Απόψεις

Νυν υπέρ τσέπης ο αγών

«Ποιος βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;»: Το ερώτημα του Γιώργου Σεφέρη διατυπώθηκε σ' άλλους καιρούς και εκφράζει την αγωνία ενός λαού που παρασύρεται από την Ιστορία χωρίς να ξέρει γιατί και χωρίς να μπορεί να αντισταθεί. Το ίδιο ερώτημα βασανίζει και σήμερα τους Έλληνες πολίτες. Εδώ και μερικά χρόνια παρακολουθούμε καθημερινά σε "κατ' ευφημισμόν" διαλόγους να εναλλάσσονται και να αλληλοϋβρίζονται πολιτικοί, οικονομολόγοι και συνταγματολόγοι, που φιλότιμα αγωνίζονται να μας πείσουν γιατί «πέσαμε εδώ στα χαμηλά ανίδεοι και χορτάτοι», όπως προφητικά είπε και πάλι ο Γιώργος Σεφέρης. Φυσικά, αν ακούγαμε άλλους επιστήμονες, π.χ. γιατρούς ή φυσικούς, να διαφωνούν σε τόσο θεμελιώδη θέματα της επιστήμης τους, θα είχαμε σοβαρές και δικαιολογημένες επιφυλάξεις για την επιστήμη που υπηρετούν ή για την προσωπική τους επάρκεια. Γι' αυτό η αντίληψη ότι η οικονομία δεν είναι σοβαρή επιστήμη είναι δικαιολογημένη.

Του Ζαχαρία Καραταράκη *

Η πρώτη επιφύλαξη είναι ότι, δυστυχώς, συρρικνώθηκε ο ευρύτερος πολιτικός λόγος στην οικονομία που κάποτε ήταν δευτερεύουσα λειτουργία του κράτους και τώρα όχι μόνο έγινε πρώτη, αλλά κυρίαρχη και μοναδική. Δεύτερη παρατήρηση είναι η κακοποίηση της γλώσσας όχι μόνο επειδή κάποιες λέξεις χρησιμοποιούνται λανθασμένα, π.χ. «το χρέος είναι βιώσιμο» και όχι «εξυπηρετήσιμο», λες κι αν αποβιώσει θα τα βάψουμε μαύρα, αλλά επειδή υπάρχει πολλή βία και σκόπιμη σύγχυση στη σημασία των λέξεων. Οι όροι της δανειακής σύμβασης ονομάζονται με τη μαγική λέξη «μνημόνιο», που μονομερώς μπορούμε να καταργήσουμε και οι αφελείς αντισυμβαλλόμενοι να έχουν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση. Οι πιθανές απολύσεις ονομάζονται «κινητικότητα» και «διαθεσιμότητα», λες και γίνονται για να κάνουν οι υπάλληλοι διακοπές. Κάτι αντίστοιχο ήταν παλαιότερα «η αναδόμηση», αντί «ανασχηματισμός» και ο «ετεροχρονισμός» της ΑΤΑ αντί της κατάργησης, όπως θυμούνται οι πολλοί.

Το φαινόμενο φυσικά δεν είναι νέο. Το εντοπίζει ο Θουκυδίδης στην «παθολογία του πολέμου» (Βιβλ. Γ, 82), όταν αρχίζει ο εμφύλιος μεταξύ δημοκρατικών και ολιγαρχικών στην Κέρκυρα: «Άλλαξαν ακόμη και τη συνήθη σημασία των λέξεων, όπως τους συνέφερε.

Πράγματι, η θρασύτητα θεωρήθηκε παλικαριά και αφοσίωση στο κόμμα, η προνοητική επιφυλακτικότητα δειλία υπό ωραίο πρόσχημα, η σωφροσύνη πρόφαση της ανανδρίας... Όποιος κατέστρωνε σατανικά σχέδια και πετύχαινε, θεωρούνταν ξύπνιος, αλλά ακόμη πιο σπουδαίος εκείνος που το "μυριζόταν", αν πάλι προνοούσε κάποιος ώστε να μη χρειαστεί τίποτα απ' αυτά, θεωρούσαν ότι αυτός διαλύει το κόμμα... Και η συγγένεια ακόμη θεωρήθηκε πιο χαλαρός δεσμός από ότι το κόμμα, γιατί οι ομοϊδεάτες ήταν πιο πρόθυμοι να αποτολμήσουν οτιδήποτε χωρίς δισταγμό. Γιατί τα κόμματα αυτά δε σχηματίστηκαν χάριν ωφελείας του συνόλου, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους, αλλά κατά παράβαση αυτών για "ιδιοτελείς σκοπούς"... Οι περισσότεροι άνθρωποι δέχονται ευκολότερα να τους χαρακτηρίσουν κακούργους και καπάτσους παρά καλούς και αφελείς... Αιτία όλων είναι η δίψα για εξουσία...».

Οι παρατηρήσεις αυτές του Θουκυδίδη ισχύουν σε κατάσταση σκληρού εμφυλίου πολέμου, φαίνεται όμως ότι και σήμερα έχουμε κατορθώσει να μεταστρέψουμε μια οικονομική κρίση σε οιονεί εμφύλιο μεταξύ προδοτών, μερκελιστών και εθνικοπατριωτών που υπερασπίζονται τα συμφέροντα του λαού, που μπορούν να πουν τη μαγική λέξη «σουσάμι άνοιξε» και ο βράχος να παραμερίσει από τη σπηλιά.

Επειδή την ιστορία τελικά τη γράφομε όλοι μαζί, ίσως είναι αναγκαίο να παραμερίσουμε τις βαθυστόχαστες οικονομικές αναλύσεις και να δούμε καθαρά ορισμένες αυτονόητες αλήθειες που ισχύουν ως αξιώματα.

Προφανώς, όταν μια χώρα καταρρέει, κανείς δεν είναι τελείως ανεύθυνος. Άλλοι έχουν πολιτική, άλλοι ηθική και άλλοι ποινική ευθύνη, που πρέπει να τους αποδοθεί. Το να αναζητούμε κρεμάστρα για να κρεμάσουμε τις ευθύνες μας δεν ωφελεί. Ο κομμουνιστικός δάκτυλος, ο διεθνής ιμπεριαλισμός, η Μέρκελ και γενικά οι άλλοι δεν είναι χρήσιμες κρεμάστρες. Επίσης και ο πιο απλός άνθρωπος γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί συνεχώς να καταναλώνει περισσότερα απ' όσα παράγει και ότι δεν είναι τοκογλύφος εκείνος που μας δανείζει στη δύσκολη στιγμή, αλλά εκείνος που μας επιβάλλει μεγάλο επιτόκιο. Αν πραγματικά θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, ας δοκιμάσουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, διαφορετικά θα εξακολουθήσουμε να «σπουδάζουμε το ψέμα», αφού δεν είμαστε ικανοί να δούμε κατάματα την αλήθεια. Τώρα που ο κρατικός μαστός δεν έχει πια γάλα να θηλάσουμε αρνούμαστε να φερθούμε ως ενήλικες, αλλά αδρανούμε και αναθεματίζουμε τη μοίρα μας. Δε σεβόμαστε βασικές αξίες της Δημοκρατίας, όπως ο διάλογος και η συναίνεση και ο σεβασμός στους νόμους που, δυστυχώς, θεωρείται βία ενός βάρβαρου κράτους.

Η Δημοκρατία ευτυχώς έχει το μεγαλείο της δοκιμής. Είναι ένα πολίτευμα ανοικτό, δυναμικό, συνεχώς μετεξελισσόμενο που επιτρέπει το λάθος και στους ηγέτες και στους πολίτες. Επιτρέπει να γονατίζουν αρκεί πάντοτε να σηκώνονται και προπαντός είναι ένα πολίτευμα που δε μας υπόσχεται ούτε ουτοπίες, ούτε παραδείσους. Μας χαρίζει όμως τη δυνατότητα όλο και περισσότεροι να επιδιώκουμε καλύτερες συνθήκες ζωής και να ικανοποιούμε περισσότερες ανάγκες και επιθυμίες. Και φυσικά έχει αδιέξοδα, αντίθετα με ό,τι επαναλαμβάνεται συχνά. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε το Νοέμβριο του 1920, τον εμφύλιο και το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών. Μπορούμε να επιτύχουμε και ισότητα και δικαιοσύνη, έχοντας πάντοτε ως αυτοσκοπό την ελευθερία, με διάλογο και συναινέσεις που οδηγούν σε σταθερές λύσεις. Διαφορετικά κι αν ακόμα καταφέρουμε να βγούμε απ' αυτό το βουρκωμένο ποταμό, είναι βέβαιο ότι μια νέα φουρτουνιασμένη θάλασσα περιμένει να μας καταπιεί.

* Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια