psixiatriki
Φωτ. shutterstock

Ψυχοπαθητικότητα, ναρκισσισμός, μακιαβελισμός… Η σκοτεινή τριάδα στην εξουσία

Απόψεις
Ψυχοπαθητικότητα, ναρκισσισμός, μακιαβελισμός… Η σκοτεινή τριάδα στην εξουσία

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Ό,τι δεν φέρνουμε στη συνείδηση, εμφανίζεται στη ζωή μας ως πεπρωμένο.» — Carl Gustav Jung

Βιώνουμε τη θλιβερή επναληψιμότητα, την διαρκή αναπαραγωγή των ίδιων σεναρίων διακυβέρνησης, των ίδιων προσώπων και ομάδων, μοντέλων που αναπαράγονται με χειρουργική ακρίβεια, και έχουμε συνηθίσει να ρωτάμε: γιατί ανεβαίνουν αυτοί; Γιατί τελικά είναι όλοι ίδιοι; Και έχουμε συνηθίσει τις απαντήσεις — είναι η χειραγώγηση, τα ΜΜΕ, το χρήμα, η προπαγάνδα… Όλες αληθινές, όλες ανακουφιστικές. Ανακουφιστικές επειδή τοποθετούν το πρόβλημα έξω από εμάς.

Υπάρχει όμως μια άλλη ερώτηση, που την αποφεύγουμε με επιμέλεια: τι κάνει ο σκοτεινός ηγέτης για μας; Όχι τι μας κάνει — τι κάνει για μας. Ποια ανάγκη μας εξυπηρετεί, ποιο φορτίο μας σηκώνει, ποια απόλαυση μας προσφέρει που δεν τολμάμε να διεκδικήσουμε μόνοι μας.

Το κείμενο αυτό ακολουθεί εκείνη τη δεύτερη ερώτηση. Δεν είναι ευχάριστο. Δεν καταλήγει σε κάποιον ένοχο βολικά τοποθετημένο απέναντί μας. Επιστρέφει, φοβάμαι, εδώ.

Στην κλινική πράξη γνωρίζουμε καλά τι σημαίνει προβλητική ταυτοποίηση. Δεν είναι απλή προβολή — δεν αποδίδω απλώς στον άλλο ό,τι δεν αντέχω στον εαυτό μου. Είναι κάτι δραστικότερο: τον κάνω να το ζήσει. Του αναθέτω, με χίλιους ανεπαίσθητους τρόπους, να γίνει το δοχείο του δικού μου ανυπόφορου· και εκείνος, υπακούοντας σε μια πρόσκληση που κανείς δεν διατύπωσε ρητά, το γίνεται.

Ο ασθενής που «σε κάνει» να νιώσεις τον θυμό που ο ίδιος δεν μπορεί να αντέξει. Το παιδί που φέρει το σύμπτωμα ολόκληρης της οικογένειας. Το μέλος της ομάδας που ενσαρκώνει την επιθετικότητα την οποία όλοι οι υπόλοιποι αρνούνται. Δεν είναι μεταφορές — είναι καθημερινή κλινική εμπειρία.

Και τώρα η δυσάρεστη επέκταση: γιατί να μη λειτουργεί το ίδιο σε κλίμακα εκατομμυρίων; Γιατί να μην είναι ο ηγέτης το δοχείο μιας ολόκληρης κοινωνίας — εκείνος στον οποίο αναθέτουμε, χωρίς ποτέ να το ομολογήσουμε, να ζήσει για λογαριασμό μας ό,τι δεν αντέχουμε να αναγνωρίσουμε ως δικό μας;

Ας το ονομάσουμε. Του αναθέτουμε τη φιλοδοξία — εκείνη τη γυμνή, ασυγκράτητη φιλοδοξία που μέσα μας τη ντρεπόμαστε. Την επιθετικότητα, που την έχουμε μάθει να πολιτισμοποιούμε σε ειρωνεία και παθητικότητα. Την περιφρόνηση για τους αδύναμους, που την αρνούμαστε με τόση θέρμη ώστε προδίδεται ακριβώς από τη θέρμη μας.

Του αναθέτουμε, προπάντων, την ηδονή της παράβασης. Εκείνος λέει το ανείπωτο. Εκείνος περιφρονεί τους κανόνες που μας πνίγουν. Εκείνος τιμωρεί χωρίς δισταγμό, ψεύδεται χωρίς ενοχή, παίρνει χωρίς ντροπή. Και εμείς — από ασφαλή απόσταση, με το χέρι στο στήθος — απολαμβάνουμε. Ονομάζουμε την απόλαυσή μας «αγανάκτηση», αλλά η ένταση με την οποία παρακολουθούμε προδίδει κάτι άλλο.

Η ψυχανάλυση έχει όνομα γι' αυτό: ικανοποίηση δι’ αντιπροσώπου. Απολαμβάνω μέσα από εσένα ό,τι απαγορεύω στον εαυτό μου. Και το ωραίο —το τρομερά ωραίο— είναι ότι δεν πληρώνω τίποτα. Η ενοχή είναι δική σου. Η ευθύνη δική σου. Το τίμημα δικό σου. Εγώ κρατώ την ηδονή και την αθωότητα μαζί.

Και εδώ φτάνουμε στο σημείο που, νομίζω, δικαιολογεί ολόκληρο αυτό το κείμενο. Η καταδίκη της ηγεσίας μπορεί να είναι μέρος του μηχανισμού.

Σκεφτείτε το προσεκτικά. Όσο πιο έντονα, πιο δημόσια, πιο ηθικά καταδικάζω τον σκοτεινό ηγέτη, τόσο πιο σίγουρος γίνομαι ότι το σκοτάδι είναι δικό του. Η αγανάκτησή μου είναι το πιστοποιητικό της αθωότητάς μου. Κάθε φορά που τον αποκαλώ τέρας, βεβαιώνω στον εαυτό μου ότι εγώ δεν είμαι.

Έτσι η καταδίκη γίνεται τελετουργία εξαγνισμού — και, ταυτόχρονα, η ίδια η πράξη που συντηρεί τη διαίρεση. Διότι όσο εκείνος είναι το τέρας, εγώ δεν χρειάζεται να κοιτάξω αλλού. Όσο υπάρχει το απόλυτο κακό εκεί έξω, δεν υπάρχει σχετικό κακό εδώ μέσα. Ο ηγέτης και ο επικριτής του συνδέονται με έναν δεσμό βαθύτερο απ' όσο κανείς από τους δύο θα ήθελε να παραδεχτεί: ο ένας χρειάζεται τον άλλο για να μείνει ο εαυτός του.

Οι ηγέτες που μας αξίζουν; Η φράση επιστρέφει τώρα με άλλο βάρος. Όχι — δεν μας «αξίζουν». Η λέξη είναι ηθική καταδίκη μεταμφιεσμένη σε ανάλυση, και ενοχοποιεί τα θύματα. Οι δομές μετρούν, η χειραγώγηση μετρά, η ιστορία μετρά· καμία εκλογή δεν είναι καθαρή έκφραση ψυχής.

Αλλά κάτι μένει από τη φράση, και είναι δύσκολο να το αποφύγει κανείς: οι ηγέτες μας μας μοιάζουν. Όχι επειδή τους αξίζουμε, αλλά επειδή τους συν-παράγουμε. Η ζήτηση προηγείται της προσφοράς. Ο ισχυρός άνδρας δεν επιβάλλεται στο κενό — καλείται από έναν φόβο που ήδη υπάρχει, από μια ανάγκη για βεβαιότητα που ήδη μας κατοικεί, από μια οργή που ήδη ζητά εκφορά.

Το ερώτημα δεν είναι λοιπόν «τι μας αξίζει» αλλά «τι επιτρέπουμε» — και, βαθύτερα, «τι ζητάμε χωρίς να το ξέρουμε».

Στην κλινική γνωρίζουμε πότε συμβαίνει αυτό. Όταν ο ασθενής απειλείται —πραγματικά ή φαντασιακά— η ικανότητά του να νοητικοποιεί καταρρέει. Παύει να μπορεί να σκεφτεί τον άλλο ως ον με νου, με προθέσεις, με δικό του εσωτερικό κόσμο. Ο κόσμος γίνεται απλός και τρομακτικός: φίλοι και εχθροί, καλοί και κακοί, σωτήρες και προδότες. Επιστρέφουμε στη διχοτόμηση επειδή η πολυπλοκότητα έχει γίνει ανυπόφορη.

Το ίδιο συμβαίνει, πιστεύω, σε ολόκληρες κοινωνίες. Όταν μια κοινωνία αισθάνεται πολιορκημένη — οικονομικά, πολιτισμικά, υπαρξιακά — η συλλογική της ικανότητα να σκέφτεται καταρρέει. Και τότε δεν αναζητά έναν ηγέτη που θα την βοηθήσει να σκεφτεί· αναζητά έναν που θα την απαλλάξει από τη σκέψη. Που θα δώσει βεβαιότητα αντί για αμφιβολία, εχθρούς αντί για αντιφάσεις, μια απλή ιστορία αντί για μια δύσκολη αλήθεια.

Ο σκοτεινός ηγέτης δεν είναι, λοιπόν, η αιτία της παλινδρόμησης. Είναι το σύμπτωμά της. Και σαν κάθε σύμπτωμα, εξυπηρετεί.

Η Klein περιέγραψε το πέρασμα από την παρανοειδή-σχιζοειδική στην καταθλιπτική θέση ως το κρίσιμο βήμα της ψυχικής ωρίμανσης. Στην πρώτη, ο κόσμος είναι διχοτομημένος: το καλό στήθος και το κακό στήθος, δύο διαφορετικά αντικείμενα. Στη δεύτερη —και είναι επώδυνη, γι' αυτό λέγεται καταθλιπτική— αναγνωρίζω ότι πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο. Ότι αυτό που αγαπώ και αυτό που μισώ είναι ένα. Ότι μέσα μου συνυπάρχουν αγάπη και καταστροφικότητα.

Πολιτικά, η καταθλιπτική θέση σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο και πολύ δύσκολο: να αναγνωρίσω ότι το σκοτάδι που καταδικάζω στον ηγέτη υπάρχει και μέσα μου. Ότι θα μπορούσα ίσως, υπό άλλες συνθήκες, να είμαι εγώ εκείνος. Ότι η δική μου οργή, η δική μου φιλοδοξία, η δική μου περιφρόνηση δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικές — απλώς δεν βρήκαν σκηνή.

Αυτή η αναγνώριση δεν είναι αυτο-μαστίγωση ούτε ηθική ισοδυναμία. Είναι το αντίθετο: είναι η μόνη βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί μια ώριμη πολιτική κρίση. Διότι μόνο όποιος έχει αναγνωρίσει το δικό του σκοτάδι μπορεί να κρίνει το ξένο χωρίς να το χρειάζεται.

Τι ζητά, λοιπόν, αυτό το κείμενο; Όχι να σταματήσουμε να κρίνουμε τους ηγέτες μας — η κρίση είναι καθήκον του πολίτη. Ζητά κάτι πιο δύσκολο: να πάρουμε πίσω αυτό που τους αναθέσαμε.

Να αναγνωρίσουμε τη φιλοδοξία μας ως δική μας, και να την υπηρετήσουμε τίμια. Να αναγνωρίσουμε την επιθετικότητά μας, και να τη μετατρέψουμε σε διεκδίκηση αντί για μίσος δι' αντιπροσώπου. Να αναγνωρίσουμε τη λαχτάρα μας για βεβαιότητα, και να αντισταθούμε σε όποιον μας την προσφέρει φτηνά. Να ανεχθούμε την πολυπλοκότητα — που είναι, στο κάτω κάτω, ο άλλος όρος για την ενηλικίωση.

Οι θεσμοί μας προστατεύουν, και πρέπει να τους φροντίζουμε. Αλλά κανένας θεσμός δεν μπορεί να μας προστατεύσει από αυτό που εμείς οι ίδιοι ζητάμε. Το θεσμικό τείχος κρατά όσο κάποιος το θέλει όρθιο· και εκείνο που το γκρεμίζει δεν είναι ποτέ μόνο τα συμφέροντα των ηγετών — είναι η μυστική μας συγκατάθεση.

Η ηγεσία που καταδικάζουμε είναι ο ηγέτης που φέρουμε μέσα μας, και που ψάχνουμε να τον βρούμε αλλού για να μην τον συναντήσουμε σε εμάς.

Δεν είναι ότι δεν βλέπουμε. Είναι ότι δεν αντέχουμε να δούμε ποιος κοιτάζει.

Ίσως μια πραγματικά ουσιαστική πολιτική πράξη να είναι αυτή: να καθίσει κανείς απέναντι στο σκοτάδι του, χωρίς να το προβάλει σε κανέναν, και να αντέξει.

*Ο Αντώνης Χατζηιωάννου είναι ψυχίατρος και κάτοικος Ελβετίας

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News