Σε καμία περίπτωση δε θα ήθελα να αρχίσω την γκρίνια ή τη μίρλα, όπως λέει ο Άδωνις Γεωργιάδης, αναφερόμενος σε όσους προσπαθούν να δουν με μια πιο αντικειμενική οπτική τα πεπραγμένα της κυβέρνησης, αλλά η ίδια η πραγματικότητα δε σε αφήνει ούτε να «αγιάσεις», που λέει ο λόγος. Ειλικρινά, έχω τη λαχτάρα έστω και μία φορά να κινηθώ στην ίδια κατεύθυνση με τον υπουργό Υγείας, που τα βλέπει όλα ρόδινα, που μας λέει ότι η χώρα βρίσκεται σε τροχιά ραγδαίας ανάπτυξης, που ο πρωθυπουργός μοιράζει λεφτά γι’ αυτό δεν πρέπει να είμαστε αχάριστοι, αλλά δυστυχώς όσο και να θέλω να μπω έστω και μία φορά στα γυαλιά του Άδωνη Γεωργιάδη (αυτά τα έξυπνα με την κάμερα) δεν τα έχω καταφέρει μέχρι τώρα.
Και απ’ ό,τι φαίνεται, στην ίδια μοίρα με εμένα βρίσκονται και εκατομμύρια Έλληνες, πέραν εκείνων που υιοθετούν τη ρητορική του κ. Γεωργιάδη, γιατί πολύ απλά τα τελευταία επτά χρόνια ευνοήθηκαν από το σύστημα Μητσοτάκη. Όλες αυτές οι εσωτερικές μου ανησυχίες προηγήθηκαν για να πάω στο κύριο θέμα, που αφορά το νέο πακέτο στήριξης που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το περασμένο σαββατοκύριακο.
Η αλήθεια είναι ότι όλοι είχαμε καλλιεργήσει ελπίδες πως, ενόψει και των εθνικών εκλογών που θα γίνουν την άνοιξη του 2027 (με βάση όσα είπε ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης), οι νέες παροχές θα ήταν πιο γενναιόδωρες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Τελικά, όσοι ήταν υπέρμετρα αισιόδοξοι, που, γιατί να το κρύψομεν άλλωστε, κι εγώ ανήκα σε αυτήν την ομάδα, τελικά διαψεύστηκαν.
Η κυβέρνηση μάς είπε ότι θα ήθελε να δώσει κι άλλα πολλά στους πολίτες, αλλά δυστυχώς τα δημοσιονομικά περιθώρια δεν το επέτρεψαν. Άρα για πολλοστή φορά ακούσαμε το επιχείρημα ότι πάνω απ’ όλα πρέπει να ευημερούν οι αριθμοί, έστω και αν δυστυχούν οι πολίτες, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα τεθεί σε κίνδυνο η οικονομική σταθερότητα της χώρας.
Εγώ ούτε τεχνοκράτης είμαι, ούτε οικονομολόγος. Δουλειά μου είναι να μεταφέρω τα προβλήματα των πολιτών, να τα καταγράφω και στο τέλος να αναδεικνύω τον σφυγμό της κοινωνίας. Αυτό θα επιχειρήσω να κάνω και σήμερα.
Κάνοντας μία αναψηλάφηση στα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση το σαββατοκύριακο, παρατηρώ ότι κάποια έχουν ισχύ μέχρι το τέλος της τετραετίας, είναι κυρίως παρεμβάσεις οι οποίες είχαν ανακοινωθεί άτυπα όλο το προηγούμενο διάστημα, ενώ κάποιες άλλες αποτελούν μία απλή υποσχετική για το μέλλον, όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ από τον Ιανουάριο του 2028 ή το επίδομα Χριστουγέννων στα 500 ευρώ μικτά που θα εφαρμοστεί από τον Δεκέμβριο του 2027 για τους δημόσιους υπαλλήλους.
Δηλαδή, ουσιαστικά η κυβέρνηση λέει στους μισθωτούς, που κουβαλούν στις πλάτες τους όλο το βάρος της πληθωριστικής κρίσης, με την αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων τους να έχει κατρακυλήσει σε επίπεδα Βουλγαρίας: Ψηφίστε με αν θέλετε μέχρι το 2028 οι μεν ιδιωτικοί υπάλληλοι που αμείβονται με τις κατώτατες αποδοχές να πάρετε κάτι παραπάνω από 800 ευρώ καθαρά τον μήνα, οι δε δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν χάσει δισεκατομμύρια ευρώ μετά το τσεκούρι στον 13ο και 14ο μισθό να πάρετε ένα φιλοδώρημα κάτι λιγότερο από 400 ευρώ καθαρά αντί δώρου Χριστουγέννων.
Εντωμεταξύ, οι τιμές στα τρόφιμα, τα καύσιμα και η ενέργεια θα εξακολουθούν να ανεβαίνουν χωρίς να μειώνεται ο υψηλός ΦΠΑ, γιατί, όπως είπε και ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, πέρα από τους φτωχούς που αποδεδειγμένα δεν έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν τίποτα, υπάρχουν και οι πλούσιοι και οι τουρίστες. Επομένως, θα εξακολουθήσουμε να βάζουμε βενζίνη πάνω από 2 ευρώ το λίτρο, γιατί ανάμεσά μας υπάρχουν και εκείνοι που οδηγούν το πολυτελές “Μερσεντές” και οι τουρίστες. Ωραία λογική, κύριε Μητσοτάκη.
Επίσης, μεγάλος θόρυβος κυρίως από τις ενώσεις των συνταξιούχων που έχουν βγει στα κάγκελα έχει προκληθεί γύρω από το περιβόητο επίδομα των 400 ευρώ (μικτά πάντοτε) του Νοεμβρίου που θα δοθεί σε ασφαλισμένους άνω των 65 ετών. Δηλαδή, εκείνοι που είναι κάτω από 65 και αμείβονται με την κατώτατη σύνταξη θεωρούνται προνομιούχοι; Αλήθεια, ποιος φωστήρας της οικονομίας το σκέφτηκε πάλι αυτό; Την ίδια στιγμή, οι πραγματικές αυξήσεις στις συντάξεις βουλοπλέουν λίγο πιο πάνω από το 2%, ενώ για την επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης ούτε λόγος δε γίνεται.
Τέλος, θα ήθελα να κλείσω με την εξαγγελία που αφορά τον κουμπαρά των οικογενειών προς τα ανήλικα παιδιά. Το κράτος θα προσθέτει τον οβολό του στους καταθετικούς λογαριασμούς που προορίζονται για τον συγκεκριμένο σκοπό, ώστε τα Ελληνόπουλα να μην ξεκινούν από το μηδέν τη ζωή τους μεγαλώνοντας. Ωραίο ακούγεται σαν σκέψη, αλλά πάσχει στην εφαρμογή. Γιατί, πείτε μου, πόσες οικογένειες θα καταφέρουν να αποταμιεύσουν ένα πόσο πάνω από 1.200 ευρώ τον χρόνο για τα παιδιά τους, όταν μετά βίας βγαίνει ο μήνας; Ποιοι θα επωφεληθούν από το μέτρο; Μα, φυσικά οι έχοντες και πρωτίστως οι τράπεζες, που θα απογειώσουν τη ρευστότητά τους με τα λεφτά των Ελλήνων φορολογουμένων.
Συμπέρασμα, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ για ακόμα μία φορά επί των ημερών της σημερινής κυβέρνησης ήταν για λίγους. Οι πολλοί κατάφεραν να πάρουν μόνο κάτι λίγα “ψίχουλα” και κάποιοι άλλοι πήραν μόνο υποσχέσεις για το απώτερο μέλλον. Όμως, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό στην κυβέρνηση ότι ο λαός δεν τρέφεται πια με κουτόχορτο και πως οχτώ χρόνια στάσης και αναμονής ήταν αρκετά.