Αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα της ακρίβειας, της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, οι συνταξιούχοι προχθές Πέμπτη 1η Οκτωβρίου, ημέρα αφιερωμένη στην Τρίτη Ηλικία, φώναξαν ότι είναι εδώ και είναι οι “αιμοδότες” ακόμα και σήμερα της οικογένειάς τους.
Μίλησαν για συντάξεις που πιέζονται από την ακρίβεια, δημόσια Υγεία με ελλείψεις, μοναχικούς ηλικιωμένους, οικογένειες που στηρίζονται στους παππούδες και τις γιαγιάδες και, τελικά, για το ερώτημα τι κοινωνία θέλουμε για τους ανθρώπους που εργάστηκαν επί δεκαετίες.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Συνταξιούχων ΙΚΑ Ρεθύμνου Χαράλαμπος Σφακιανάκης, ο Γιώργος Λενακάκης από την Ένωση Συνταξιούχων ΙΚΑ Ηρακλείου και ο Νίκος Μετζίνης από τον Σύλλογο Πολιτικών Συνταξιούχων Ηρακλείου έστειλαν μέσα από τις παρεμβάσεις τους ένα κοινό μήνυμα: οι συνταξιούχοι δε θεωρούν τον εαυτό τους «απόμαχο» της κοινωνίας. Και δε δέχονται να αντιμετωπίζονται ως αόρατοι.
«Η ηλικία μας δε σημαίνει αδράνεια. Οι συνταξιούχοι παραμένουν ενεργοί πολίτες και, σε πολλές περιπτώσεις, εξακολουθούν να αποτελούν οικονομικό στήριγμα για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Μόνο που σήμερα αυτή η δυνατότητα περιορίζεται από την ακρίβεια», είπε ο Χαράλαμπος Σφακιανάκης.
Το κόστος των τροφίμων, της ενέργειας και των βασικών αναγκών συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα, ενώ οι συνταξιούχοι υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος ζωής.
Γι’ αυτό και επαναφέρουν μια σειρά από πάγιες διεκδικήσεις: αυξήσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις, μέτρα κατά της ακρίβειας, επιστροφή των αναδρομικών που διεκδικούν, επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης, κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, ενσωμάτωση της προσωπικής διαφοράς και ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας Υγείας. Δεν κάνουν λόγο, δηλαδή, μόνο για το ποσό που μπαίνει κάθε μήνα στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά για αξιοπρέπεια.
Ο Γιώργος Λενακάκης ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους. Για τους συνταξιούχους, όπως είπε, «η 1η Οκτωβρίου δεν μπορεί να είναι μια ημέρα εθιμοτυπικών δηλώσεων. Είναι ημέρα υπενθύμισης ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι. Άνθρωποι που δούλεψαν 30, 40 ή και περισσότερα χρόνια. Άνθρωποι που σήμερα συχνά στηρίζουν τα παιδιά τους. Άνθρωποι που θέλουν να μπορούν να βοηθούν τα εγγόνια τους. Άνθρωποι όμως που, την ίδια ώρα, μπορεί να αντιμετωπίζουν μοναξιά, προβλήματα υγείας και οικονομική αδυναμία».
«Απόμαχοι της δουλειάς, όχι της ζωής»
Ο Νίκος Μετζίνης μετέφερε τη συζήτηση ένα βήμα παραπέρα, γιατί όπως είπε ακόμη και μια αύξηση στη σύνταξη, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν απαντά από μόνη της στο σύνολο των προβλημάτων της τρίτης ηλικίας. Έθεσε λοιπόν πληθώρα ερωτημάτων στον “αέρα” του 98,4: «Τι γίνεται με τον ηλικιωμένο που ζει μόνος; Τι γίνεται όταν χρειάζεται φροντίδα; Τι γίνεται όταν δεν υπάρχει οικογένεια διαθέσιμη να στηρίξει; Τι γίνεται όταν χρειάζεται γιατρό, νοσοκομείο, πρωτοβάθμια περίθαλψη ή μια οργανωμένη δομή κοινωνικής φροντίδας;».
Εδώ, όπως υποστήριξε, βρίσκεται το μεγάλο έλλειμμα: ένα σταθερό και οργανωμένο δίκτυο κοινωνικής προστασίας και συνέχισε τον συλλογισμό του: «Η “Βοήθεια στο Σπίτι”, οι δομές για ηλικιωμένους, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, η πρόσβαση στα νοσοκομεία και η φροντίδα των μοναχικών ανθρώπων δεν είναι πολυτέλειες.
Είναι πλευρές ενός κοινωνικού κράτους που αφορά όχι μόνο τον συνταξιούχο, αλλά ολόκληρη την οικογένεια. Γιατί, όταν ένας ηλικιωμένος δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, το πρόβλημα μεταφέρεται αυτομάτως στα παιδιά του. Και όταν μια σύνταξη δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες ενός ηλικιωμένου, το κόστος καλείται συχνά να το σηκώσει η οικογένεια. Και μέσα σε αυτή τη συζήτηση έρχεται η πιο σκληρή διαπίστωση: Φαίνεται πως είμαστε αόρατοι γι’ αυτούς».
Πέραν της γιορτής: Η τρίτη ηλικία αφορά όλη την κοινωνία, κάθε μέρα
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που προκύπτει από τις τρεις παρεμβάσεις. Η φράση αποτυπώνει, όπως την έθεσε ο ίδιος, την αίσθηση ότι η τρίτη ηλικία δε βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής φροντίδας, αλλά επανέρχεται στο προσκήνιο κυρίως όταν χρειάζεται να συζητηθούν εκλογές, επιδόματα ή έκτακτες παροχές.
Το ζήτημα των συνταξιούχων δεν είναι υπόθεση μόνο των συνταξιούχων. Αφορά τα νέα ζευγάρια που φροντίζουν ηλικιωμένους γονείς. Αφορά τα παιδιά που καλούνται να συμπληρώσουν το εισόδημα των γονιών τους. Αφορά τις οικογένειες που αναζητούν δομές φροντίδας.
Αφορά το δημόσιο Σύστημα Υγείας. Αφορά τελικά το ίδιο το μοντέλο κοινωνίας που θέλουμε να έχουμε. Και γι' αυτό η συζήτηση της 1ης Οκτωβρίου δεν μπορεί να τελειώσει με μια ευχή για «χρόνια πολλά».
Οι συνταξιούχοι δε ζητούν να τους χαριστεί κάτι, όπως προκύπτει από τις παρεμβάσεις τους. Υπενθυμίζουν τη δική τους αντίληψη, ότι οι σημερινές συντάξεις και τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται με δεκαετίες εργασίας και εισφορών. Ζητούν αυξήσεις που, κατά την άποψή τους, να ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής. Ζητούν δημόσια και δωρεάν Υγεία. Ζητούν κοινωνικές δομές. Ζητούν προστασία από τη μοναξιά.
Ζητούν να μην τελειώνει η σύνταξη πριν τελειώσει ο μήνας. Και πάνω απ’ όλα ζητούν να μην αντιμετωπίζονται ως ένα αόρατο κομμάτι της κοινωνίας. Η 1η Οκτωβρίου, λοιπόν, αποκτά για ακόμη μία φορά πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Γιατί πίσω από κάθε σύνταξη υπάρχει ένας άνθρωπος. Πίσω από κάθε ηλικιωμένο υπάρχει μια οικογένεια.