βγφγβφ
INTIME

Τελικά το συναίσθημα «έπνιξε» τον «δημοσιογραφικό» ξεπεσμό

Απόψεις
Τελικά το συναίσθημα «έπνιξε» τον «δημοσιογραφικό» ξεπεσμό

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο θάνατος του κοσμαγάπητου Γιώργου Μαζωνάκη μπορεί να δίχασε σε πολύ λίγες περιπτώσεις, αλλά κυρίως ένωσε και έφερε κοντά τους πάντες

Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία σταματά για λίγο να μετράει, να συγκρίνει, να κρίνει και να κατατάσσει. Στιγμές που οι διαχωριστικές γραμμές υποχωρούν και στη θέση τους εμφανίζεται κάτι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ πιο δυνατό, το συναίσθημα. Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έγινε μία τέτοια αφορμή. Ανεξάρτητα από το αν κάποιος άκουγε τα τραγούδια του, αν τον θεωρούσε σημαντικό καλλιτέχνη ή αν η μουσική του δε βρισκόταν ποτέ στις προσωπικές του επιλογές, η είδηση της απώλειάς του προκάλεσε ένα κύμα ανθρώπινης αντίδρασης. 

Μηνύματα, αναρτήσεις, φωτογραφίες, τραγούδια, προσωπικές αναμνήσεις. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών αισθάνθηκαν την ανάγκη να πουν μια κουβέντα, να γράψουν δύο λέξεις, να θυμηθούν μια στιγμή της ζωής τους που είχε συνδεθεί με ένα τραγούδι. Και ευτυχώς που το έκαναν. Γιατί έχουμε φτάσει σε μια εποχή κατά την οποία ακόμη και το συναίσθημα μοιάζει να πρέπει να περάσει από εξετάσεις. Πρέπει, άραγε, να απολογηθούμε επειδή συγκινηθήκαμε;

Πρέπει να εξηγήσουμε γιατί ένας άνθρωπος που δε γνωρίσαμε προσωπικά μπορεί να μας προκαλέσει λύπη με τον θάνατό του; Πρέπει κάποιος να μας δώσει άδεια για να πενθήσουμε έναν καλλιτέχνη που συνόδευσε στιγμές της ζωής μας; Φυσικά και όχι. Ο άνθρωπος δεν είναι αριθμομηχανή. Δε λειτουργεί αποκλειστικά με τη λογική. Οι άνθρωποι συνδέουμε πρόσωπα, φωνές, τραγούδια, εικόνες και μυρωδιές με περιόδους της ζωής μας. Ένα τραγούδι μπορεί να θυμίζει έναν μεγάλο έρωτα. Ένα άλλο ένα καλοκαίρι που δε θα επιστρέψει. Μια φωνή μπορεί να μας γυρίζει σε μια παρέα που χάθηκε, σε ένα σπίτι που δεν υπάρχει πια, σε ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή. 

Γι’ αυτό και όταν πεθαίνει ένας καλλιτέχνης που είχε έντονη παρουσία επί δεκαετίες, ο κόσμος δεν πενθεί απαραίτητα μόνο τον ίδιο. Πενθεί και ένα μικρό κομμάτι της δικής του διαδρομής. Αυτό ακριβώς δυσκολεύονται πολλές φορές να αντιληφθούν όσοι αντιμετωπίζουν τα πάντα με όρους τηλεοπτικού θεάματος. Τις πρώτες ώρες μιας απώλειας θα περίμενε κανείς ότι θα υπήρχε ένα στοιχειώδες μέτρο. Ότι απέναντι στον θάνατο θα σταματούσε, έστω προσωρινά, η μανία της αποκλειστικότητας, του παρασκηνίου, της “αποκάλυψης”, της προσωπικής λεπτομέρειας. Κι όμως, για ακόμη μία φορά, είδαμε ορισμένους ανθρώπους της τηλεόρασης να δυσκολεύονται να αντιληφθούν πού τελειώνει η ενημέρωση και πού αρχίζει ο κανιβαλισμός.

Λες και ο θάνατος είναι ακόμη ένα τηλεοπτικό προϊόν. 

Ποιος θα πει περισσότερα; Ποιος θα βρει την πιο πικάντικη πληροφορία; Ποιος θα ανοίξει περισσότερο την πόρτα της ιδιωτικής ζωής; Ποιος θα παρουσιάσει το μεγαλύτερο “παρασκήνιο”; Αλήθεια, δεν κουραστήκαμε; Και, κυρίως, δεν έμαθαν τίποτα κάποιοι όλα αυτά τα χρόνια; Η δημοσιογραφία έχει υποχρέωση να ενημερώνει. Δεν έχει υποχρέωση να εισβάλλει. Έχει δικαίωμα να αναζητά την αλήθεια, αλλά δεν έχει κανένα δικαίωμα να μετατρέπει την ανθρώπινη απώλεια σε τηλεοπτικό σίριαλ. Υπάρχει μια λεπτή αλλά απολύτως υπαρκτή γραμμή ανάμεσα στην ενημέρωση και στην εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου και αυτή η γραμμή, δυστυχώς, παραβιάζεται συχνά. Αυτή τη φορά, όμως, συνέβη κάτι ενδιαφέρον. Το πραγματικό συναίσθημα του κόσμου αποδείχθηκε ισχυρότερο από τον θόρυβο. 

Μπροστά στις αναλύσεις, στις τηλεοπτικές υπερβολές και στην ακατάσχετη αναζήτηση λεπτομερειών, υπήρχαν χιλιάδες άνθρωποι που απλώς έγραφαν «καλό ταξίδι». Που ανέβαζαν ένα αγαπημένο τραγούδι. Που θυμούνταν πότε το είχαν πρωτακούσει. Που μιλούσαν για έναν καλλιτέχνη ο οποίος, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είχε περάσει από τη ζωή τους. Αυτό το αυθεντικό συναίσθημα έβαλε στην άκρη τον τηλεοπτικό κανιβαλισμό και ίσως αυτό είναι ένα μικρό αλλά σημαντικό μήνυμα. 
Ότι η κοινωνία δεν έχει χάσει εντελώς την ικανότητά της να αισθάνεται. Ότι κάτω από τον κυνισμό των social media, κάτω από τα σχόλια, τις ειρωνείες και τη μόνιμη διάθεση αποδόμησης των πάντων, υπάρχει ακόμη μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να μοιραστούμε τη χαρά και τη λύπη μας. 

Δεν πρέπει να φοβόμαστε αυτήν την ανάγκη. Τα τελευταία χρόνια έχουμε σχεδόν ενοχοποιήσει τη δημόσια έκφραση συναισθήματος. Αν κλάψεις πολύ, είσαι υπερβολικός. Αν γράψεις κάτι για έναν άνθρωπο που πέθανε, κάποιος θα σε ρωτήσει αν τον γνώριζες προσωπικά. Αν ανεβάσεις ένα τραγούδι, κάποιος άλλος θα ειρωνευτεί τη συγκίνησή σου. Από πότε, όμως, χρειάζεται πιστοποιητικό γνωριμίας για να αισθανθείς; Η τέχνη ακριβώς αυτό κάνει. Δημιουργεί δεσμούς μεταξύ ανθρώπων που πιθανότατα δε θα συναντηθούν ποτέ. Ο τραγουδιστής δε γνωρίζει τους χιλιάδες ανθρώπους που τον ακούν, αλλά η φωνή του μπαίνει στα σπίτια τους, στα αυτοκίνητά τους, στις χαρές τους, στους χωρισμούς τους, στις παρέες τους. Έτσι δημιουργείται η συλλογική μνήμη και όταν φεύγει ένα πρόσωπο που αποτέλεσε μέρος αυτής της μνήμης, είναι απολύτως φυσικό να υπάρχει συγκίνηση. 

Ας αφήσουμε λοιπόν τους ανθρώπους να αισθανθούν. Ας τους αφήσουμε να κλάψουν, αν θέλουν. Να γράψουν. Να θυμηθούν. Να ακούσουν ξανά ένα τραγούδι. Να μοιραστούν μια φωτογραφία. Δε χρειάζεται να βαθμολογήσουμε τη λύπη τους, ούτε να αποφασίσουμε αν είναι «δικαιολογημένη». 

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που πρέπει να συζητήσουμε. Η περίπτωση αυτή πρέπει να αποτελέσει ένα ακόμη “καμπανάκι” για την ίδια την τηλεόραση. Για ένα κομμάτι της δημοσιογραφίας που έχει μπερδέψει εδώ και χρόνια την ενημέρωση με την αδιακρισία και το ρεπορτάζ με την εμπορευματοποίηση της προσωπικής ζωής. Οι τηλεθεάσεις και τα κλικ δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για τα πάντα.

Πίσω από κάθε διάσημο άνθρωπο υπάρχει μια οικογένεια. Υπάρχουν φίλοι. Υπάρχουν άνθρωποι που πενθούν πραγματικά και δεν παρακολουθούν μια τηλεοπτική ιστορία. Ζουν τη χειρότερη ίσως στιγμή της ζωής τους. Σε αυτούς οφείλεται σεβασμός και αυτό δεν είναι λογοκρισία της δημοσιογραφίας. Είναι δημοσιογραφική δεοντολογία. Ούτε χρειάζεται κάθε θάνατος να μετατρέπεται σε πολυήμερο τηλεοπτικό θρίλερ. Δε χρειάζεται να γεμίζουμε ώρες προγράμματος ανακυκλώνοντας πληροφορίες, υποθέσεις, προσωπικές ιστορίες και μαρτυρίες αμφίβολης χρησιμότητας. Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή είναι περισσότερο δημοσιογραφική από εκατό λέξεις. Υπάρχουν στιγμές που η αξιοπρέπεια αξίζει περισσότερο από μια αποκλειστικότητα και υπάρχουν στιγμές που πρέπει να καταλάβουμε ότι απέναντι στον θάνατο δεν υπάρχουν celebrities και «θέματα». Υπάρχουν άνθρωποι. 

Το εντυπωσιακό είναι ότι πολλές φορές το κοινό αποδεικνύεται πιο ώριμο από εκείνους που θεωρούν ότι γνωρίζουν τι θέλει να δει το κοινό. Ο κόσμος μπορεί να συγκινηθεί χωρίς να ζητήσει λεπτομέρειες. Μπορεί να αποχαιρετήσει χωρίς να απαιτήσει κουτσομπολιό. Μπορεί να σεβαστεί χωρίς να χάσει το ενδιαφέρον του για την ενημέρωση. Ίσως λοιπόν κάποιοι πρέπει επιτέλους να βάλουν μυαλό. Όχι επειδή το απαιτεί κάποιος άγραφος κανόνας πολιτικής ορθότητας. Αλλά επειδή το απαιτεί η ίδια η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. 

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη ανέδειξε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια συζήτηση γύρω από έναν καλλιτέχνη. Ανέδειξε την ανάγκη μας να εκφραζόμαστε. Να μη φοβόμαστε να πούμε ότι συγκινηθήκαμε. Να μην αντιμετωπίζουμε την ευαισθησία σαν αδυναμία και την ψυχρότητα σαν απόδειξη σοβαρότητας. Γιατί τελικά η κοινωνία δεν κινδυνεύει από εκείνους που αισθάνονται πολύ. Κινδυνεύει περισσότερο όταν αρχίζουμε να μη νιώθουμε τίποτα. Όταν ένας θάνατος γίνεται απλώς “περιεχόμενο”. Όταν ο πόνος γίνεται τίτλος. Όταν η ιδιωτική ζωή μετατρέπεται σε τηλεοπτικό προϊόν και όταν η συγκίνηση αντιμετωπίζεται ως κάτι παλιομοδίτικο ή υπερβολικό. Γι’ αυτό το κύμα συναισθήματος των ανθρώπων είχε αξία. Ήταν μια μικρή νίκη της ανθρώπινης πλευράς μας απέναντι στον θόρυβο. Μια υπενθύμιση ότι πίσω από τις οθόνες υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που θυμούνται, αγαπούν, συγκινούνται και πενθούν και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο που μένει. 

Απέναντι στον θάνατο δε χρειάζεται να αποδείξουμε πόσο έξυπνοι, ψύχραιμοι ή “ψαγμένοι” είμαστε. Χρειάζεται απλώς να παραμείνουμε άνθρωποι. Και αν το συναίσθημα κατάφερε, έστω για λίγο, να βάλει στην άκρη τον τηλεοπτικό κανιβαλισμό, τότε ίσως υπάρχει ακόμη ελπίδα. Ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα καταλάβουμε όλοι και κυρίως όσοι κρατούν ένα μικρόφωνο μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους πως δεν είναι όλα θέαμα. Υπάρχουν και στιγμές που το μόνο που χρειάζεται είναι σεβασμός. Τελικά το συναίσθημα “έπνιξε” τον “δημοσιογραφικό” ξεπεσμό. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News