άδειο πορτοφόλι
Φωτ. pexels.com

Το ποτήρι μισογεμάτο... και ο μισθός μισοάδειος

Απόψεις
Το ποτήρι μισογεμάτο... και ο μισθός μισοάδειος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Πώς διαβάστηκε η φετινή έκθεση του ΟΟΣΑ

Υπάρχει μια παλιά συνταγή στην πολιτική επικοινωνία: «Όταν μια έκθεση περιέχει καλά και κακά νέα, κρατάς τα πρώτα για τις δηλώσεις και αφήνεις τα δεύτερα για όσους θα διαβάσουν τα... υποσέλιδα». 

Κάπως έτσι διαβάστηκε και η φετινή έκθεση του ΟΟΣΑ για την απασχόληση και τους μισθούς. Η κυβέρνηση έσπευσε να αναδείξει ότι οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 4,7% την περίοδο από το πρώτο τρίμηνο του 2021 έως το πρώτο τρίμηνο του 2026. Ένα στοιχείο υπαρκτό, που αποτυπώνει ότι, μετά το κύμα του πληθωρισμού, υπήρξε κάποια ανάκτηση της αγοραστικής δύναμης. 

Το ερώτημα, όμως, είναι αν αυτή είναι ολόκληρη η εικόνα. Γιατί στην ίδια έκθεση υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, σαφώς λιγότερο θριαμβευτική. Οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα εξακολουθούν να βρίσκονται περίπου 20% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2010. Με άλλα λόγια, η αύξηση της τελευταίας πενταετίας δεν αρκεί ούτε για να καλύψει ένα μέρος των τεράστιων απωλειών που άφησε πίσω της η δεκαετής οικονομική κρίση. 

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί κάποια ξεχωριστή ευρωπαϊκή επιτυχία. Η μέση αύξηση των πραγματικών μισθών στις χώρες του ΟΟΣΑ για την ίδια περίοδο ανέρχεται στο 4,9%, δηλαδή είναι ελαφρώς υψηλότερη από την ελληνική. Επομένως, το ελληνικό +4,7% δεν αποτελεί κάποια εντυπωσιακή εξαίρεση, αλλά μια επίδοση κοντά στον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών. 

Υπάρχει όμως και μια ακόμη λεπτομέρεια που δύσκολα χωράει σε κυβερνητικά δελτία Τύπου. Οι υπολογισμοί του ΟΟΣΑ αφορούν το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο σε επιχειρήσεις με πέντε ή περισσότερους εργαζόμενους. Δηλαδή, εκτός της συγκεκριμένης μέτρησης μένει ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής αγοράς εργασίας: οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπου κατά κανόνα οι αμοιβές είναι χαμηλότερες. Κανείς δεν αμφισβητεί τη μεθοδολογία του ΟΟΣΑ. Απλώς υπενθυμίζει ότι κάθε στατιστικό στοιχείο έχει τα όριά του και χρειάζεται προσοχή όταν χρησιμοποιείται ως πολιτικό επιχείρημα. 

Δεν είναι τυχαίο ότι άλλες προσεγγίσεις, όπως εκείνες που βασίζονται στα στοιχεία της Eurostat και αξιοποιούνται από το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς την εξέλιξη της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων τα τελευταία χρόνια. Οι διαφορετικές μεθοδολογίες οδηγούν σε διαφορετικές μετρήσεις, όχι όμως σε διαφορετική πραγματικότητα: ότι το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να πιέζεται από το υψηλό κόστος ζωής. 

Η ουσία, λοιπόν, ίσως δε βρίσκεται ούτε στο +4,7% ούτε στο -20%. Βρίσκεται στη σύγκριση με την καθημερινότητα. Όσο οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να διαπιστώνουν ότι ο μισθός εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας, οι πανηγυρισμοί για στατιστικές βελτιώσεις δύσκολα μεταφράζονται σε κοινωνική αισιοδοξία. 

Οι αριθμοί του ΟΟΣΑ δε λένε ψέματα. Απλώς λένε περισσότερα απ’ όσα χωρούν σε έναν κυβερνητικό τίτλο. Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα της έκθεσης: «Ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να έχει αφήσει πίσω της την κρίση στους δείκτες, αλλά οι εργαζόμενοι δεν την έχουν αφήσει ακόμη πίσω τους στο πορτοφόλι τους». 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News