Ο Ιούλιος βρίσκεται προς την τελευταία στροφή πριν τον τερματισμό και σε λίγο θα υποδεχτούμε τον Αύγουστο, τον κατεξοχήν μήνα της καλοκαιρινής ραστώνης.
Ο Αύγουστος θεωρείται από πολλούς ως “βουβός” μήνας, καθώς οι Έλληνες παραδοσιακά επιλέγουν εκείνη την περίοδο για να ξεκουραστούν από την εργασία τους, ξεφεύγοντας όσο μπορούν από τη σκληρή ρουτίνα της καθημερινότητας. Και για να θυμηθούμε μία ιστορική φράση που ειπώθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Αύγουστο έχουμε “τα μπάνια του λαού”, οπότε δεν κουνιέται φύλλο από πλευράς εξελίξεων.
Ωστόσο, το ερώτημα που πλανάται σήμερα είναι κατά πόσο μία τέτοια αντίληψη εξακολουθεί να ισχύει και πόσοι είναι οι τυχεροί που κατορθώνουν να κάνουν διακοπές ή τουλάχιστον εξασφαλίζουν λίγο χρόνο για να “φορτώσουν” τις μπαταρίες τους; Η απάντηση είναι ότι τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά και συνεπώς όλο και πιο λίγοι διατηρούν μία παράδοση που πριν από μερικές δεκαετίες ήταν κανόνας.
Πρώτα απ’ όλα, η ακρίβεια που αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας, δεν επιτρέπει σε πάνω από τους μισούς Έλληνες, όχι να μετακινηθούν σε κάποιον εκτός έδρας προορισμό, αλλά ούτε νομό δεν μπορούν να αλλάξουν αρκετοί συμπολίτες μας. Θα μου πείτε, πόσο εφικτό είναι να συμβεί αυτό, όταν οι τιμές στα ακτοπλοϊκά και τα αεροπορικά εισιτήρια έχουν φτάσει χωρίς υπερβολές “στον Θεό” και τα καύσιμα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα;
Ακριβή μου Ελλάδα
Και να είχαμε να σκεφτούμε μόνο τον τρόπο μετακίνησης καλά θα ήταν... Σίγουρα, όλοι θα έχετε παρατηρήσει ότι περισσότερο συμφέρει οικονομικά να επιλέξεις ένα πακέτο διακοπών στο εξωτερικό, παρά να βρεθείς σε ένα από τα εκατοντάδες μαγευτικά νησιά της πατρίδας μας, που στην καλύτερη περίπτωση πρέπει να διαθέσεις τρεις μηνιαίους μισθούς για λίγες ημέρες χαλάρωσης, απολαμβάνοντας τις χρυσαφένιες παραλίες τους και τα καταγάλανα νερά τους.
Πόσες αναφορές απογοητευμένων πολιτών δε συναντήσαμε και φέτος, που η καθεμία έκρυβε και μία εξωφρενική ιστορία. Άλλοι μας λένε ότι για μία πίτα σουβλάκι πλήρωσαν 10 ευρώ, γιατί οι ιδιοκτήτες μέσα στον λογαριασμό έβαλαν και τη θέα, άλλοι καταγγέλλουν ότι για μία απλή σαλάτα χωριάτικη τούς έφυγαν πάνω από 20 ευρώ και έτσι απλά τα περιστατικά καθημερινής “ελληνικής τρέλας” δεν τελειώνουν ποτέ...
Θα ήταν βέβαια σημαντική παράλειψη από μέρος μου να μην επισημάνω ότι το κόστος είναι η μία όψη του νομίσματος, για το γεγονός ότι οι Έλληνες δυσκολεύονται να κάνουν διακοπές. Οι απαιτήσεις και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις της καθεμιάς και του καθενός είναι τεράστιες, ενώ θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό του εργατικού δυναμικού της χώρας απασχολείται εντός του θέρους στους πολύ απαιτητικούς κλάδους του τουρισμού και της εστίασης.
Από τη μια, λοιπόν, υπάρχουν εκείνοι που το καλοκαίρι ονειρεύονται ηλιοβασιλέματα και βουτιές στη θάλασσα και από την άλλη υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι εργάζονται σκληρά, υπό αντίξοες και απαγορευτικές καιρικές συνθήκες για το μεροκάματο.
Θα μπορούσα να αφιερώσω αρκετές σειρές γράφοντας για τα παιδιά που εργάζονται ως εποχικοί υπάλληλοι, θα προτιμήσω όμως να αφιερώσω ένα ξεχωριστό άρθρο γι’ αυτήν την κατηγορία των συμπολιτών μας, που εγώ αποκαλώ σύγχρονους ήρωες. Θα αρκεστώ μόνο να πω ότι έχει χαθεί εντελώς ο σεβασμός, η αξιοπρέπεια και το φιλότιμο του Έλληνα. Όταν βλέπεις ανθρώπους να μη σταματούν ούτε λεπτό, δουλεύοντας σε εξωτερικούς χώρους την ώρα που η θερμοκρασία χτυπάει 40άρια ή βλέπεις νεαρές και νεαρούς σερβιτόρους να βουτούν στη θάλασσα για να σερβίρουν το ποτό σε κάτι κακομαθημένους που δεν έχουν ηθικές αναστολές, τότε ειλικρινά λυπάσαι για την κατάντια και τον ευτελισμό των πάντων σε αυτή τη χώρα. Σίγουρα, μία τέτοια μεταχείριση δεν αξίζει στη νέα γενιά.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως το περίφημο καλοκαιρινό όνειρο είναι για λίγους και εκλεκτούς. Όσο για τον υπουργό, ο οποίος όπου σταθεί κι όπου βρεθεί υποστηρίζει ότι η μιζέρια δεν ταιριάζει σε τούτο τον τόπο, σημειώνοντας χαρακτηριστικά σε πρόσφατη συνέντευξή του πως «στην Ελλάδα, και πάμφτωχος να είσαι, ανοίγεις το παράθυρο και βλέπεις τον ήλιο να αστράφτει...», έχω να πω ότι έχει δίκιο. Μόνο που ο ίδιος ξέχασε να αναφέρει ότι ήλιο και θάλασσα μπορεί να έχουμε, αλλά δεν μπορούμε να χαρούμε αυτά τα αγαθά που μας προσφέρει απλόχερα η φύση, καθώς οι συνθήκες ζωής μας δεν το επιτρέπουν.