Κάθε Σεπτέμβρη χτυπά το κουδούνι. Και κάθε Σεπτέμβρη ακούμε τις ίδιες ευχές για μια καλή και δημιουργική σχολική χρονιά. Πίσω όμως από τις ευχές υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει: η πολύπαθη δημόσια Παιδεία εξακολουθεί να ξεκινά τη χρονιά μετ’ εμποδίων.
Άλλη μια χρονιά στο «περίπου». Άλλη μια χρονιά που, αφού χτυπήσει το πρώτο κουδούνι, θα αρχίσουμε να μετράμε κενά, ελλείψεις και ανάγκες για να δούμε πότε θα έρθει η επόμενη «φουρνιά» αναπληρωτών.
Άλλη μια χρονιά που η σχολική καθημερινότητα θα προσπαθήσει να λειτουργήσει με λύσεις ανάγκης, όπως πέρυσι, όπως πρόπερσι.
Και στον Νομό Ηρακλείου η εικόνα μόνο αισιόδοξη δεν είναι. Στον Δήμο Μινώα Πεδιάδας, τρία σχολεία εξακολουθούν, πέντε ολόκληρα χρόνια μετά τον σεισμό, να στεγάζονται σε κοντέινερς. Για ένα παιδί, πέντε χρόνια είναι μια ολόκληρη σχολική ζωή. Είναι η μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, η είσοδος στην εφηβεία, χρόνια που δεν επιστρέφουν. Κι όμως, για την Πολιτεία φαίνεται πως πέντε χρόνια μπορούν να χωρέσουν στην έννοια του «προσωρινού».
Την ίδια ώρα, υπάρχουν νηπιαγωγεία που εξακολουθούν να αναζητούν (και πλέον βρίσκουν με δυσκολία) στέγη σε νοικιασμένους χώρους, ακόμη και σε ισόγεια ή υπόγεια πολυκατοικιών. Τα υπάρχοντα γηρασμένα σχολικά κτίρια συνεχίζουν να περιμένουν παρεμβάσεις, συντηρήσεις και ουσιαστικό σχεδιασμό. Και η στρόφιγγα της χρηματοδότησης για τις απαραίτητες σχολικές υποδομές παραμένει πεισματικά κλειστή, την ώρα που οι ανάγκες μεγαλώνουν και οι απαιτήσεις της εποχής αυξάνονται.
Όμως δε μιλάμε απλώς για κτίρια, μιλάμε για το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά μας. Για την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και την ποιότητα της εκπαίδευσής τους. Για το αν ένα παιδί θα μπει στην τάξη του και θα αισθανθεί ότι η Πολιτεία επενδύει πραγματικά σε εκείνο ή ότι απλώς τοποθετεί ακόμη μία προσωρινή λύση πάνω σε ένα πρόβλημα που χρονίζει.
Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής Παιδείας είναι αυτό... ότι έχουμε συνηθίσει το προσωρινό να γίνεται μόνιμο και το «θα» να αντικαθιστά τον σχεδιασμό. Η Παιδεία όμως δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους διαχείρισης της επόμενης ημέρας. Δεν μπορεί να είναι μια άσκηση στο πώς θα καλυφθούν τα κενά, πώς θα χωρέσουν οι μαθητές, πώς θα βρεθεί μια αίθουσα, πώς θα «βγει» άλλη μία χρονιά.
Η επένδυση στην Παιδεία είναι η πιο ουσιαστική επένδυση στο «αύριο» ενός τόπου. Και δυστυχώς αυτό το «αύριο» όχι μόνο δεν είναι στρωμένο με ροδοπέταλα, αλλά μοιάζει να αγνοείται επιδεικτικά, όταν οι προτεραιότητες βρίσκονται αλλού και όταν για τους «δικά τους παιδιά» και τα συμφέροντα των λίγων φαίνεται να υπάρχει πάντα χρόνος, χρήμα και προτεραιότητα.
Δεν μπορεί μια χώρα να ζητά από τους νέους της να ονειρεύονται, όταν η ίδια δεν επενδύει στα σχολεία όπου μαθαίνουν να ονειρεύονται. Δεν μπορεί να μιλάμε για ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, δημογραφικό, ψηφιακό μετασχηματισμό και μέλλον, όταν ένα παιδί στον Νομό Ηρακλείου συνεχίζει να κάνει μάθημα σε κοντέινερ πέντε χρόνια μετά έναν σεισμό.
Κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσουμε τι Κοινωνία θέλουμε να παραδώσουμε στα παιδιά μας. Ένα σχολείο της ανάγκης, των ελλείψεων και των προσωρινών λύσεων;Ή ένα σχολείο που θα αποτελεί πραγματικά χώρο γνώσης, ασφάλειας, δημιουργίας, ισότητας και προοπτικής;
Το πρώτο κουδούνι της χρονιάς χτύπησε. Ας μην περιμένουμε να χτυπήσει και το κουδούνι της αφύπνισης όταν θα είναι πλέον αργά.Γιατί η επόμενη γενιά δεν είναι το μέλλον κάποιου άλλου. Είναι το δικό μας αύριο. Και το αύριο ενός τόπου χτίζεται σήμερα. Πρώτα και πάνω απ’ όλα, μέσα στις σχολικές του αίθουσες.