπάει σ’ ένα ερώτημα που στην κοινή συνείδηση χαρακτηρίζεται ως φιλοσοφικό: εάν πρέπει να ταφώ, πού θα βρίσκεται το σώμα μου όταν εγώ πλέον δε θα υπάρχω στη ζωή, δε θα υπάρχω ως βιολογική ύπαρξη και άρα δε θα το έχω ανάγκη;

Πιστεύω πως η απόφαση του Δήμου Ηρακλείου κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Το ζήτημα της καύσης των νεκρών αγγίζει τις βασικές μας προσωπικές πεποιθήσεις, αγγίζει τον πυρήνα του αυτοπροσδιορισμού και σε αυτά τα ζητήματα δεν πρέπει να παρεμβαίνει ούτε η Εκκλησία, ούτε ο κρατικός νομοθέτης, ούτε μια πλειοψηφία όσο κι αν είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη



Η Εκκλησία επικαλείται πως ο χριστιανός έχει ανάγκη το σώμα του επειδή τη Δευτέρα Παρουσία θα γίνει η ανάσταση των νεκρών και έτσι όσοι κάηκαν δε θα μπορέσουν να αναστηθούν. Πάνω σε αυτό το λόγο οικοδομεί η Εκκλησία την επιχειρηματολογία της, η οποία πρέπει να είναι σεβαστή τόσο από τους χριστιανούς, όσο και από εκείνους που δε δηλώνουν χριστιανοί.

Προσωπικά, όμως, πιστεύω πως η καύση ακουμπάει σε μια αυστηρά προσωπική επιθυμία, την οποία εγώ ο ίδιος έχω επιλέξει ώριμα. Το πώς εγώ θέλω να ταφώ έχει άμεση σχέση με την ελευθερία μου να πραγματώνω το ηθικό μου σχέδιο ζωής ή να διαμορφώνω το βίο μου. Είναι μια πεποίθηση ή μια διαμορφωμένη γνώμη σύμφωνα με αυτά που εγώ πιστεύω ή έχω πράξει καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής μου.

Ας το κάνω λίγο πιο απλό. Έστω πως ένας άνθρωπος πάσχει από Αλτσχάιμερ και ο ίδιος είχε αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή του με το να μεταβεί στο εξωτερικό για την τέλεση ευθανασίας. Ο ίδιος όμως έχει ζήσει ένα βίο έντονο. Ήταν εργατικός, φιλομαθής και λίγο πριν την τέλεση της ευθανασίας του, ο οποίος έχει ακόμη συνείδηση της κατάστασής του, ανακοινώνει στη γυναίκα του πως δε θέλει να θαφτεί και επιθυμεί την καύση του σώματός του. Επίσης, ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι δηλώνει πως είναι χριστιανός ορθόδοξος, δεν επιθυμεί το σώμα του να βρίσκεται μέσα στο χώμα. Θεωρεί πως είναι ταπεινωτικό για τον ίδιο. Νομιμοποιείται να λάβει μια τέτοια στάση;

Η απάντηση στο ερώτημα είναι “ναι”. Νομιμοποιείται ο συγκεκριμένος να ζητήσει να καεί το σώμα του εφόσον το επιθυμεί. Είναι μια απόφαση που έχει λάβει, η οποία πρέπει να γίνει αντικείμενο σεβασμού τόσο από τους οικείους του, όσο και από την Πολιτεία ή ακόμη και οποιονδήποτε άλλο φορέα. Για να ληφθεί η συγκεκριμένη απόφαση, το άτομο μπήκε σε μια διαδικασία σκέψης και αποφάσισε πως δεν επιθυμεί το σώμα του, το οποίο βρίσκεται υπό την ιδιοκτησία του, να είναι θαμμένο.
Προέβη σε μια συνολική θεώρηση της αξίας του βίου του, δηλαδή των πράξεων και των αντιλήψεών του. Οι αντιλήψεις και οι συνακόλουθες πράξεις του στις οποίες προέβη τον έκαναν να είναι ξεχωριστός από τους υπόλοιπους.

Απέναντι στη βούληση μπορεί να εκφράσει αντίθεση ένας συγκεκριμένος κοινωνικός φορέας, μια διευρυμένη πλειοψηφία ή ο κρατικός μηχανισμός;


Απέναντι στη βούληση αυτή μπορεί να εκφράσει αντίθεση ένας συγκεκριμένος κοινωνικός φορέας, μια διευρυμένη πλειοψηφία ή ο κρατικός μηχανισμός;

Η απάντηση είναι “όχι”. Είναι ηθικά αποδοκιμαστέο μια πλειοψηφία να επιβάλλει στο συγκεκριμένο άτομο μια διαφορετική αντίληψη. Είναι ηθικά κατακριτέο, και ένας από τους λόγους είναι η εφαρμογή του εξαναγκασμού. Ο εξαναγκασμός του υποκειμένου να απορρίψει τις βαθιά προσωπικές του απόψεις σημαίνει πρακτικά και την έλλειψη σεβασμού της Πολιτείας στο πρόσωπό του, ακόμη κι αν το άτομο που επιθυμεί την καύση του σώματός του είναι ένα και το σύνολο της κοινωνίας δύο εκατομμύρια ή παραπάνω. Και όταν μια Πολιτεία δε δείχνει τον απαιτούμενο σεβασμό σε μια μικρή μειοψηφία ή ακόμη και σ’ ένα άτομο, τότε αυτόματα καταρρίπτεται κάθε δημοκρατική αρχή. Αυτόματα, επομένως, η πλειοψηφία, που δε σέβεται τα θρησκευτικά ή οιoνεί θρησκευτικά ζητήματα, όπως τα ονόμαζε ο μεγάλος πολιτικός φιλόσοφος του 20ού αιώνα, Ronald Dworkin, γίνεται τυραννική.

Και αφού η Πολιτεία δεν είναι πλέον δημοκρατική, τότε αποδομείται το κανονιστικό ιδεώδες της δημοκρατίας και μπορούμε να μιλάμε για ανελεύθερους και άνισους ανθρώπους. Θα μπορούμε να μιλάμε για άδικη μεταχείριση των ανθρώπων, οι οποίοι θα νιώθουν πως έχουν μια ανελεύθερη ζωή στη θεσμικά ρυθμισμένη μας κοινωνική συμβίωση. Έτσι η μειοψηφία αυτή στερείται δικαιωμάτων και κυρίως της δυνατότητάς της να μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται.

Πιστεύω πως η απόφαση του Δήμου Ηρακλείου κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Το ζήτημα της καύσης των νεκρών αγγίζει τις βασικές μας προσωπικές πεποιθήσεις, αγγίζει τον πυρήνα του αυτοπροσδιορισμού και σε αυτά τα ζητήματα δεν πρέπει να παρεμβαίνει ούτε η Εκκλησία, ούτε ο κρατικός νομοθέτης, ούτε μια πλειοψηφία όσο κι αν είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη.

Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια