Απόψεις

Η επικαιροποίηση του Μαρξ στην Ελλάδα της κρίσης

Ο Μαρξ αναμφισβήτητα υπήρξε ένας πολυδιάστατος και δραστήριος άνθρωπος.

Ήταν κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, στοχαστής και ερμηνευτής της πολιτικής οικονομίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε κατήγορος του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής. Η θεωρία του αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο για την κατανόηση της πραγματικότητας του 19ου αιώνα. Ωστόσο, ο ίδιος παραμένει εξαιρετικά επίκαιρος και στις μέρες μας. Σε μια εποχή όπως η σημερινή, που ο νεοφιλελευθερισμός έχει “μεταφραστεί” ως μια ακλόνητη ιδεολογία, η μαρξιστική ερμηνεία οφείλει να δώσει μια απάντηση στα νέα δεδομένα. Πρώτα, όμως, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε το θεωρητικό του υπόβαθρο.

Καταρχήν, οφείλω να ξεκινήσω με μια κατηγορία που απευθύνουν δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί και στοχαστές στον Μαρξ. Τον κατηγορούν πως γι’ αυτόν η οικονομία ορίζει τα πάντα: τις ανθρώπινες σχέσεις, την Εκκλησία, την επικρατούσα ηθική, ακόμη και τον τρόπο ζωής μας. Ο Μαρξ, όμως, εντρύφησε στην έννοια της υλικής παραγωγής. Ο Μαρξ ξεκινάει να χτίζει τη θεωρία του μέσα από τα αγαθά που παράγει μια κοινωνία. Ξεκινάει τη θεωρία του από την υλική παραγωγή, η οποία προϋποθέτει δύο πράγματα.

Το πρώτο πράγμα είναι οι υλικές δυνάμεις παραγωγής, οι οποίες διαφέρουν από κοινωνία σε κοινωνία. Σε μια αγροτική κοινωνία, οι παραγωγικές δυνάμεις είναι οι σπόροι όπως θα φυτευτούν, οι τσάπες, τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν για τη συγκομιδή των καρπών, αλλά και τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν για το διαχωρισμό της ήρας από το σιτάρι. Σε μια βιομηχανική κοινωνία, οι παραγωγικές δυνάμεις είναι οι πρώτες ύλες, τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για την εξόρυξη των πρώτων υλών, τα εργοστάσια ή οι μεγάλες εταιρείες και τα οχήματα που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά των πρώτων υλών.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι οι “κοινωνικές σχέσεις παραγωγής”, δηλαδή το πώς οι άνθρωποι οργανώνονται με σκοπό να εξορύξουν τις πρώτες ύλες, να εφεύρουν, να κατασκευάσουν, να χειριστούν τα νέα μηχανήματα Για παράδειγμα και πάλι, σε μια βιομηχανική κοινωνία, υπάρχουν εργάτες που χτίζουν οικοδομές και εργοστάσια, άνθρωποι που ασχολούνται με την κατασκευή μηχανημάτων, ανθρακωρύχοι που εξορύσσουν το μετάλλευμά τους... Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που συγκεντρώνουν το κεφάλαιο, που είναι οι τραπεζίτες και χρηματιστές.

Ο Μαρξ για να καταστήσει τη θεωρία του πιο σαφή υποστήριξε ότι ουσιαστικά υπάρχουν δύο κοινωνικές τάξεις. Σε ποια κοινωνική τάξη ανήκει ο κάθε άνθρωπος εξαρτάται από τη σχέση που έχει με τα μέσα παραγωγής. Δηλαδή, οι πρώτες ύλες, τα μηχανήματα, τα εργαλεία, τα εργοστάσια ανήκουν σε έναν ή σε μερικούς. Αυτοί ορίζονται, σύμφωνα με τον Μαρξ, ως καπιταλιστές ή μπουρζουαζία. Αυτοί κατέχουν τις παραγωγικές δυνάμεις. Όσοι δεν κατέχουν τις παραγωγικές δυνάμεις και είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργασιακή τους δύναμη, προσδιορίζονται ως προλεταριάτο, που ουσιαστικά είναι η εργατική τάξη.

Ο Μαρξ, λοιπόν, παρατηρεί εύστοχα πως η άρχουσα τάξη αποτελείται από μικρότερο αριθμό ανθρώπων απ’ ό,τι η εργατική τάξη. Ένας καπιταλιστής μπορεί να έχει στη διάθεσή του εκατοντάδες εργαζόμενους, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να πουλούν τις εργασιακές τους δυνάμεις, οι οποίες μετασχηματίζουν το αγαθό. Ο Μαρξ σε αυτό το σημείο θεωρεί πως η άρχουσα τάξη κυριαρχεί όχι μέσω της ωμής βίας, αλλά το κάνει ύπουλα και υποχθόνια, όταν ελέγχει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους, την αστυνομία, αλλά και το στρατό, το πανεπιστήμιο και τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας.
Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί βρίσκονται στην υπηρεσία του Κράτους. Από την κριτική του Γερμανού φιλοσόφου, δε ξεφεύγει η θρησκεία, που την αποκαλεί «όπιο του λαού», επειδή κάνει τον άνθρωπο να μη σκέφτεται τα βασικά του προβλήματα, με αποτέλεσμα να αποδέχεται τον τρόπο ζωής του. Επίσης, όλοι αυτοί οι κρατικοί μηχανισμοί καταφέρνουν να φτιάξουν έναν άνθρωπο εγωιστή και άπληστο, ενώ παρουσιάζουν τις σχέσεις παραγωγής ως φυσιολογικές και αναγκαίες.Ο Μαρξ θεωρεί πως το Κράτος συμμετέχει σε αυτήν την ιδεολογική καθοδήγηση της εργατικής τάξης.


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Γερμανός φιλόσοφος εστιάζει σε μια ουσιαστική κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα. Σε αυτήν την κριτική, ως βασική έννοια ανάγεται η “αλλοτρίωση”. Ο Μαρξ θεωρεί πως οι άνθρωποι είναι αποξενωμένοι από τους συνανθρώπους τους. Και μάλιστα αυτό το αίσθημα αποξένωσης είναι το σημείο αφετηρίας ώστε να καταρριφθεί ο καπιταλισμός και να έρθει ο κομμουνισμός. Η αποξένωση των εργατών ορίζεται μέσα από 4 είδη:


Το πρώτο είδος αποξένωσης εντοπίζεται πάνω στο προϊόν, όπως παράγεται. Οι άνθρωποι το 19ο αιώνα ήταν αναγκασμένοι να εκποιήσουν την εργασία τους, με αποτέλεσμα να αποξενωθούν από την προσπάθειά τους και να μη θεωρούν το προϊόν δική τους προσπάθεια, αλλά και του καπιταλιστή. Το δεύτερο είδος εντοπίζεται στην αφαίρεση της δημιουργικότητας, καθώς η εργασία δεν προσφέρει καμία απολύτως ικανοποίηση σ’ εκείνον που την ασκεί. Το τρίτο είδος αποξένωσης εντοπίζεται στην εξασθένιση των ικανοτήτων ή των χαρισμάτων του ανθρώπου, καθώς αυτά μένουν ανεκμετάλλευτα. Και το τέταρτο είδος αποξένωσης υπάρχει μεταξύ των εργατών, οι οποίοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τις αποδοχές και τις θέσεις εργασίας.

Ο Μαρξ, πέρα από άριστος ερμηνευτής της κοινωνίας, ήταν εξαιρετικός θεατρικός παραγωγός με τη μεταφορική έννοια της λέξεως. Τοποθετεί την εργατική τάξη και τους καπιταλιστές σε ένα θεατρικό παιχνίδι ανταλλαγής ρόλων. Αρχικά, όταν ο εργάτης προσλαμβάνεται από τον καπιταλιστή, ο πρώτος νιώθει ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Θεωρεί πως ο καπιταλιστής εκτίμησε τα προσόντα και τις ικανότητές του και γι’ αυτό νιώθει ευγνωμοσύνη.

Μάλιστα, ο ίδιος επιθυμεί να βάλει τα δυνατά του ώστε να μη διαψεύσει τις προσδοκίες του καπιταλιστή. Επειδή ο καπιταλιστής καταβάλλει μισθό ως αντάλλαγμα για την εργασία του, η σχέση μοιάζει να είναι αμοιβαία. Τα φαινόμενα, όμως, απατούν. Ο καπιταλιστής εκμεταλλεύεται τον εργάτη και τον πληρώνει λιγότερο απ’ όσο αξίζει η εργασία του. Η εργασιακή δύναμη του φτωχού εργάτη είναι εκείνη που κάνει τον καπιταλιστή πλουσιότερο, ενώ η εργατική τάξη γίνεται φτωχότερη.

Όσο περνάει ο καιρός, ο εργάτης θα αναρωτιέται εάν αληθεύουν οι ισχυρισμοί του καπιταλιστή πως ο ίδιος δούλεψε πιο σκληρά ή έκανε αποταμιεύσεις. Κάποια στιγμή ο εργάτης θα συνειδητοποιήσει πως ο καπιταλισμός είναι εκείνος που δημιουργεί ψευδαισθήσεις και κάνει τον καπιταλιστή ακόμη πλουσιότερο, ενώ τον ίδιο φτωχότερο. Και κατόπιν σκέψης, ο εργάτης θα αντιληφθεί πως η παρουσία του είναι αναγκαία ώστε ο καπιταλιστής να διατηρήσει τον πλούτο του. Και, μόνος του, ο εργάτης θα συμπεράνει πως θα είναι ελεύθερος μόνο εφόσον εξαλειφθεί η εκμετάλλευση.

Και μάλιστα, όπως πρεσβεύει ο Μαρξ, το προλεταριάτο είναι μοναδικό επειδή είναι η μόνη τάξη που έχει συμφέρον να καταργήσει τον εαυτό της. Τα συμφέροντα της ανθρωπότητας βρίσκονται με την πλευρά της εργατικής τάξης, η οποία πρέπει να ωριμάσει για να αποκτήσουν έτσι οι άνθρωποι την ελευθερία τους. Η αληθινή ελευθερία του ανθρώπινου είδους αποκτάται μόνο εφόσον η εργατική τάξη συνειδητοποιήσει το ρόλο της στην ταξική κοινωνία του 19ου αιώνα. Όταν το συνειδητοποιήσει, τότε ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση για τη συγκρότηση μιας αταξικής κοινωνίας, η οποία περνάει μέσα από τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Σήμερα στην Ελλάδα

Πολλοί θεωρούν τη μαρξιστική θεωρία γραφική και κάπως ανεπαρκή σήμερα. Προσωπικά, θεωρώ πως είναι αρκετά γοητευτική και εύκολα μπορεί να προσαρμοστεί στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Το ερώτημα είναι ευθύ: Είναι ο σημερινός Έλληνας ελεύθερος;

Η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία της μια ελεύθερη αγορά. Ωστόσο, όταν μπήκαμε στο φαύλο κύκλο της κρίσης, ουσιαστικά τότε ξεκινάει και η περίοδος νεοφιλελευθεροποίησης της χώρας μας. Το ελάχιστο κράτος είναι σημάδι του νεοφιλελευθερισμού. Μέσα από την περίοδο των μνημονίων, είδαμε πράγματα τα οποία πέρασαν από πολλούς ως απαρατήρητα. Για παράδειγμα, εξαφανίστηκε η μεσαία αστική τάξη. Η κρίση δημιούργησε δύο τάξεις. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Οι κρατικοί νόμοι τάχθηκαν υπέρ του κεφαλαίου. Καμία πολιτική δύναμη δεν έλαβε μέτρα υπέρ της κοινωνικής πρόνοιας. Η κοινωνική πολιτική στη χώρα μας υποβαθμίστηκε και θεωρήθηκε ως κάτι περιττό.

Το τσεκούρωμα σε μισθούς και συντάξεις θεωρήθηκε συνήθεια και κρατική απόφαση. Ο βασικός μισθός των 400 ή 500 ευρώ ταπείνωσε τον εργαζόμενο, αφού ουσιαστικά βγάζει τα προς το ζην για να συντηρείται. Τον έθεσε δέσμιο του καπιταλιστή. Ο εργαζόμενος, όμως, έχει βολευτεί σε αυτήν την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να νιώθει ευγνωμοσύνη για τα πενιχρά χρήματα που λαμβάνει. Και μάλιστα, αντί να νιώθει αγανάκτηση, πρέπει να λέει ευχαριστώ.

Επίσης, αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, αντί να την κατακρίνουν όλοι οι μηχανισμοί κοινωνικοποίησης, παίρνουν μια στάση σιωπηρής αποδοχής: η οικογένεια, για παράδειγμα, όταν προσπαθεί να πείσει το παιδί της ότι πρέπει να συμβιβαστεί με μια δουλειά των 400 ευρώ και πως θα είναι ωφέλιμο για τον ίδιο ή την ίδια. Η Εκκλησία οφείλει να στηρίξει τις κοινωνικά ευάλωτες ομάδες. Αλλά, αντί να πάρει υπεύθυνη στάση και να κατακρίνει όλες εκείνες τις ρυθμίσεις που ευνοούν του κεφαλαιούχους και αυξάνουν τη φτωχοποίηση του μέσου πολίτη, προτιμάει να μένει απαθής.
Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί ύπουλα και εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος, όταν παρακολουθούμε πως μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια λειτουργούν ως διαμεσολαβητές πολιτικών και κομματικών συμφερόντων, τα οποία με τη σειρά τους ταυτίζονται με τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ. Αλλά και ο ακαδημαϊκός κόσμος προτιμάει να διδάσκει τις θεωρίες του στα αμφιθέατρα και να στερείται του οράματος συγκρότησης ενός καλύτερου κόσμου και πιο κοινωνικά δίκαιου.

Μοχλός αλλαγής: Να μη χάσουμε τη φωνή μας

Ο μέσος Έλληνας πολίτης γοητεύεται από τα βαρύγδουπα λόγια και το λαϊκισμό πολιτικών δυνάμεων που τον έφεραν ένα βήμα πιο κοντά στη χρεωκοπία του. Γοητεύεται όταν μια πολιτική δύναμη με περίσσιο θάρρος δηλώνει κατάργηση των μνημονίων, καθώς ο ίδιος θεωρεί πως μόνο έτσι θα έρθει η ελευθερία του. Πιστεύει σε αυταπάτες εάν νομίζει πως μια πολιτική δύναμη που ευθύνεται για την κατάντια της χώρας μας θα φέρει και την πολυπόθητη αναγέννηση. Σε αυταπάτες πιστεύει και όταν οι δήθεν υποσχόμενοι αριστεροί σχηματισμοί θα φτιάξουν μια κοινωνία δικαιοσύνης.

Δεν είναι έτσι. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα με τις υπάρχουσες δυνάμεις δεν έχει σωτηρία. Είναι ένα πολιτικό σύστημα ταπεινωμένο, καθώς έχει αποδεχτεί εντολές που είναι κοινωνικά απογυμνωμένες. Ο πολίτης, στον καιρό της κρίσης, έχει αποδειχτεί αλαζονικός και εγωιστής συνάμα. Βλέπει το συνάνθρωπό του ως έναν αντίπαλο που διεκδικεί από αυτόν την ίδια θέση εργασίας για ένα ευτελές χρηματικό ποσό, το οποίο είναι αρκετό για να καλλιεργήσει μέσα του την αντίληψη πως είναι παραγωγικός. Αλήθεια, πόσο ψεύδεται;

Ο Έλληνας του 21ου αιώνα δε διαφέρει από τον άνθρωπο του 19ου αιώνα, παρά την αποδοχή του πολιτικού φιλελευθερισμού στις μέρες μας ως ενός συνόλου ρυθμίσεων που εγγυώνται το κράτος δικαίου και την κατοχύρωση βασικών δικαιωμάτων. Τι πρέπει, επομένως, να κάνουμε;

Έχουμε ηθικό χρέος να προασπίσουμε τα δικαιώματά μας και κατ’ επέκταση την εναπομείνασα ελευθερία μας. Ξέρετε, όταν ένας άνθρωπος δεν έχει τις υλικές προϋποθέσεις, αυτόματα το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού αλλοιώνεται. Όσο λιγότερα χρήματα έχει κάποιος, τόσο λιγότερο μπορεί να εκφραστεί. Όταν λοιπόν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που κόβουν το μισθό σε κοινωνικά αποδυναμωμένες ομάδες, τότε οι ομάδες χάνουν τη φωνή τους, η οποία στο τέλος θα παύσει. Αυτό, λοιπόν, οφείλει να το ανατρέψει ο μέσος πολίτης.

Οφείλει να διατηρήσει ζωντανή την επαναστατική φλόγα μέσα του. Οφείλουν οι οικονομικά αποδυναμωμένοι άνθρωποι να νομιμοποιήσουν μέσα τους την επανάσταση ως μοχλό αλλαγής της κοινωνικής πραγματικότητας. Όταν η επανάσταση γίνεται για να σεβαστεί μια μειοψηφία των εύπορων βασικά δικαιώματα ή καλύτερα τον αυτοπροσδιορισμό των ατόμων, τότε πρέπει να γίνει σεβαστή. Τότε μόνο ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος και ίσος με τους άλλους όταν μπορεί να διεκδικεί αυτό που του ανήκει, που είναι η ταυτότητά του ως άνθρωπος.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια