Αλήθεια, πόσοι είναι τελικά εκείνοι που θέλουν πραγματικά στη χώρα μια μεγάλη, διευρυμένη και ισχυρή Κεντροαριστερά; Πόσοι επιθυμούν τη δημιουργία ενός πολιτικού πόλου που θα μπορούσε να αλλάξει τους σημερινούς συσχετισμούς, να απειλήσει ευθέως την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και να διεκδικήσει με πραγματικούς όρους τη διακυβέρνηση της χώρας; Και κυρίως πόσοι από εκείνους που μιλούν καθημερινά για ενότητα, ανασύνθεση, συνεργασίες και μεγάλη δημοκρατική παράταξη είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το προσωπικό πολιτικό κόστος που απαιτεί μια τέτοια εξέλιξη;
Γιατί στα λόγια όλοι σχεδόν θέλουν τη διεύρυνση. Στην πράξη όμως αρχίζουν τα δύσκολα.
Η Κεντροαριστερά βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα παράξενο πολιτικό σταυροδρόμι. Από τη μία υπάρχει μια κοινωνική βάση που αναζητά εναλλακτική κυβερνητική πρόταση και από την άλλη υπάρχουν κόμματα, αρχηγοί, πρώην αρχηγοί, βουλευτές, υποψήφιοι βουλευτές, τοπικοί μηχανισμοί και επίδοξοι πολιτικοί πρωταγωνιστές που μπορεί να συμφωνούν στον τελικό στόχο, αλλά διαφωνούν σχεδόν σε όλα όσα προηγούνται μέχρι να φτάσουν σε αυτόν, και η μεγάλη αλήθεια είναι μία, ότι η διεύρυνση είναι ωραία λέξη όσο παραμένει θεωρία.
Όταν όμως έρχεται η ώρα να μοιραστούν οι θέσεις, να καταρτιστούν τα ψηφοδέλτια, να αποφασιστεί ποιος θα είναι πρώτος, ποιος δεύτερος, ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο και ποιος θα πρέπει να κάνει ένα βήμα πίσω, τότε η πολιτική ποίηση τελειώνει και αρχίζει η πεζή πραγματικότητα.
Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη βρίσκεται ίσως μπροστά στο πιο δύσκολο σταυρόλεξο των τελευταίων ετών. Από τη μία θέλει και οφείλει να διευρυνθεί. Δεν μπορεί να περιοριστεί στα παραδοσιακά κομματικά του ακροατήρια εάν πραγματικά φιλοδοξεί να διεκδικήσει την εξουσία. Από την άλλη, όμως, δεν μπορεί να αποδεχθεί εύκολα μια διαδικασία στην οποία θα χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και θα μετατραπεί από βασικό πρωταγωνιστή σε έναν από τους πολλούς παίκτες ενός νέου σχήματος. Ο Ανδρουλάκης έχει κάθε λόγο να επιμένει ότι η διεύρυνση πρέπει να γίνει γύρω από το ΠΑΣΟΚ και όχι ερήμην του ΠΑΣΟΚ. Διότι διαφορετικά τίθεται αυτομάτως ένα ερώτημα πολιτικής επιβίωσης και ηγεμονίας. Εάν το ΠΑΣΟΚ δεν αποτελέσει τον βασικό κορμό της ανασύνθεσης του χώρου, τότε ποιος θα τον αποτελέσει;
Τα νέα δεδομένα... με τον Τσίπρα
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο Αλέξης Τσίπρας. Η επανεμφάνισή του και η προσπάθειά του να αποκτήσει ξανά κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή δεν αποτελούν απλώς μία ακόμη μεταβλητή. Αλλάζουν συνολικά την εξίσωση. Γιατί ο Τσίπρας εξακολουθεί να διαθέτει ένα πολιτικό κεφάλαιο που κανείς στον χώρο δεν μπορεί να αγνοήσει. Έχει κυβερνήσει, έχει αναμετρηθεί επανειλημμένα με τη Νέα Δημοκρατία, έχει ισχυρή αναγνωρισιμότητα και το σημαντικότερο, μπορεί να απευθυνθεί σε ένα ακροατήριο πολύ ευρύτερο από τα στενά όρια ενός κόμματος. Αυτό όμως που για κάποιους αποτελεί ευκαιρία, για άλλους αποτελεί απειλή και εκεί αρχίζουν οι πραγματικές μάχες. Γιατί άλλο είναι να λες να ενώσουμε τον χώρο και άλλο να βλέπεις ξαφνικά έναν ισχυρό πολιτικό παίκτη να εμφανίζεται στην εκλογική σου περιφέρεια και να ανατρέπει όλα όσα θεωρούσες δεδομένα. Άλλο είναι να ζητάς ανανέωση και άλλο να πληροφορείσαι ότι στο ψηφοδέλτιο μπορεί να προστεθεί ένα νέο πρόσωπο με ισχυρή κοινωνική, επαγγελματική ή αυτοδιοικητική αναφορά, που θα διεκδικήσει τις ίδιες ψήφους με εσένα. Εκεί θα μετρηθούν οι πραγματικοί οπαδοί της διεύρυνσης. Στα ψηφοδέλτια. Εκεί θα φανεί ποιος εννοούσε όσα έλεγε και ποιος απλώς χρησιμοποιούσε μια πολιτικά βολική λέξη. Ήδη σε ολόκληρη τη χώρα τα κομματικά επιτελεία κοιτάζουν όχι μόνο δημοσκοπήσεις, αλλά και πρόσωπα. Αυτοδιοικητικοί, επιστήμονες, άνθρωποι της αγοράς, στελέχη που στο παρελθόν είχαν διαφορετική κομματική διαδρομή, πρόσωπα με κοινωνική αναγνωρισιμότητα, ακόμη και άνθρωποι που μέχρι σήμερα κρατούσαν αποστάσεις από την ενεργό πολιτική μπαίνουν σταδιακά στα ραντάρ και όσο πλησιάζει η ώρα των πραγματικών αποφάσεων, τόσο θα μεγαλώνει και η εσωτερική ένταση.

Ανανέωση... ναι μεν, αλλά
Γιατί η διεύρυνση έχει μία πολύ απλή αριθμητική για να μπουν κάποιοι καινούργιοι, κάποιοι παλαιότεροι θα πρέπει να χάσουν χώρο και κανείς δεν εγκαταλείπει εύκολα τον χώρο του.
Υπάρχουν στελέχη που ζητούν ανανέωση εδώ και χρόνια, αρκεί η ανανέωση να αφορά το διπλανό ψηφοδέλτιο. Υπάρχουν πολιτικοί που μιλούν για νέα πρόσωπα, αλλά μόλις ένα νέο πρόσωπο εμφανιστεί στη δική τους εκλογική περιφέρεια αρχίζουν οι ενστάσεις, οι διαρροές και οι ψίθυροι. Υπάρχουν εκείνοι που ζητούν να φύγουν τα πολιτικά βαρίδια, χωρίς ποτέ να αναρωτιούνται μήπως κάποιοι θεωρούν και τους ίδιους μέρος του προβλήματος. Αυτή είναι η λιγότερο φωτογενής πλευρά της πολιτικής και αυτή ακριβώς μπορεί να κρίνει ολόκληρη την προσπάθεια ανασύνθεσης.
Ο Τσίπρας γνωρίζει ότι, εάν θέλει να δημιουργήσει κάτι που θα έχει πραγματικά διαφορετικά χαρακτηριστικά, δεν αρκεί να συγκεντρώσει γύρω του πρώην υπουργούς, πρώην βουλευτές και στελέχη που περιφέρονται εδώ και δεκαετίες στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Εάν το νέο παρουσιαστεί ως συγκέντρωση του παλιού, τότε πολύ δύσκολα θα δημιουργήσει πολιτικό κύμα.
Χρειάζεται νέα κοινωνική πρώτη ύλη. Χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να μιλήσουν σε εκείνους που δεν περιμένουν πλέον τίποτα από τα κόμματα. Χρειάζεται να απευθυνθεί στους νέους, στους εργαζόμενους, στη μεσαία τάξη, στους ανθρώπους που πιέζονται οικονομικά, στην περιφέρεια, αλλά και σε πολίτες που κάποτε ψήφισαν ΠΑΣΟΚ, στη συνέχεια ΣΥΡΙΖΑ, ίσως αργότερα Νέα Δημοκρατία και σήμερα δεν αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται από κανέναν.
Δεν παραδίδεται αμαχητί
Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να παραδώσει αμαχητί τον ιστορικό και πολιτικό χώρο στον οποίο θεωρεί ότι έχει τον πρώτο λόγο και είναι απολύτως λογικό. Η Χαριλάου Τρικούπη θα επιδιώξει να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως τον σταθερό θεσμικό κορμό της Κεντροαριστεράς και να καταστήσει σαφές ότι όποιος επιθυμεί τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη μπορεί να έρθει προς αυτήν, όχι όμως να ζητά από το κόμμα να αυτοδιαλυθεί για να τη δημιουργήσει. Εδώ λοιπόν βρίσκεται η μεγάλη σύγκρουση στρατηγικών. Θα διευρυνθεί το ΠΑΣΟΚ ή θα δημιουργηθεί κάτι ευρύτερο από το ΠΑΣΟΚ; Θα καταφέρει ο Τσίπρας να δημιουργήσει έναν νέο πολιτικό χώρο ή θα περιοριστεί στην ανασύνθεση ενός κομματιού του παλιού ΣΥΡΙΖΑ; Μπορούν οι δύο αυτές στρατηγικές κάποια στιγμή να συναντηθούν ή είναι καταδικασμένες να ανταγωνιστούν η μία την άλλη μέχρι τις κάλπες;
Υπάρχει βεβαίως ακόμη μία παράμετρος που συχνά ξεχνάμε τα μικρότερα κόμματα του χώρου. Γι’ αυτά, μια μεγάλη ανασύνθεση μπορεί να αποτελέσει είτε ευκαιρία πολιτικής επιβίωσης είτε κίνδυνο εξαφάνισης. Όταν ο πολιτικός ανταγωνισμός πολώνεται, οι μικρότερες δυνάμεις συνήθως πιέζονται. Και εάν δημιουργηθεί πραγματικά ένας μεγάλος προοδευτικός πόλος, αρκετοί ψηφοφόροι μπορεί να εγκαταλείψουν τη λογική της ψήφου διαμαρτυρίας και να αναζητήσουν ψήφο κυβερνητικής προοπτικής. Η Νέα Δημοκρατία φυσικά δεν παρακολουθεί αδιάφορα όλα αυτά.
Για το κυβερνών κόμμα το ιδανικό σενάριο είναι ένας κατακερματισμένος απέναντι χώρος. Ένα ΠΑΣΟΚ που μάχεται με τον Τσίπρα, μικρότερα κόμματα που διεκδικούν το δικό τους κομμάτι και μια Κεντροαριστερά που ξοδεύει περισσότερη ενέργεια για να αποφασίσει ποιος θα ηγηθεί, παρά για να πείσει ποιος μπορεί να κυβερνήσει. Αντίθετα, η δημιουργία ενός ισχυρού αντίπαλου πόλου θα άλλαζε τα δεδομένα και θα ανάγκαζε τη Νέα Δημοκρατία να επανασχεδιάσει μεγάλο μέρος της στρατηγικής της, ιδιαίτερα προς τον χώρο του Κέντρου. Μπορεί επομένως να αλλάξει ο πολιτικός χάρτης;
Ναι, μπορεί, και μπορεί να αλλάξει πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο πιστεύουν όσοι θεωρούν τους σημερινούς συσχετισμούς παγιωμένους. Στην πολιτική, οι μεγάλες μετακινήσεις σπάνια προαναγγέλλονται. Για μεγάλο διάστημα όλα μοιάζουν ακίνητα και ξαφνικά ένα γεγονός, ένα πρόσωπο ή ένα κοινωνικό αίτημα λειτουργεί ως καταλύτης. Αλλά για να συμβεί αυτό στην Κεντροαριστερά χρειάζεται κάτι περισσότερο από συναντήσεις κορυφής. Χρειάζονται υποχωρήσεις και αυτή ίσως είναι η δυσκολότερη λέξη στην πολιτική. Ποιος αρχηγός θα υποχωρήσει; Ποιος βουλευτής θα δεχτεί έναν ισχυρό νέο υποψήφιο; Ποιος κομματικός παράγοντας θα μοιραστεί την επιρροή του; Ποιος θα δεχτεί ότι μπορεί αύριο να μη βρίσκεται στην πρώτη γραμμή; Εκεί θα κριθούν όλα.
Γιατί είναι πολύ εύκολο να φωνάζεις διεύρυνση όταν πιστεύεις ότι από αυτή θα κερδίσεις. Η πραγματική δοκιμασία έρχεται όταν αντιλαμβάνεσαι ότι για να μεγαλώσει ο χώρος πρέπει ενδεχομένως να μικρύνει ο προσωπικός σου χώρος μέσα σε αυτόν και ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της σημερινής Κεντροαριστεράς. Υπάρχουν πολλοί που θέλουν να γίνει μεγάλη.
Αρκεί να παραμείνουν οι ίδιοι μεγάλοι μέσα σε αυτήν. Το επόμενο διάστημα, οι περιοδείες, οι εκδηλώσεις, οι πολιτικές μετακινήσεις και κυρίως οι πρώτες πραγματικές συζητήσεις για πρόσωπα και ψηφοδέλτια θα αρχίσουν να δίνουν τις απαντήσεις. Τότε θα ξεχωρίσουν όσοι πιστεύουν πραγματικά στη διεύρυνση από εκείνους που τη χρησιμοποιούν ως σύνθημα και τότε θα φανεί αν η Κεντροαριστερά βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματική ιστορική ανασύνθεση ή απλώς μπροστά σε έναν ακόμη γύρο εσωτερικού ανταγωνισμού για το ποιος θα κυριαρχήσει σε έναν χώρο που όλοι δηλώνουν ότι θέλουν να μεγαλώσει. Γιατί ο πολιτικός χάρτης μπορεί να αλλάξει. Το δύσκολο δεν είναι να μετακινηθούν οι ψηφοφόροι. Το δύσκολο είναι να μετακινηθούν πρώτα οι καρέκλες. Αλήθεια, πόσες είναι οι καρέκλες στην Κεντροαριστερά;