Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία βρίσκεται παντού, όμως η γνώση μοιάζει να γίνεται όλο και πιο δυσεύρετη. Δεν είναι παράδοξο. Άλλο η πληροφορία κι άλλο η κατανόηση. Άλλο το να διαβάζεις έναν τίτλο στο διαδίκτυο και άλλο να έχεις μελετήσει, ακούσει, αμφισβητήσει, συγκρίνει και τελικά διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη άποψη και όμως, γύρω μας πληθαίνουν εκείνοι που έχουν πείσει πρώτα τον εαυτό τους και μετά τους άλλους ότι γνωρίζουν τα πάντα.
Είναι οι σύγχρονοι παντογνώστες. Οι άνθρωποι που έχουν απάντηση για κάθε θέμα. Από την οικονομία και την εξωτερική πολιτική μέχρι την ιατρική, την παιδεία, την κλιματική αλλαγή και τον αθλητισμό. Δε διστάζουν ποτέ. Δεν αμφιβάλλουν ποτέ. Δεν αναρωτιούνται ποτέ μήπως κάνουν λάθος. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Η αμφιβολία δεν είναι αδυναμία. Είναι στοιχείο της γνώσης. Όσο περισσότερο γνωρίζει κάποιος, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πόσα ακόμη δε γνωρίζει. Αντίθετα, η απόλυτη βεβαιότητα είναι πολλές φορές το καταφύγιο εκείνων που δεν έχουν μάθει να ακούνε. Το πιο ανησυχητικό όμως δεν είναι ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Πάντα υπήρχαν. Το ανησυχητικό είναι ότι σήμερα επιβραβεύονται. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τούς προσφέρουν βήμα, κοινό και επιβράβευση. Η δυνατή φωνή ακούγεται περισσότερο από το τεκμηριωμένο επιχείρημα. Η ειρωνεία συγκεντρώνει περισσότερα χειροκροτήματα από τον διάλογο. Η αλαζονεία βαφτίζεται αυτοπεποίθηση και η επιθετικότητα παρουσιάζεται ως ειλικρίνεια.
Ο φωνασκών... δικαιώνεται
Έτσι δημιουργείται μια ολόκληρη κουλτούρα, στην οποία όποιος μιλά πιο δυνατά θεωρείται ότι έχει και δίκιο. Όποιος φωνάζει περισσότερο πιστεύει ότι κέρδισε τη συζήτηση. Όποιος απαξιώνει τους άλλους θεωρεί ότι απέδειξε την ανωτερότητά του. Κάπως έτσι χάθηκε η ουσία. Δε χρειάζεται πλέον να παρουσιάσεις στοιχεία. Δε χρειάζεται να τεκμηριώσεις μια θέση. Αρκεί να χαρακτηρίσεις την αντίθετη άποψη ως αστεία, επικίνδυνη ή άσχετη. Αν κάποιος διαφωνήσει μαζί σου, δεν προσπαθείς να καταλάβεις γιατί. Απλώς τον κατατάσσεις απέναντι. Τον ειρωνεύεσαι, τον ακυρώνεις και προχωράς.
Και όμως, οι κοινωνίες δεν προχωρούν μέσα από τη μονοφωνία. Προχωρούν μέσα από τη σύνθεση διαφορετικών απόψεων. Από την αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Από την αποδοχή ότι κανείς δεν κατέχει το αλάθητο. Σήμερα όμως φαίνεται πως πολλοί έχουν πειστεί ότι το αλάθητο τούς ανήκει.
Αυτό κουράζει. Κουράζει τον πολίτη που θέλει να συζητήσει και όχι να τσακωθεί. Κουράζει τον επιστήμονα που βλέπει ανθρώπους χωρίς καμία εξειδίκευση να απορρίπτουν με ευκολία χρόνια έρευνας. Κουράζει τον εργαζόμενο που ακούει καθημερινά ανθρώπους να έχουν άποψη για το επάγγελμά του χωρίς να έχουν περάσει ούτε μία ώρα στη θέση του. Κουράζει τελικά κάθε άνθρωπο που εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο διάλογος απαιτεί σεβασμό. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η σιωπή δε σημαίνει συμφωνία
Οι παντογνώστες σπάνια καταλαβαίνουν γιατί κάποια στιγμή οι γύρω τους σταματούν να τους ακούνε. Νομίζουν ότι η σιωπή σημαίνει συμφωνία. Συχνά όμως σημαίνει κόπωση. Οι άνθρωποι κουράζονται να εξηγούν συνεχώς τα αυτονόητα. Κουράζονται να προσπαθούν να κάνουν διάλογο με κάποιον που έχει ήδη αποφασίσει ότι μόνο ο ίδιος έχει δίκιο. Το αποτέλεσμα είναι να απομονώνονται χωρίς να το αντιλαμβάνονται και τότε έρχεται το πιο παράδοξο.
Πολλοί από αυτούς θεωρούν πως η αποδοχή που είχαν κάποτε εξακολουθεί να υπάρχει. Συνεχίζουν να λειτουργούν σαν να αποτελούν αυθεντία, ενώ γύρω τους η κοινωνία έχει αρχίσει να τους αντιμετωπίζει διαφορετικά. Δεν το βλέπουν. Δεν το καταλαβαίνουν. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η υπεροψία έχει κόστος. Η αποδοχή δεν είναι μόνιμη. Κερδίζεται και χάνεται καθημερινά.
Η κοινωνία μπορεί να ανεχθεί πολλά. Δυσκολεύεται όμως να ανεχθεί την αλαζονεία και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μάθημα της εποχής μας. Οι άνθρωποι δεν αναζητούν πλέον εκείνον που τα ξέρει όλα. Αναζητούν εκείνον που ξέρει να ακούει
Όταν κάποιος αντιμετωπίζει τους πάντες αφ' υψηλού, όταν δεν αναγνωρίζει ποτέ ένα λάθος, όταν θεωρεί ότι κάθε διαφορετική άποψη είναι ένδειξη άγνοιας, τότε σταδιακά χάνει αυτό που είχε αποκτήσει. Όχι επειδή άλλαξαν οι άλλοι, αλλά επειδή άλλαξε ο ίδιος. Η κοινωνία μπορεί να ανεχθεί πολλά. Δυσκολεύεται όμως να ανεχθεί την αλαζονεία και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μάθημα της εποχής μας. Οι άνθρωποι δεν αναζητούν πλέον εκείνον που τα ξέρει όλα. Αναζητούν εκείνον που ξέρει να ακούει. Εκείνον που μπορεί να πει «δε γνωρίζω». Εκείνον που είναι πρόθυμος να αλλάξει γνώμη όταν τα στοιχεία το επιβάλλουν. Γιατί τελικά αυτό είναι δύναμη. Η αδυναμία βρίσκεται στην εμμονή ότι δεν μπορείς ποτέ να κάνεις λάθος. Δυστυχώς, αυτή η νοοτροπία έχει περάσει και στη δημόσια ζωή. Στην πολιτική, στα τηλεοπτικά πάνελ, στα κοινωνικά δίκτυα, ακόμη και στις καθημερινές παρέες. Όλοι μιλούν. Ελάχιστοι ακούν. Όλοι απαντούν. Λίγοι προβληματίζονται. Όλοι διεκδικούν τον τίτλο του ειδικού, ακόμη κι όταν δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο και όσο αυτό συμβαίνει, τόσο περισσότερο υποβαθμίζεται η πραγματική γνώση.
Οι γνώστες μιλάνε με προσοχή
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί πραγματικοί επιστήμονες, άνθρωποι με εμπειρία και διαδρομή, επιλέγουν να μιλούν με προσοχή. Ζυγίζουν τις λέξεις τους. Αναγνωρίζουν τα όρια της γνώσης τους. Αντίθετα, εκείνοι που γνωρίζουν λιγότερα εμφανίζονται συχνά πιο απόλυτοι. Είναι μια αντιστροφή που θα έπρεπε να μας προβληματίζει. Δε χρειάζεται να συμφωνούμε όλοι. Ούτε θα ήταν υγιές να συμβαίνει αυτό. Η διαφορετική άποψη είναι απαραίτητη σε μια δημοκρατία. Εκείνο όμως που χρειάζεται είναι ο αμοιβαίος σεβασμός. Να μπορεί κάποιος να εκφράσει μια θέση χωρίς να χαρακτηρίζεται αυτόματα αφελής, άσχετος ή επικίνδυνος. Ο πολιτισμένος διάλογος δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για να εξελιχθεί μια κοινωνία. Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα να κάνουμε όλοι ένα βήμα πίσω. Να θυμηθούμε ότι κανείς δε γεννήθηκε παντογνώστης. Ότι όλοι κάνουμε λάθη. Ότι όλοι έχουμε πράγματα να μάθουμε και ότι καμία γνώμη δε γίνεται ισχυρότερη επειδή συνοδεύεται από φωνές ή ειρωνείες.
Η πραγματική σοφία δε βρίσκεται στην ανάγκη να αποδεικνύεις συνεχώς ότι έχεις δίκιο. Βρίσκεται στην ικανότητα να αναζητάς την αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή σε αναγκάζει να αναθεωρήσεις τις βεβαιότητές σου. Μέχρι τότε, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους να συμπεριφέρονται σαν να είναι οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Θα συνεχίσουμε να ακούμε διαλέξεις αντί για συζητήσεις και αφορισμούς αντί για επιχειρήματα. Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια που συχνά τους διαφεύγει. Ο σεβασμός δεν επιβάλλεται. Κερδίζεται. Και χάνεται τη στιγμή που κάποιος πιστέψει πως είναι ανώτερος απ’ όλους τους υπόλοιπους. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από περισσότερους ξερόλες. Έχει ανάγκη από περισσότερους ανθρώπους που να σκέφτονται, να ακούνε, να επιχειρηματολογούν και να σέβονται. Γιατί η πραγματική γνώση δε φωνάζει. Δεν επιδεικνύεται. Δεν απαξιώνει. Αντίθετα, εμπνέει, ενώνει και αφήνει πάντα χώρο για μια διαφορετική άποψη. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον σοφό και στον παντογνώστη.