Φτώχεια
Φωτ. shutterstock.com

Η καλπάζουσα ανισότητα: Όταν ο πλούτος γίνεται εξουσία και η φορολογία... επιλογή

Απόψεις
Η καλπάζουσα ανισότητα: Όταν ο πλούτος γίνεται εξουσία και η φορολογία... επιλογή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σε έναν κόσμο όπου το 1% των πλουσιότερων έχει όσα το 90% του συνόλου της κοινωνίας, η δυναμική της ισχύος γίνεται ακραία “μονόπαντη”

Η ανισότητα δεν είναι πλέον στατιστική. Είναι πολιτική πραγματικότητα. 

Η συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου επιστρέφει και όχι μόνο ελέω πολιτικών εξαγγελιών στη ΔΕΘ. Και επιστρέφει όχι επειδή ξαφνικά ανακαλύφθηκε η κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά επειδή η πραγματικότητα έχει αρχίσει να γίνεται δύσκολο να κρυφτεί πίσω από τους αριθμούς, τα επικοινωνιακά συνθήματα και τις διαρκείς υποσχέσεις περί «φορολογικών ελαφρύνσεων». 

Η ανισότητα του πλούτου έχει φτάσει σε επίπεδα που ξεπερνούν ακόμη κι αυτά στις αρχές του 20ού αιώνα. Το πλουσιότερο 1% παγκοσμίως κατέχει περίπου το 43% του συνολικού πλούτου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1% διαθέτει περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 90% μαζί. Αυτό, όμως, δεν είναι απλώς ένας οικονομικός δείκτης. Είναι ένας δείκτης για το ποιος διαθέτει πραγματικά δύναμη. Γιατί, όταν ο πλούτος συγκεντρώνεται σε ολοένα λιγότερα χέρια, δε συγκεντρώνεται μόνο η οικονομική ισχύς. Συγκεντρώνεται μαζί της η δυνατότητα επιρροής, πρόσβασης, επενδυτικών επιλογών, πολιτικής πίεσης και, τελικά, διαμόρφωσης των ίδιων των κανόνων του παιχνιδιού. 

Το επιχείρημα της “ανάπτυξης” δεν αντέχει τόσο εύκολα 

Εδώ βρίσκεται και ένας από τους πιο επίμονους μύθους της σύγχρονης οικονομικής πολιτικής, ότι όσο λιγότερο φορολογείται ο πολύς πλούσιος, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται η οικονομία. Μόνο που δεν υπάρχει εμπειρική απόδειξη ότι η χαμηλή φορολόγηση των υψηλότερων εισοδηματικών και περιουσιακών στρωμάτων παράγει αυτομάτως υψηλή ανάπτυξη. 

Το αμερικανικό παράδειγμα της δεκαετίας 1950-1960 είναι χαρακτηριστικό. Ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής έφτανε το 91% και, παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική οικονομία γνώρισε από τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στην ιστορία της. 

Και στις σκανδιναβικές χώρες, ο συνδυασμός υψηλής φορολόγησης εισοδήματος και πλούτου δεν εμπόδισε τη Σουηδία, τη Νορβηγία και τη Δανία να διατηρήσουν υψηλά επίπεδα κοινωνικής κινητικότητας, ευημερίας και ανταγωνιστικότητας. Άρα η εξίσωση “λιγότεροι φόροι = περισσότερη ανάπτυξη” δεν είναι οικονομικός νόμος. Είναι πολιτική επιλογή που παρουσιάζεται συχνά ως οικονομική νομοτέλεια. 

Ο πλούτος που μένει έξω από την πραγματική οικονομία 

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση. Ένα σημαντικό μέρος του πλούτου των υπερ-πλούσιων δεν επιστρέφει στην πραγματική οικονομία με τη μορφή παραγωγικών επενδύσεων, θέσεων εργασίας ή κοινωνικής δραστηριότητας.

Παραμένει “κλειδωμένο” στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, σε εξωχώρια κέντρα, φορολογικούς παραδείσους και μηχανισμούς όπου το χρήμα αρχίζει να λειτουργεί ως εμπόρευμα. Ο πλούτος έτσι αποκτά μια αυτονομία από την πραγματική παραγωγή.

Παράγει κέρδος επειδή υπάρχει. Και όσο περισσότερο υπάρχει, τόσο περισσότερο μπορεί να παράγει. Εδώ βρίσκεται και η αντίφαση, η οικονομία χρειάζεται κεφάλαιο για να επενδύσει, αλλά ένα μεγάλο μέρος του συσσωρευμένου πλούτου μπορεί να κινείται σε σφαίρες όπου η κοινωνική απόδοση είναι πολύ μικρότερη από την ιδιωτική.

Η φορολόγηση ενός μέρους αυτού του πλούτου και η επανακυκλοφορία του μέσω παραγωγικών επενδύσεων, δημόσιων υποδομών και κοινωνικών πολιτικών θα μπορούσε να έχει πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στην πραγματική οικονομία. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν “τιμωρείται” ο πλούτος. Το ζήτημα είναι αν ένα μέρος του πλούτου που συσσωρεύεται μπορεί να ξαναγίνει οικονομική και κοινωνική δύναμη αντί να παραμένει αποκλειστικά χρηματοπιστωτική δύναμη. 

Από την οικονομική ανισότητα στην πολιτική ανισότητα 

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη διάσταση του ζητήματος. Η υπερσυγκέντρωση πλούτου δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα. Είναι πρωτίστως πολιτικό. Όπως αναφέρει σε πρόσφατο άρθρο του ο καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πάντειο Κώστας Μελάς, ο Πλάτωνας, στην “Πολιτεία” και ακόμη περισσότερο στους “Νόμους”, είχε ήδη περιγράψει τον κίνδυνο μιας κοινωνίας στην οποία η υπερβολική συσσώρευση πλούτου διαβρώνει την πολιτική κοινότητα. 

Μια τέτοια πόλη, σύμφωνα με την πλατωνική συλλογιστική, παύει να είναι μία πόλη και μετατρέπεται σε δύο: την πόλη των πλουσίων και την πόλη των φτωχών. Δύο κοινωνίες που συνυπάρχουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αλλά δε μοιράζονται πλέον την ίδια πραγματικότητα. Και όταν αυτό συμβαίνει, η κοινωνική σύγκρουση δεν είναι παρέκκλιση. Είναι ενσωματωμένη στο ίδιο το σύστημα.

Ο νομοθέτης, κατά τον Πλάτωνα, δεν μπορεί να έχει ως τελικό σκοπό απλώς την ευημερία του εμπορίου. Οφείλει να υπηρετεί την αρετή και τη δικαιοσύνη των πολιτών.

Διότι, όταν η λογική του κέρδους γίνεται ο μοναδικός κανόνας, ο πολίτης μετατρέπεται σταδιακά σε οικονομικό υποκείμενο που ενδιαφέρεται πρωτίστως για το ατομικό του όφελος. Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. 

Άλλο ο φόρος εισοδήματος, άλλο ο φόρος πλούτου 

Εδώ χρειάζεται μια απολύτως καθαρή διάκριση, γιατί η σύγχυση βολεύει. Ο φόρος εισοδήματος αφορά τη ροή. 

Ο φόρος πλούτου αφορά το απόθεμα. Ο φόρος εισοδήματος στα υψηλά εισοδήματα είναι σχετικά εύκολο να εφαρμοστεί ως μηχανισμός. Η πραγματική δυσκολία βρίσκεται στον ακριβή προσδιορισμό του εισοδήματος και, κυρίως, στην αποτροπή της απόκρυψής του μέσω φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής και διαφόρων μορφών φορολογικής απαλλαγής.

Ο φόρος πλούτου είναι διαφορετική υπόθεση. Δε φορολογεί αυτό που κέρδισες μέσα σε έναν χρόνο. Αφορά το συνολικό απόθεμα περιουσίας που διαθέτεις. 

Επομένως απαιτεί ακριβή περιουσιολόγια, αξιόπιστες αποτιμήσεις, διασύνδεση στοιχείων, διοικητική επάρκεια και, πάνω απ’ όλα, πολιτική αντοχή. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος ενός φόρου που θα υπάρχει στα χαρτιά αλλά θα αφήνει ανοιχτές περισσότερες πόρτες διαφυγής απ’ όσες κλείνει. 

Η Γαλλία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: είχε φόρο πλούτου, τον οποίο τελικά κατήργησε το 2017. Το μάθημα δεν είναι ότι ο φόρος πλούτου «δε γίνεται». Το μάθημα είναι ότι χωρίς σωστό σχεδιασμό, μπορεί να αποτύχει. 

Η Ευρώπη ξανανοίγει το ζήτημα

Η συζήτηση, ωστόσο, όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αλλά επανέρχεται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.

Στη Γαλλία έχει επανέλθει η λεγόμενη πρόταση Ζούκμαν: οι υπερ-πλούσιοι, οι οποίοι φορολογούνται για το εισόδημά τους όπως όλοι οι φορολογούμενοι, να καταβάλλουν επιπλέον κάθε χρόνο 2% επί της συνολικής αξίας της περιουσίας τους.

Η πρόταση αφορά περιουσίες άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ και θα αφορούσε περίπου 1.800 άτομα στη Γαλλία. Και αμέσως εμφανίζεται ο μεγάλος “πονοκέφαλος”, πώς υπολογίζεις την πραγματική αξία του πλούτου; Οι εκτιμήσεις για τα πιθανά έσοδα από μια τέτοια πολιτική στη Γαλλία έχουν κινηθεί από 5 έως 20 δισ. ευρώ. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «πόσο θα φορολογήσεις». Είναι πρώτα «τι ακριβώς φορολογείς». 

Η Ισπανία δείχνει και τη δυνατότητα και την παγίδα 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ισπανία αποτελεί ένα ενδιαφέρον παράδειγμα. Εφαρμόζει φόρο αλληλεγγύης για τις μεγάλες περιουσίες, ο οποίος αφορά καθαρή περιουσία από 3 εκατομμύρια ευρώ και πάνω. 

Το μέτρο έδειξε αρχικά ότι μπορεί να αποδώσει, το 2023 εισπράχθηκαν περίπου 619 εκατ. ευρώ. 

Το 2024, όμως, τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο υποχώρησαν δραστικά, στα 38 εκατ. ευρώ, λόγω των αλλαγών που προέκυψαν από την επανενεργοποίηση περιφερειακών φόρων περιουσίας σε περιοχές όπως η Μαδρίτη, η Ανδαλουσία και η Γαλικία. Και εδώ βρίσκεται ένα εξαιρετικά χρήσιμο μάθημα για κάθε χώρα που συζητά τη φορολόγηση του πλούτου... 

Δεν αρκεί να ψηφίσεις έναν φόρο. Πρέπει να σχεδιάσεις ολόκληρο το σύστημα γύρω του. Γιατί αλλιώς μπορεί να υπάρχει ένας εντυπωσιακός τίτλος νόμου και ένα πολύ λιγότερο εντυπωσιακό αποτέλεσμα στο ταμείο. 

Η Νορβηγία έχει τον φόρο και δεν τελείωσε ο κόσμος 

Υπάρχει, βεβαίως, και το επιχείρημα που επανέρχεται σχεδόν τελετουργικά. «Αν φορολογήσεις τον πλούτο, οι πλούσιοι θα φύγουν». Μόνο που υπάρχει μια χώρα που εξακολουθεί να φορολογεί την καθαρή περιουσία. 

Η Νορβηγία. Για το φορολογικό έτος 2025, ο φόρος καθαρής περιουσίας επιβάλλεται πάνω από τα 1,76 εκατομμύρια νορβηγικές κορώνες για ένα άτομο. Η κρατική επιβάρυνση είναι 0,475% μέχρι τα 20,7 εκατ. νορβηγικές κορώνες και 0,575% πάνω από αυτό το επίπεδο, ενώ προστίθεται ο δημοτικός φόρος, με ανώτατο συντελεστή 0,525%. Έτσι, η συνολική επιβάρυνση φτάνει το 1% και, για περιουσίες άνω των 20,7 εκατ. νορβηγικές κορώνες, το 1,10%. Και δε μιλάμε μόνο για μετρητά. 

Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται ακίνητα, τραπεζικές καταθέσεις, μετοχές και επιχειρηματικά περιουσιακά στοιχεία, με τις προβλεπόμενες εκπτώσεις και την αφαίρεση χρεών. Άρα δεν πρόκειται για θεωρητικό μοντέλο. Είναι υπαρκτό φορολογικό εργαλείο. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν “γίνεται”. Γίνεται. 

Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς γίνεται, σε ποια κλίμακα, με ποιες εξαιρέσεις και με ποια διοικητική υποδομή. 

Και στην Ευρωζώνη ο πλούτος είναι συγκεντρωμένος 

Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιτρέπουν πλέον να βλέπουμε την κατανομή του πλούτου όχι μόνο μέσα από το συνολικό μέγεθος μιας οικονομίας, αλλά και ανά ομάδες νοικοκυριών. 

Αυτό έχει σημασία, γιατί δύο χώρες μπορεί να εμφανίζουν υψηλό συνολικό πλούτο και εντελώς διαφορετική κατανομή του. Και η μεγάλη εικόνα είναι σαφής, ο πλούτος είναι πολύ περισσότερο συγκεντρωμένος στα ανώτερα στρώματα απ’ ό,τι αφήνει να εννοηθεί ένας απλός μέσος όρος. 

Αυτό ακριβώς είναι το κενό που πρέπει να καλύψει μια σύγχρονη φορολογική πολιτική. 

Και η Ελλάδα; Εδώ αρχίζει το πραγματικό τεστ 

Η Ελλάδα δε βρίσκεται έξω από αυτήν την πραγματικότητα. Τα πιο πρόσφατα Distributional Wealth Accounts της ΕΚΤ δείχνουν ότι στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 η καθαρή περιουσία του ανώτερου δεκατημορίου των ελληνικών νοικοκυριών ανερχόταν σε περίπου 433,5 δισ. ευρώ. Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός. Αλλά το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσος είναι ο πλούτος. Είναι πώς φορολογείται. 

Και κυρίως, πώς συγκρίνεται η φορολογική επιβάρυνση της συσσωρευμένης περιουσίας με εκείνη της εργασίας. Γιατί άλλο πράγμα είναι πόσα χρήματα εισπράττει κάποιος μέσα σε έναν χρόνο και άλλο πόσα περιουσιακά στοιχεία έχει ήδη συσσωρεύσει. 

Εκεί ακριβώς βρίσκεται μία από τις μεγάλες αδυναμίες της ελληνικής συζήτησης. Μιλάμε συχνά για το εισόδημα. Πολύ λιγότερο για το απόθεμα πλούτου. Κι όμως, η πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας βρίσκεται και στα δύο. 

Το παράδειγμα των 50.000 ευρώ λέει περισσότερα από πολλές εκθέσεις 

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα. Ένας εργαζόμενος με εισόδημα 50.000 ευρώ πληρώνει φόρο εισοδήματος 44% για το τμήμα πάνω από τις 40.000 ευρώ. Ένας πολίτης που διαθέτει 2 εκατομμύρια ευρώ σε μετοχές και εισπράττει 50.000 ευρώ από μερίσματα φορολογείται με 5%. Δηλαδή 2.500 ευρώ.

Για το ίδιο ποσό εισοδήματος, ο μισθωτός θα πλήρωνε 15.000 ευρώ. Εδώ δε χρειάζεται ιδεολογική υπερβολή. Οι αριθμοί αρκούν. Και οι αριθμοί δείχνουν μια φορολογική λογική στην οποία η εργασία μπορεί να επιβαρύνεται πολύ περισσότερο από την απόδοση του συσσωρευμένου κεφαλαίου. Αυτό είναι το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Όχι με συνθήματα. Με ανασχεδιασμό. 

Πρώτα να κλείσουν οι “τρύπες” 

Η πιο ρεαλιστική βραχυπρόθεσμη πολιτική, επομένως, δεν είναι να ξεκινήσουμε από έναν εντυπωσιακό και δύσκολα εφαρμόσιμο φόρο περιουσίας. Είναι να κλείσουμε πρώτα τα παράθυρα. Να αντιμετωπιστούν οι διαφορετικές μορφές εισοδήματος με τρόπο που να περιορίζει τις μεγάλες φορολογικές αποκλίσεις. Να εξεταστεί η φορολόγηση των κεφαλαιακών κερδών ως κανονικού εισοδήματος. Να εξεταστεί η φορολόγηση μη πραγματοποιηθέντων κερδών σε πολύ υψηλά επίπεδα πλούτου, όπως είχε προταθεί στις ΗΠΑ επί Μπάιντεν. 

Να επανεξεταστεί η βάση κλιμάκωσης. Να εφαρμοστεί μια αναλογικότερη φορολογική κλίμακα που να αντανακλά πραγματικά τις διαφορετικές δυνατότητες συνεισφοράς. Και, κυρίως, να σταματήσει η συζήτηση να αντιμετωπίζει τη φορολογία ως απλό εργαλείο είσπραξης. Η φορολογία είναι και μηχανισμός αναδιανομής. 

Το πραγματικό ερώτημα είναι πολιτικό 

Το πρώτο ζητούμενο, επομένως, είναι να αντιμετωπιστεί η βασική αντίφαση των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών... 
Πώς είναι δυνατόν οι πολίτες με τα υψηλότερα περιουσιακά αποθέματα να μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να καταλήγουν να έχουν αναλογικά μικρότερη φορολογική επιβάρυνση από πολίτες που ζουν κυρίως από την εργασία τους; Αυτό δεν είναι φυσικός νόμος.

Είναι αποτέλεσμα φορολογικών επιλογών. Και οι φορολογικές επιλογές αλλάζουν. Χρειάζεται, συνεπώς, μια σταδιακή αλλά δομική αλλαγή στη λογική του οικονομικού υποδείγματος. Η φορολογία πρέπει να ξαναβρεί τον αναδιανεμητικό της ρόλο. Όχι ως τιμωρία του πλούτου. Αλλά ως προϋπόθεση για να μη μετατρέπεται η οικονομική ανισότητα σε μόνιμη πολιτική ανισότητα. 

Χωρίς πολιτική βούληση, όλα παραμένουν σύνθημα 

Η φορολόγηση του πλούτου δεν είναι ούτε απλό σύνθημα ούτε εύκολη πολιτική. Μπορεί όμως να είναι ρεαλιστική πολιτική υπό όρους. Ο πρώτος είναι η πολιτική βούληση των κρατών. Ο δεύτερος είναι ο τεχνικός σχεδιασμός, αξιόπιστο περιουσιολόγιο, διασύνδεση δεδομένων, πραγματικές αποτιμήσεις, έλεγχος των εξωχώριων δομών και κλείσιμο των παραθύρων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής. Ο τρίτος είναι η διεθνής συνεργασία. Γιατί ο πλούτος σήμερα μετακινείται πολύ ευκολότερα από τη φορολογική νομοθεσία. Χωρίς μια κοινή ευρωπαϊκή και ιδανικά διεθνή αντίληψη, κάθε εθνική προσπάθεια θα έχει πάντοτε το πρόβλημα της διαρροής. 

Άρα το ζήτημα δεν είναι να πούμε απλώς «φορολογήστε τους πλούσιους». Αυτό είναι το εύκολο. Το δύσκολο είναι να δημιουργηθεί ένα σύστημα στο οποίο ο πλούτος θα φορολογείται δίκαια, χωρίς να μπορεί να εξαφανίζεται λογιστικά, γεωγραφικά ή νομικά. 

Η φορολόγηση των υπερ-πλούσιων δεν μπορεί να γίνει άλλοθι 

Και μια τελευταία παρατήρηση. Ο εντυπωσιασμός που προκαλεί η προσπάθεια φορολόγησης των λεγόμενων υπερ-πλούσιων από συγκεκριμένο κόμμα στη χώρα μας, με εργαλείο ένα περιουσιολόγιο που ακόμη δεν έχει καταστεί λειτουργικό, δεν πρέπει να συγκαλύψει το πραγματικό πρόβλημα. Το περιουσιολόγιο υπήρξε ρητή μνημονιακή υποχρέωση και συνδέθηκε με τη διαφάνεια γύρω από την πραγματική οικονομική κατάσταση των Ελλήνων. Υπήρχε, μεταξύ άλλων, και η λογική ότι η αποτύπωση του υπάρχοντος πλούτου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εχέγγυο απέναντι στα δάνεια που έχει λάβει η χώρα.

Όμως η συζήτηση για τον πλούτο δεν μπορεί να αποσπάται από τη συνολική φορολογική πολιτική. Γιατί, αν από τη μία πλευρά μιλάς για φορολόγηση των υπερ-πλούσιων και από την άλλη συνεχίζεις μια πολιτική διαρκούς μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης, με τρόπο που ευνοεί αναλογικά περισσότερο το κεφάλαιο από την εργασία, τότε υπάρχει μια προφανής αντίφαση. Η φορολόγηση των υπερ-πλούσιων δεν μπορεί να λειτουργήσει ως επικοινωνιακό άλλοθι για ένα φορολογικό σύστημα που συνολικά παραμένει άνισο. 

Πρώτα, λοιπόν, το φορολογικό σύστημα στο σύνολό του. Μετά η φορολόγηση του υπερσυσσωρευμένου πλούτου. Γιατί διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να συζητάμε με πάθος για το δέντρο, την ώρα που το δάσος έχει ήδη αλλάξει ιδιοκτήτη. Και τότε το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο πόσο φόρο πληρώνει ο πλούσιος. Είναι ποιος τελικά αποφασίζει για τους κανόνες με τους οποίους όλοι οι υπόλοιποι πληρώνουν. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News