πολιτικοί αρχηγοί

Η “μαγική εικόνα” της κάλπης: Η αποχή βγάζει τον νικητή των εκλογών

Απόψεις
Η “μαγική εικόνα” της κάλπης: Η αποχή βγάζει τον νικητή των εκλογών

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί στην Ελλάδα η νίκη βαφτίζεται θρίαμβος ακόμα και αν υπάρχει αδιαφορία

Κάθε εκλογική βραδιά αρχίζει με την ίδια αγωνία και τελειώνει με την ίδια βεβαιότητα. Τα κόμματα μετρούν ποσοστά, οι αρχηγοί μιλούν για μηνύματα της κάλπης, οι νικητές επικαλούνται την εντολή των πολιτών και οι ηττημένοι υπόσχονται να ακούσουν την κοινωνία. Υπάρχει, όμως, μια ερώτηση που σπάνια μένει στο τραπέζι την επόμενη ημέρα πόσοι πολίτες πήγαν στην κάλπη για να δώσουν αυτή την εντολή και από αυτούς, πόσοι ψήφισαν τελικά το κόμμα που θα κυβερνήσει; 

Η αποχή αντιμετωπίζεται συνήθως ως υποσημείωση. Αναφέρεται για λίγα λεπτά στην τηλεοπτική ανάλυση, αποδίδεται στην κόπωση, στον καλό καιρό ή στις μετακινήσεις και γρήγορα η συζήτηση επιστρέφει στις έδρες και στους συσχετισμούς. Για τα κόμματα εξουσίας αυτή η συνήθεια είναι βολική. Όσο κοιτούν μόνο το ποσοστό επί των εγκύρων ψηφοδελτίων, μπορούν να προσπερνούν το γεγονός ότι ολοένα περισσότεροι άνθρωποι δεν αισθάνονται πως η εκλογική διαδικασία τους αφορά.

Ας δούμε τα μεγέθη. Στις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιουνίου 2023, η συμμετοχή ήταν περίπου 53,7%. Σχεδόν ένας στους δύο εγγεγραμμένους εκλογείς δεν ψήφισε. Η Νέα Δημοκρατία πήρε 40,56% των εγκύρων ψήφων και σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Το ποσοστό αυτό είναι το εκλογικό της αποτέλεσμα και κανείς δεν μπορεί να της το αφαιρέσει. Αν, όμως, αλλάξει ο παρονομαστής και εξετάσουμε το σύνολο των εγγεγραμμένων, οι ψήφοι της αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα πέμπτο τους. Αυτή είναι η αριθμητική πίσω από το ερώτημα “πόσοι βγάζουν κυβερνήσεις;”. 

Η απαραίτητη διάκριση

Χρειάζεται εδώ μια καθαρή διάκριση. Η κυβέρνηση προέκυψε από τις νόμιμες εκλογές και διαθέτει τη συνταγματική νομιμοποίηση που δίνει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η διαπίστωση ότι την ψήφισε περίπου ένας στους πέντε εγγεγραμμένους δεν αναιρεί αυτό το γεγονός.

Φωτίζει, ωστόσο, το πολιτικό πρόβλημα ότι δηλαδή ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μένει έξω από την απόφαση για τη διακυβέρνησή της. Όποιος συγχέει τη νομική νομιμότητα με την έκταση της κοινωνικής συμμετοχής αποφεύγει την ουσία.Η εικόνα των ευρωεκλογών του 2024 έκανε την απόσταση ακόμη πιο ορατή.

Η συμμετοχή έπεσε περίπου στο 41%, δηλαδή οι απέχοντες ήταν περισσότεροι από όσους προσήλθαν στις κάλπες. Οι ευρωεκλογές δεν εκλέγουν κυβέρνηση και δεν επιτρέπεται να ταυτίζονται πολιτικά με τις βουλευτικές. Καταγράφουν, όμως, τη σχέση των πολιτών με τα κόμματα και τους θεσμούς.

Όταν η πλειονότητα των εγγεγραμμένων δεν ψηφίζει, καμία κομματική ηγεσία δεν μπορεί να αρκεστεί στην εξήγηση ότι οι πολίτες απλώς δεν κατάλαβαν πόσο σημαντική ήταν η αναμέτρηση. Τι βλέπει, λοιπόν, ο πολίτης όταν κοιτάζει την πολιτική σκηνή; Συχνά βλέπει μια διαρκή συζήτηση για το ποιος προηγείται, ποιος θα συνεργαστεί με ποιον, ποιος μετακινήθηκε από ένα κόμμα σε άλλο και ποιος κέρδισε τις εντυπώσεις στη Βουλή. Ο ίδιος, στο μεταξύ, προσπαθεί να πληρώσει το ενοίκιο, να βρει γιατρό, να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του και να καταλάβει αν το εισόδημά του θα φτάσει ως το τέλος του μήνα.

Όταν η πολιτική συζήτηση δεν συναντά αυτή την καθημερινότητα, η απόσταση μεγαλώνει.

Δεν σημαίνει ότι όποιος απέχει αδιαφορεί για τα κοινά. Μπορεί να είναι ο άνθρωπος που συζητά καθημερινά για το σχολείο του παιδιού του, διαμαρτύρεται για το νοσοκομείο, αγωνιά για την εργασία του και παρακολουθεί κάθε δημόσια απόφαση. Απλώς δεν πιστεύει ότι η ψήφος του θα αλλάξει κάτι ουσιαστικό. Αυτή η στάση μπορεί να είναι λανθασμένη ως επιλογή, έχει όμως πολιτική αιτία. Αν τα κόμματα θέλουν να τη μεταβάλουν, οφείλουν πρώτα να την ακούσουν.

Αποχή λόγω πρακτικών προβλημάτων 

Υπάρχουν, βέβαια, και πρακτικά εμπόδια. Κάποιοι εργάζονται την ημέρα της ψηφοφορίας, άλλοι βρίσκονται μακριά από τον τόπο όπου είναι εγγεγραμμένοι, ενώ το κόστος μετακίνησης μπορεί να είναι αποτρεπτικό. Η αποχή δεν είναι ένα ενιαίο πολιτικό ρεύμα και δεν μπορεί κανένα κόμμα να την παρουσιάζει ως κρυφή ψήφο υπέρ του. Ούτε, όμως, επιτρέπεται να τη βαφτίζει συλλήβδην τεμπελιά ή αδιαφορία. Η σοβαρή ανάλυση αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε ότι πίσω από τον ίδιο αριθμό υπάρχουν διαφορετικές ζωές και διαφορετικοί λόγοι. 

Το πιο ανησυχητικό είναι πως η χαμηλή συμμετοχή κινδυνεύει να γίνει μέρος των κομματικών υπολογισμών. Οι μηχανισμοί ξέρουν ποιους ψηφοφόρους μπορούν να κινητοποιήσουν. Ξέρουν σε ποιες περιοχές έχουν οργανώσεις, ποια ακροατήρια ανταποκρίνονται στα μηνύματά τους και πώς να διατηρούν συσπειρωμένο τον πυρήνα τους. Όταν η συνολική συμμετοχή μειώνεται, ένας σταθερός και πειθαρχημένος εκλογικός πυρήνας αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος στο τελικό αποτέλεσμα. Έτσι ένα κόμμα μπορεί να κερδίσει τη μάχη της κάλπης χωρίς να έχει πείσει ένα μεγάλο μέρος της χώρας να συμμετάσχει.

Αυτό αφορά πρωτίστως τα κόμματα που κυβέρνησαν ή φιλοδοξούν να κυβερνήσουν. Δεν αρκεί να καταγγέλλει η αντιπολίτευση την αποχή όταν χάνει και να την ξεχνά όταν οι αριθμοί την ευνοούν. Δεν αρκεί η κυβέρνηση να επικαλείται το εκλογικό αποτέλεσμα κάθε φορά που δέχεται κριτική, χωρίς να αναρωτιέται πόσοι πολίτες νιώθουν ότι έχουν λόγο ανάμεσα σε δύο εκλογές. Η ευθύνη για την απομάκρυνση από την κάλπη δεν βαραίνει ισόποσα όλα τα κόμματα, αλλά κανένα δεν απαλλάσσεται από την ανάγκη να δώσει πειστικές απαντήσεις.

Ζητούμε τη συνέπεια 

Ο πολίτης έχει μάθει επίσης να ακούει μεγάλες υποσχέσεις και να ζητά κάτι πολύ απλούστερο που δεν είναι άλλο από τη συνέπεια. Θέλει να ξέρει τι ακριβώς μπορεί να γίνει, πότε θα γίνει και ποιος θα λογοδοτήσει αν δεν γίνει. Βλέπει πολιτικούς να μετατρέπουν κάθε πρόβλημα σε αφορμή για αντιπαράθεση και κάθε αντιπαράθεση σε σύντομο βίντεο για τα κοινωνικά δίκτυα. Μπορεί να παρακολουθεί, μπορεί ακόμη και να σχολιάζει. Αυτό δεν σημαίνει πως αισθάνεται ότι εκπροσωπείται.

Η δυσπιστία τρέφεται και από τη γλώσσα της πολιτικής. Οι κομματικές ανακοινώσεις μιλούν συχνά σαν να απευθύνονται μόνο στους ήδη πεπεισμένους. Μια κυβέρνηση παρουσιάζει κάθε εξαγγελία ως ιστορική τομή. Η αντιπολίτευση περιγράφει κάθε αστοχία ως οριστική κατάρρευση. Αν όλα είναι θρίαμβος ή καταστροφή, πώς θα ξεχωρίσει ο πολίτης τι πράγματι άλλαξε; Η υπερβολή μπορεί να κερδίζει μια ημέρα δημοσιότητας, αλλά φθείρει μακροπρόθεσμα την εμπιστοσύνη στην πολιτική συζήτηση.

Στην περιφέρεια, αυτή η απόσταση γίνεται ακόμη πιο χειροπιαστή. Οι πολίτες ακούν για αναπτυξιακά σχέδια και ύστερα περιμένουν χρόνια για έναν δρόμο, μια ασφαλή διαδρομή προς το σχολείο ή μια υπηρεσία υγείας που να μπορεί να τους εξυπηρετήσει. Βλέπουν έργα να εξαγγέλλονται πολλές φορές πριν ολοκληρωθούν. Η καθημερινή τους εμπειρία γίνεται το μέτρο με το οποίο κρίνουν τις κυβερνήσεις, όποια κι αν είναι η επίσημη παρουσίαση των επιδόσεών τους. Εκεί δοκιμάζεται η αξιοπιστία κάθε πολιτικής υπόσχεσης.

Τελικά, η αποχή είναι διαμαρτυρία;

Θα ήταν εύκολο να καταλήξουμε ότι η αποχή αποτελεί μια μεγάλη διαμαρτυρία εναντίον όλων. Μερικές φορές πράγματι εκφράζει διαμαρτυρία. Άλλες φορές εκφράζει απογοήτευση, αίσθημα αδυναμίας ή έλλειψη επιλογής. Κάποιες φορές δεν έχει σαφές πολιτικό μήνυμα. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή όταν ερμηνεύουμε τους απέχοντες σαν να είχαν ρίξει όλοι το ίδιο ψηφοδέλτιο. Εκείνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι η απουσία τους στερεί από την εκλογική διαδικασία τη φωνή εκατομμυρίων ανθρώπων.

Χρειάζεται πολιτική που να δίνει λόγο στον πολίτη να επιστρέψει, όπως καθαρές δεσμεύσεις, δημόσια λογοδοσία, ουσιαστική παρουσία στις τοπικές κοινωνίες, κόμματα ανοιχτά σε ανθρώπους πέρα από τους μηχανισμούς τους

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε ένα σύνθημα που θα καλεί γενικά τον κόσμο “να επιστρέψει στην πολιτική”. Χρειάζεται πολιτική που να δίνει λόγο στον πολίτη να επιστρέψει όπως καθαρές δεσμεύσεις, δημόσια λογοδοσία, ουσιαστική παρουσία στις τοπικές κοινωνίες, κόμματα ανοιχτά σε ανθρώπους πέρα από τους μηχανισμούς τους. Χρειάζεται επίσης οι πολιτικοί να δέχονται ότι η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με μια προεκλογική επίσκεψη. Χτίζεται όταν ο πολίτης βλέπει πως ένα πρόβλημα που έθεσε αντιμετωπίστηκε και πως μια υπόσχεση που άκουσε τηρήθηκε.

Ούτε πρέπει να ξεχνάμε την ευθύνη του ίδιου του ψηφοφόρου. Η αποχή αφήνει την απόφαση σε όσους προσέρχονται. Δεν ακυρώνει το αποτέλεσμα, δεν αφαιρεί έδρες από τον νικητή και δεν υποχρεώνει από μόνη της κανένα κόμμα να αλλάξει. Αν κάποιος επιθυμεί άλλη πολιτική κατεύθυνση, η ψήφος παραμένει το πιο άμεσο μέσο για να την επιδιώξει. Η επισήμανση αυτή, όμως, έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από σεβασμό προς τους λόγους για τους οποίους ένας άνθρωπος έχει χάσει την πίστη του στην κάλπη.

Δύο οι απαντήσεις

Το ερώτημα “πόσοι βγάζουν κυβερνήσεις;” έχει συνεπώς, δύο απαντήσεις. Θεσμικά, κυβέρνηση αναδεικνύουν οι ψήφοι όσων συμμετέχουν, σύμφωνα με τους κανόνες του εκλογικού συστήματος. Πολιτικά, η εικόνα είναι πιο δύσκολη στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές συμμετείχε λίγο περισσότερο από το μισό εκλογικό σώμα και το κυβερνών κόμμα συγκέντρωσε περίπου την υποστήριξη ενός στους πέντε εγγεγραμμένους. Αυτή η αναλογία δεν μειώνει την αξία καμίας ψήφου. Δείχνει πόσο μεγάλη είναι η απόσταση που πρέπει να διανύσει η πολιτική για να ξαναμιλήσει με ολόκληρη την κοινωνία. 

Όσο τα κόμματα πανηγυρίζουν ή θρηνούν κοιτάζοντας μόνο τους δικούς τους αριθμούς, τόσο θα χάνουν τον μεγαλύτερο αριθμό απ’ όλους εκείνον των ανθρώπων που έμειναν σπίτι. Η δημοκρατία συνεχίζει να λειτουργεί όταν κάποιοι απέχουν. Γίνεται, όμως, ισχυρότερη όταν περισσότεροι θεωρούν πως αξίζει να συμμετέχουν. Εκεί πρέπει να αρχίσει η συζήτηση την επόμενη φορά που θα κλείσουν οι κάλπες και, κυρίως, πολύ πριν ανοίξουν ξανά. Γιατί στην Ελλάδα η νίκη βαφτίζεται θρίαμβος ακόμα και να υπάρχει αδιαφορία. 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News