Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να διεξάγεται σε συνθήκες πολιτικής σύμπνοιας και καλόπιστης ανταλλαγής απόψεων ως προς την τροποποίηση άρθρων με απώτερο στόχο τη βελτίωση της δημοκρατικής μας ζωής.
Ερώτημα υπαρξιακής φύσεως για την Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια, του Ελευθερίου Βενιζέλου, του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου. Η Ελλάδα, η όμορφη χώρα της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, που βαδίζει 100 χρόνια σχεδόν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη των Σεβρών; Ποια είναι τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα αυτής της χώρας; Και κατ’ επέκταση υπάρχει προοπτική;
Η Ελλάδα έχει τεράστια εσωτερικά προβλήματα να αντιμετωπίσει. Τα εσωτερικά της ζητήματα διακρίνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες όπως μπορώ εγώ ο ίδιος να προσδιορίσω γράφοντας αυτό το άρθρο.
Η πρώτη μεγάλη κατηγορία προβλημάτων σχετίζεται άμεσα με το δημογραφικό πρόβλημα. Η Ελλάδα συρρικνώνεται. Δίνει τεράστια χρηματικά ποσά ως μια μορφή μακροπρόθεσμης επένδυσης στην παιδεία με τους νέους να φεύγουν για το εξωτερικό. Η οικονομική κρίση γέννησε ένα κοινωνικό φαινόμενο που τόσο δημοσιογραφικά όσο και στον επιστημονικό λόγο λέγεται “Βrain Drain”. Υπερπροσοντούχοι άνθρωποι αλλά και άνθρωποι με ένα πτυχίο ή με μία τέχνη ανά χείρας φεύγουν για να αναζητήσουν το μέλλον τους σε χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης. Απορρίπτουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας σε ποιότητα ζωής, καθόσον τόσο η κινητροδότηση και η εξέλιξη όσο και το μισθολογικό συνιστούν ζητήματα- αγκάθια.
Σε αυτό το πλαίσιο, οφείλουμε να εντάξουμε ακόμη δύο κρίσιμους παράγοντες στην εξίσωση της πρώτης κατηγορίας ώστε να μα εξαχθεί ένα συνολικό άθροισμα. Η υπογεννητικότητα είναι ένα τεράστιο ζήτημα που η κυβέρνηση δεν έχει αντιληφθεί με σοβαρότητα και κυρίως με κατανόηση. Τη δεδομένη στιγμή, μία Ελληνίδα φέρνει το παιδί της σε ηλικία άνω των 30 ετών και ανά οικογένεια πλέον ο μέσος όρος γέννησης παιδιών είναι κάτω του 2. Δηλαδή, μια νέα οικογένεια θα φέρει στον κόσμο ένα παιδί. Αυτό το ένα παιδί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το μέσο όρο μιας μέσης οικογένειας της δεκαετίας του 1990 όπου έφερνε στον κόσμο 2-3 παιδιά.
Η αδυναμία της κυβέρνησης για ανάσχεση τόσο της υπογεννητικότητας όσο και του Brain Drain διαμορφώνει μια εξελισσόμενη δυναμική η οποία θα κλιμακωθεί σε 20-30 χρόνια από σήμερα. Τα ερευνητικά αποτελέσματα δεν μπορούν ακόμη να αξιολογήσουν το αντίκτυπο της κατάστασης αυτής. Σίγουρα, η Ελλάδα θα μειωθεί σε σημαντικό βαθμό, ενώ ταυτόχρονα ένα ουσιώδες ανθρώπινο κεφάλαιο θα προοδεύσει, θα ζήσει στο εξωτερικό με τη χώρα μας να μη λαμβάνει ούτε ένα ευρώ στα ταμεία της από την επένδυση στην οποία προέβη όταν αυτοί οι επιστήμονες ήταν στην παιδική τους ηλικία.
Κοινωνική συνοχή
Η δεύτερη κατηγορία προβλημάτων αφορά το ζήτημα της κοινωνικής συνοχής και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ο μέσος Έλληνας δεν είναι ευχαριστημένος. Δεν αισθάνεται ευφορία που κατοικεί στην Ελλάδα. Αυτό το αίσθημα είναι βαθιά εδραιωμένο στη ψυχοσύνθεση του Έλληνα σχεδόν τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Το αίσθημα αυτό είναι πολυπαραγοντικό. Η οικονομική αβεβαιότητα είναι διάχυτη στην ελληνική κοινωνία. Ο μέσος 25χρονος πριν δέκα χρόνια λάμβανε μηνιαίο μισθό 500 ευρώ και τώρα λαμβάνει 1.000 ευρώ που έχει φθάσει στα 35 έτη ζωής. Ο πληθωρισμός έχει εκτοξευτεί σε βασικά είδη ανάγκης, ενώ οι νέοι δυσκολεύονται στην εύρεση φθηνής κατοικίας. Η στεγαστική κρίση δημιουργεί νέα τάξη κοινωνικών ανισοτήτων αφού οι μη έχοντες κατοικία από τους γονείς τους αναγκάζονται να μειώνουν ένα κεφαλαιώδες μέρος της αγοραστικής τους δυναμικής.
Η έλλειψη κοινωνικής συνοχής προκύπτει αναπόφευκτα από την υποστελέχωση, υποχρηματοδότηση της Παιδείας και της Υγείας. Οι χαμηλοί μισθοί αποτελούν τη βασική πηγή δυσαρέσκειας εκπαιδευτικών και ειδικών στο χώρο της υγείας. Οι δύο πυλώνες του κοινωνικού κράτους κατεδαφίζονται κάθε χρόνο με άμεση συνέπεια να διαμορφώνονται παθογένειες στην ελληνική κοινωνία. Για παράδειγμα, ο χαμηλός μισθός των αναπληρωτών εκπαιδευτικών συνιστά ακανθώδες ζήτημα με άμεση συνέπεια πολλά σχολεία της υπαίθρου να λειτουργούν με ελάχιστο παιδαγωγικό προσωπικό. Ένα άλλο παράδειγμα αφορά τις εξαντλητικές βάρδιες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και το συνεπακόλουθο burnout που έχει δημιουργήσει με τη σειρά του μεγάλα κύματα φυγής νοσηλευτών και ιατρών προς το εξωτερικό αλλά και τον ιδιωτικό τομέα.
Παραγωγικό μοντέλο και θεσμική αξιοπιστία
Τέλος, η Τρίτη κατηγορία σχετίζεται άμεσα με την προβολή και την παρουσία της χώρας μας τόσο στους πολίτες της όσο και στο εξωτερικό. Η Ελλάδα στο εξωτερικό δεν προβάλλεται ως η χώρα της αναγέννησης. Την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η αρθρογραφία ήταν ποικίλη γύρω από συνταγές οικονομικής και κοινωνικής αναδιάρθρωσης και ανασύνταξης της χώρας μας, ενώ υπήρξε ομοφωνία ως προς την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Το παραγωγικό μοντέλο της χώρας μας ήταν καταδικασμένο να πεθάνει, αλλά τελικά δεν πέθανε. Η οικονομική κρίση αντιμετωπίστηκε τόσο με τον αυστηρό δημοσιονομικό έλεγχο που επιβλήθηκε και τις μειώσεις σε μισθούς και σε συντάξεις όσο και με την ευρωπαϊκή συνδρομή. Από εκεί και πέρα, η Ελλάδα συνεχίζει και παρουσιάζει μια από-επενδυτική συμπεριφορά η οποία αρνείται να πεθάνει. Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές, η έλλειψη εμπιστοσύνης και φερεγγυότητας από κέντρα λήψης αποφάσεων και τραπεζικά ιδρύματα, η γραφειοκρατία (η οποία ωστόσο παρουσιάζει άλματα σε σχέση με τα προηγούμενα),η μη διάθεση των προϊόντων στην ανοιχτή και φιλελεύθερη ευρωπαϊκή αγορά, η μη ενίσχυση της μεταποίησης ως δευτερογενής τομέας οικονομίας και η έλλειψη κινήτρων είναι βασικοί παράγοντες που παρέμειναν και συνεχίζουν και αποτελούν τροχοπέδη ανάπτυξης, εξέλιξης και κυρίως ανασυγκρότησης.
Ταυτόχρονα, παρουσιάζεται μια συνολική εικόνα θεσμικής αναξιοπιστίας της χώρας. Σκάνδαλα όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ θεωρούνται πληγές της θεσμικής και αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας. Το συγκεκριμένο σκάνδαλο αποκάλυψε με τον πιο ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο την έλλειψη πολιτικής οργάνωσης και την ευκολία διασπάθισης δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος. Η έλλειψη διαφάνειας λειτούργησε ως καταλύτης στη βούληση ιδιοτελών ανθρώπων, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το σύστημα ανταλλακτικών σχέσεων που η ίδια η κυβέρνηση προώθησε μέσω αξιωματούχων για να υλοποιήσουν τα εγωκεντρικά και υλιστικά τους συμφέροντα. Η διαφθορά γενικεύτηκε, ενώ οι προληπτικοί μηχανισμοί σε τέτοιες περιπτώσεις όσο και οι έλεγχοι επίβλεψης στην Ελλάδα ήταν ανεπαρκέστατοι με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να αναλαμβάνει υπεύθυνο θεσμικό ρόλο.
Επίσης, ζητήματα που αφορούν τις υποκλοπές ( υπόθεση Predator) καταδεικνύουν πως η σημερινή δημοκρατία όπως έχει διαμορφωθεί δεν έχει κανέναν απολύτως ηθικό ενδοιασμό να επιτεθεί σε ζητήματα ιδιωτικότητας. Η ιδιωτικότητα, αφηρημένη έννοια και όρος, πρέπει να προασπίζεται ως ατομικό δικαίωμα που στη νομική ορολογία συνιστούν δικαιώματα- βέτο. Είναι υπόθεση της δημοκρατίας και του συντάγματος να προστατεύεται ο άνθρωπος που υποστηρίζει πως το δικαίωμα της ιδιωτικότητάς του έχει καταπατηθεί ένεκα πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η διαφάνεια είναι συνοδοιπόρος της δημοκρατίας και της αλήθειας όταν η αρχή της πλειοψηφίας ως διαδικαστική μέθοδος είναι βραδεία.
Τέλος, άξιο αναφοράς συνιστά το γεγονός πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενθαρρύνει μια επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση. Βασική προϋπόθεση συνταγματικής αναθεώρησης είναι η πολιτική ομοφωνία και η σύγκλιση σε βασικά ζητήματα με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις. Το Σύνταγμα δεν είναι απλά ο καταστατικός χάρτης της χώρας μας ή το γραπτό κείμενο που ορίζει έννοιες και κανονιστικά μεγέθη όπως: την κρατική εξουσία, τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Το Σύνταγμα είναι η πυξίδα της καθημερινότητάς μας και δημιουργεί με τρόπο απόλυτο και ταυτόχρονα αφηρημένο τόσο τα δικαιώματά όσο και τις υποχρεώσεις μας.
Αυτή τη στιγμή, το πολιτικό τοπίο είναι τόσο πολωμένο που δεν υπάρχει ίχνος ομοψυχίας. Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να διεξάγεται σε συνθήκες πολιτικής σύμπνοιας και καλόπιστης ανταλλαγής απόψεων ως προς την τροποποίηση άρθρων με απώτερο στόχο τη βελτίωση της δημοκρατικής μας ζωής. Το γεγονός πως μια τέτοια συζήτηση ενθαρρύνεται τη δεδομένη χρονική συγκυρία από την κυβέρνηση στη σκιά σκανδάλων καταδεικνύει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη θεσμική μας ανωριμότητα.
Σημερινό πολιτικό σύστημα
Το σημερινό πολιτικό σύστημα είναι δύσκολο στην ερμηνεία και στην περαιτέρω εξήγησή του. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. είναι αρκετά κουρασμένη και αφυδατωμένη από τη λαϊκή και κοινωνική δυσαρέσκεια. Προηγείται σταθερά στις δημοσκοπήσεις καθώς δεν υπάρχει ένα αντίπαλο πολιτικό κεφάλαιο να διαμορφώσει όρους βιωσιμότητας σε μια κοινωνία που επιζητάει προοδευτικές λύσεις.
Το ΠΑΣΟΚ αναλώνεται σε πολλές εσωτερικές μονομαχίες με το Νίκο Ανδρουλάκη να μην είναι ικανός να σηκώσει το βάρος ενός κόμματος που αντιστάθηκε στις νεοφιλελεύθερες επιταγές της δεκαετίας του 1980. Παρά το γεγονός πως και ο ίδιος έχει ομολογήσει πως δεν έχει το επικοινωνιακό χάρισμα του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι αδύναμος να αναλάβει ενεργό πολιτικό και κομματικό ρόλο όχι στην προσπάθεια για ανάληψη της κυβέρνησης αλλά στη διατήρηση της δεύτερης θέσης. Σε μια εποχή που ο ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ έχει αποδομηθεί και αυτοακυρωθεί λόγω επιλογών, ο Νίκος Ανδρουλάκης δε μπορεί να εκμεταλλευτεί την περίσταση.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Αριστερά δείχνει πιο ιδιοτελής από ποτέ. Πολιτική ματαιοδοξία σε αγαστή συνεργασία με τον κομματικό τυχοδιωκτισμό έχουν γεννήσει μία Αριστερά που έχει απαξιωθεί τόσο από τους ψηφοφόρους της όσο και από τους γνήσιους εκπροσώπους των ιδεολογικών καταβολών της. Αρέσκεται σε μια τυποποιημένη ρητορεία η οποία δεν απαντά στις προκλήσεις και στα κοινωνικά προβλήματα. Απεναντίας με τη στάση της ενισχύει την αστάθεια και την έλλειψη προοπτικής.
Πώς επιλύεται;
Τι χρειάζεται να κάνουμε για να πάμε μπροστά
Το ζήτημα είναι ένα και μοναδικό: Πώς θα επανέλθει το χαμόγελο στα χείλη των πολιτών; Η επίλυση της κατάστασης θα επέλθει με μια δέσμη δημόσιων πολιτικών που θα καλύψουν τις αναγκαιότητες του παραγωγικού τομέα. Για να διοχετευτεί χρήμα στην ελληνική κοινωνία, είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε τις συνθήκες εκείνες θεσμικής εμπιστοσύνης και αξιοπρέπειας ώστε ο Ξένος επιχειρηματίας να μας εμπιστευτεί. Πρέπει να ανασυγκροτηθούμε θεσμικά και διοικητικά ώστε να αλλάξει η εικόνα της χώρας μας πράγμα που σημαίνει και κυκλοφορία περισσότερου χρήματος.
Σε θεσμικό επίπεδο, πρέπει η δικαιοσύνη και κυρίως η δικαστική εξουσία να λειτουργεί προληπτικά. Να υπάρξει πρόσληψη δημοσίων λειτουργών της δικαιοσύνης οι οποίοι θα επιβλέπουν τη διέλευση του ελληνικού χρήματος στην ελληνική κοινωνία. Η εικόνα με τις αγροτικές επιδοτήσεις λειτούργησε δυσφημιστικά. Η θεσμική αναδιοργάνωση μας θα επέλθει μέσω της αναβάθμισης των αρμοδιοτήτων της δικαστικής εξουσίας. Η δικαστική εξουσία στην Ελλάδα είναι θύμα της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, ενώ ζητήματα που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία της (π.χ. παρατεταμένος χρόνος έκδοσης της δικαστικής απόφασης, απουσία Συνταγματικού δικαστηρίου κτλ.) πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα.
Επίσης, σε θεσμικό επίπεδο, πρέπει να επανεξεταστούν ζητήματα που στην κοινή συνείδηση θεωρούνται «απαράβατα». Τέτοια ζητήματα είναι η αξιολόγηση στο δημόσιο τομέα. Ο δημόσιος τομέας πρέπει να αξιολογείται. Η συγκεκριμένη ρύθμιση λειτούργησε με ορθό τρόπο στο Σύνταγμα του 1911. Από εκεί και πέρα, η σημερινή πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Κοντολογίς, θα πρέπει τόσο η κυβέρνηση όσο και οι υπόλοιπες δυνάμεις να ομονοήσουν για μια από κοινού σύγκρουση με ιδέες και αρχές που μοιάζουν απαράβατες, αλλά στην πραγματικότητα είναι αναχρονιστικές και καθόλου ωφέλιμες για μια βιώσιμη και μελλοντική πρόοδο.
Από εκεί και πέρα, πρέπει να υπάρξει ενιαία στόχευση ως προς το τι ζητάμε. Η αύξηση των μισθών θα έρθει μέσα από ξένες επενδύσεις και μέσα από μία κουλτούρα του επιχειρηματία που θα προωθεί τόσο την καινοτομία όσο και τη διοχέτευση των προϊόντων στο εξωτερικό. Ως προς τις ξένες επενδύσεις, χρειάζεται να αναπτυχθεί ένας συνολικός στρατηγικός σχεδιασμός με αιχμή την οικονομία. Οι φορολογικοί συντελεστές θα πρέπει να πέσουν, όπως επίσης και η γραφειοκρατία. Σε γεωγραφικές περιφέρειες, όπως η Κρήτη, η μεταποίηση μπορεί λειτουργήσει καθοριστικά εάν λάβουμε υπόψιν μας τη σημασία του πρωτογενούς τομέα οικονομία.
Πρώτου και δευτέρου βαθμού οργανισμοί αυτοδιοίκησης, όπως είναι οι περιφέρειες και οι δήμοι, πρέπει να δημιουργήσουν τις συνεργασίες εκείνες ώστε να υπάρξει ανταλλαγή τεχνογνωσίας με χώρες του εξωτερικού. Να προβάλλονται τα προϊόντα και ταυτόχρονα μέσω των εμπειρογνωμόνων και του επιστημονικού προσωπικού που διαθέτουν να «ανοίξουν συνέργειες» με επιχειρηματίες. Η επιχειρηματική ζωή επιζητάει εξωστρέφεια και καινοτομία. Ταυτόχρονα, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα οφείλει να στραφεί σ΄ ένα διαφορετικό βιώσιμο οικονομικό μοντέλο ώστε να συνεχίζει να υφίσταται. Επάνω σε αυτή τη συλλογιστική, κρίνεται σκόπιμο και ουσιώδες η Πολιτεία να αφήσει περιθώρια αυτονομίας αυτενέργειας στους δήμους και στις περιφέρειες ώστε να βρουν τους δικούς τους χρηματοδοτικούς πόρους.
Από την πλευρά της Πολιτείας, απαιτεί ένας σχεδιασμός ανασύνταξης. Χρειάζεται να δοθεί ένα τεράστιο ποσό για την ριζική αναβάθμιση, ανανέωση του κράτους πρόνοιας. Αυτό σημαίνει ουσιαστικά πως πρέπει να δοθεί χρήμα στους νοσοκομειακούς προϋπολογισμούς, ενώ η εκπαίδευση θα πρέπει να αποκτήσει ένα πιο ολοκληρωμένο μοντέλο με την αύξηση των προσλήψεων και χρημάτων στους μισθούς των εκπαιδευτικών.
Ο τουρισμός είναι το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας. Ταυτόχρονα, ωστόσο, είναι ένα πεδίο που δεν είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον κρατικό τομέα. Εκεί χρειάζεται οι ξενοδόχοι και οι τουριστικοί πράκτορες να επενδύσουν στον ποιοτικό τουρισμό. Το μοντέλο «ήλιος, κρασί και θάλασσα» όσο ωραίο και να ακούγεται πλέον, δε θα φέρει χρήματα. Χρειάζεται επανίδρυση του τουριστικού τοπίου ώστε να στοχεύσουμε σ΄ ένα δωδεκάμηνο τουρισμό με αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας.
Η “Ελλάδα του αύριο” πρέπει να είναι μια χώρα που οραματίζεται μακροπρόθεσμα και όχι βραχυπρόθεσμα. Είναι το στοίχημα της επόμενης μέρας. Η “Ελλάδα του σήμερα” είναι μια Ελλάδα που φυτοζωεί σ’ ένα καθεστώς που οι κυβερνήσεις των παλαιότερων δεκαετιών διαμόρφωσαν και δε μπορεί να αποβάλει εξαιτίας συμφερόντων, διακίνησης εσωτερικών εχθρών και της περιβόητης θεσμικής ανοργανωσιάς μας. Η «Ελλάδα του αύριο» δεν είναι μια χώρα των προσώπων και των έντονων αντιθέσεων, αλλά είναι η Ελλάδα που θα πρέπει να συνδυάζει την επιχειρηματικότητα με την αξιοπρέπεια, το θεσμικό της πυρήνα με μια σειρά πρακτικών πολιτικών. Χρειάζεται θάρρος και κυρίως αποβολή παλαιών αντιλήψεων. Αλήθεια, μπορούμε;
*Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας και φιλόλογος.
