Γράφει ο Δημήτρης Σκουτέρης*
Γιατί η Κίνα μπορεί ενώ η Δύση ασθμαίνει;
Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: γιατί η Κίνα μπορεί να οργανώσει κάτι τέτοιο σε εθνική κλίμακα, ενώ οι ΗΠΑ και η Ευρώπη ασθμαίνουν;
Η υπολογιστική ισχύς (computing power) έχει αναδειχθεί σε στρατηγικό πόρο συγκρίσιμο με το πετρέλαιο τον 20ό αιώνα. Όποιος ελέγχει την υπολογιστική ισχύ ελέγχει:
Την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (στρατιωτικές εφαρμογές, κυβερνοπόλεμος, αυτόνομα όπλα)
Την έρευνα σε κρίσιμους τομείς (φαρμακευτική, νέα υλικά, κλιματική επιστήμη)
Την οικονομική ανταγωνιστικότητα (αυτοματισμός, βελτιστοποίηση παραγωγής, logistics)
Την ικανότητα συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων σε παγκόσμια κλίμακα
Η Κίνα, με την ενεργοποίηση αυτού του κόμβου, αμφισβητεί ευθέως το αμερικανικό προβάδισμα στον τομέα της AI και των υπερυπολογιστών. Ταυτόχρονα, καθιστά την τεχνολογική της υποδομή ανεξάρτητη από δυτικές εταιρείες, κάτι που αλλάζει ριζικά τους όρους του τεχνολογικού ανταγωνισμού. Ο κόμβος αυτός είναι το κεντρικό σημείο ελέγχου και κατανομής ενός εθνικού δικτύου υπολογιστικής ισχύος που εκτείνεται σε όλη την Κίνα. Οι βασικές του λειτουργίες είναι:
Συντονισμός και κατανομή πόρων: Λειτουργεί σαν ένας «υπερ-διαχειριστής» που κατανέμει δυναμικά την υπολογιστική ισχύ εκεί που χρειάζεται, συνδέοντας πάνω από 30 κέντρα υπερυπολογιστών και AI σε όλη τη χώρα.
Διαχείριση ζήτησης και προσφοράς: Παρακολουθεί τις ανάγκες των χρηστών (ερευνητές, επιχειρήσεις, κρατικοί φορείς) και τις ταιριάζει με τους διαθέσιμους υπολογιστικούς πόρους.
Ενοποίηση υπηρεσιών: Παρέχει μια ενιαία πύλη πρόσβασης, ώστε ο χρήστης να μην χρειάζεται να γνωρίζει τεχνικές λεπτομέρειες — απλώς περιγράφει το πρόβλημά του και το σύστημα αναλαμβάνει να βρει και να εκτελέσει την υπολογιστική εργασία.
Υποστήριξη μαζικών υπολογισμών: Μπορεί να υποστηρίξει εκπαίδευση μοντέλων AI με δεκάδες τρισεκατομμύρια παραμέτρους (πχ εκπαίδευση μοντέλων με παραμέτρους της τάξης των 10 τρισεκατομμυρίων).
Αναφέρθηκε ότι η Κίνα διέθεσε 100 000 κάρτες επιτάχυνσης AI (AI accelerator cards) — εξειδικευμένα τσιπ που χρησιμοποιούνται και για την εκπαίδευση και λειτουργία μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης. Κάθε κάρτα μπορεί να εκτελεί τρισεκατομμύρια πράξεις ανά δευτερόλεπτο. Η δυνατότητα συντονισμού 100.000 τέτοιων καρτών σε ένα ενιαίο σύστημα δημιουργεί μια υπολογιστική ισχύ που δεν έχει προηγούμενο. Τις προμηθεύθηκαν: Ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια για θεμελιώδη έρευνα (φυσική, χημεία, βιολογία)
Φαρμακευτικές εταιρείες για προσομοιώσεις μορίων και ανακάλυψη φαρμάκων
Εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης για εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων
Κρατικοί φορείς για αμυντικές εφαρμογές, κυβερνοασφάλεια, επιτήρηση
Νεοφυείς επιχειρήσεις που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να φτιάξουν δικά τους κέντρα δεδομένων.
Η υπολογιστική ισχύς μετριέται σε FLOPS (Floating Point Operations Per Second) .Μια κάρτα AI μπορεί να αποδίδει, για παράδειγμα, 100 τρισεκατομμύρια FLOPS (100 TFLOPS). Όταν μιλάμε για 100.000 κάρτες, μιλάμε για υπολογιστική ισχύ της τάξης των εκατοντάδων exa FLOPS (ένα exa FLOPS = 1 δισεκατομμύριο δισεκατομμύρια πράξεις ανά δευτερόλεπτο).
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η υπολογιστική ισχύς ελέγχεται από ιδιωτικούς κολοσσούς — Google, Microsoft, Amazon, Meta. Το Αμερικάνικο κράτος δεν έχει ούτε τη βούληση, ούτε τη δυνατότητα να δημιουργήσει ένα εθνικό, ενιαίο δίκτυο. Το αμερικανικό μοντέλο βασίζεται στην ιδιωτική καινοτομία και στον έλεγχο των εξαγωγών (π.χ. περιορισμοί στην πώληση προηγμένων τσιπ στην Κίνα). Αυτή όμως η στρατηγική έχει ένα τρωτό σημείο- εξαρτάται από λίγες εταιρείες. Η Κίνα πλέον αναπτύσσει τα δικά της τσιπ και τα κλιμακώνει-τα συνδέει- σε εθνικό επίπεδο. Τότε πλέον το αμερικανικό πλεονέκτημα εξασθενεί. Η Κίνα αποκτά στρατηγική αυτονομία σε έναν κρίσιμο τομέα, ενώ η αμερικανική βιομηχανία τσιπ χάνει μια τεράστια αγορά(την Κίνα).
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη. Η ΕΕ έχει συνειδητοποιήσει το διακύβευμα. Από τις αρχές του 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί νομοθεσία για την επέκταση της υποδομής cloud και AI, με στόχο τον τριπλασιασμό της χωρητικότητας των κέντρων δεδομένων έως το 2030. Παράλληλα, δρομολογεί τη δημιουργία «AI gigafactories» με επενδύσεις ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Η ΕΕ , όμως Ευρώπη αντιμετωπίζει τρία μεγάλα προβλήματα. Πρώτον, την έλλειψη χρηματοδοτικής κλίμακας: οι επενδύσεις της είναι της τάξης μερικών δισεκατομμυρίων, ενώ τα έργα super κλίμακας απαιτούν δεκάδες δις. Δεύτερον, τον κατακερματισμό: 27 κράτη-μέλη, το καθένα με τις δικές του προτεραιότητες. Τρίτον, την τεχνολογική εξάρτηση: το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής υποδομής νέφους (το cloud0 ελέγχεται από αμερικανικές εταιρείες.
Το μικρό βήμα της Ελλάδας στην παγκόσμια σκακιέρα.
Ευτυχώς η Ελλάδα δεν μένει θεατής. Το 2026 είναι το έτος λειτουργίας του νέου εθνικού υπερυπολογιστή «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» , με ισχύ 89 Peta Flops, ο οποίος θα αποτελέσει τον υπολογιστικό πυρήνα της ελληνικής AI υποδομής. Μαζί με το πρόγραμμα «Φάρος» (Pharos) , μιας ευρωπαϊκής «AI Factory» που φιλοξενείται στην Ελλάδα, η χώρα αποκτά μια εθνική πύλη πρόσβασης σε υπολογιστικούς πόρους.
Το πρόγραμμα «Φάρος», με συνολικό προϋπολογισμό 30 εκατομμυρίων ευρώ (εξίσου χρηματοδοτούμενο από την Ελλάδα και την ΕΕ), θα παρέχει υπολογιστική ισχύ, δεδομένα και τεχνική υποστήριξη σε νεοφυείς επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, με έμφαση στην υγεία, τη βιωσιμότητα και άλλες κρίσιμες κοινωνικές προκλήσεις.
Η όποια σύγκριση με την Κίνα είναι αποθαρρυντική. Το ελληνικό πρόγραμμα έχει προϋπολογισμό 30 εκατομμύρια ευρώ. Το κινεζικό δίκτυο κινητοποιεί επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων και προσφέρει υπολογιστική ισχύ χιλιάδες φορές μεγαλύτερη. Η Ελλάδα, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, παίζει σε ένα γήπεδο όπου το μέγεθος έχει σημασία.
Δύο μοντέλα, Δυτικό VS κινέζικο
Η δημόσια εθνική υποδομή γνώσης στην Κίνα και η ιδιωτική εταιρική υποδομή στις ΗΠΑ αναδεικνύουν ανάγλυφα τα αίτια της σύγκρουσης του 21ου αιώνα: ποιος θα ελέγχει τις υποδομές του μέλλοντος; Το κράτος ή το ιδιωτικό κεφάλαιο ή μια μικτή λύση ;
Η Κίνα απαντά: το κράτος, μέσω εθνικού σχεδιασμού και κεντρικής κατεύθυνσης. Οι ΗΠΑ απαντούν: το ιδιωτικό κεφάλαιο, μέσω της αγοράς και της καινοτομίας. Η Ευρώπη, εγκλωβισμένη στη μέση, προσπαθεί να βρει τον δικό της δρόμο, ίσως τον τρίτο δρόμο του ΣΔΙΤ. Βαδίζει όμως αργά, με ανεπαρκείς πόρους - κατακερματισμένες πολιτικές- ανεπαρκείς πολιτικές ηγεσίες ανάξιες του ρόλου τους.
Η εμπλεκόμενη θεωρία του ΑΕΠ Γνώσης.
Το κινεζικό Υπερυπολογιστικό δίκτυο και το Open USD αποτελούν εμπειρικές επιβεβαιώσεις της θεωρίας του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος Γνώσης (ΑΕΠΓ) .
Το παραδοσιακό ΑΕΠ μετρά μόνο τις χρηματικές συναλλαγές. Θα δει στο κινεζικό δίκτυο απλώς μια δαπάνη για υποδομές, και στο Open USD απλώς μια νέα χρηματοοικονομική υπηρεσία. Το ΑΕΠΓ, αντίθετα, αποκαλύπτει την «αόρατη» αξία που δημιουργείται:
- Η άμεση παραγωγή γνώσης — η έρευνα και ανάπτυξη για τα τσιπ, τα πρωτόκολλα, το λογισμικό. Η Κίνα δεν επενδύει απλώς σε υπολογιστές. Επενδύει στη δημιουργία του ίδιου του εργαλείου για την παραγωγή μελλοντικής γνώσης.
- Οι τομείς έντασης γνώσης — η υποδομή αυτή θα επιταχύνει ολόκληρους τομείς: φαρμακευτική, κλιματική επιστήμη, νέα υλικά, κβαντική τεχνολογία.
- Η κοινωνική γνώση και οι ανοιχτές υποδομές — η Κίνα κάνει την υπολογιστική ισχύ μια ανοιχτή, κοινόχρηστη υποδομή για όλους τους ερευνητές και επιχειρήσεις της. Είναι η μετάβαση από το «προϊόν» στην «πλατφόρμα», από την ιδιόκτητη υπηρεσία στην κοινόχρηστη υποδομή.
Τελικά στην εποχή του Open USD και των εθνικών υπερυπολογιστικών δικτύων, το κράτος κάθε Κράτος -στο πλαίσιο της άσκησης της Κυριαρχίας του, οφείλει να αναπτύξει δικές του ψηφιακές υποδομές , δηλαδή ένα δημόσιο, δημοκρατικά ελεγχόμενο ψηφιακό νόμισμα, δημόσιες πλατφόρμες δεδομένων, εθνικές υποδομές υπολογιστικής ισχύος, που θα αποτελέσουν αντίβαρο στην όποια επιχειρούμενη εταιρική κυριαρχία.
Στην νέα εποχή του ανταγωνισμού
Η Κίνα, με την ενεργοποίηση του Εθνικού Υπερυπολογιστικού Δικτύου της, έστειλε ένα σαφές μήνυμα: ο έλεγχος των υποδομών γνώσης είναι ο νέος άξονας της παγκόσμιας ισχύος. Όποιος ελέγχει την υπολογιστική ισχύ, ελέγχει την καινοτομία, την έρευνα, την οικονομία, την άμυνα.
Οι ΗΠΑ απαντούν με ιδιωτική καινοτομία και εταιρικά σχήματα όπως το Open USD. Η Ευρώπη προσπαθεί να βρει τον δρόμο της, αλλά βαδίζει αργά, με ανεπαρκείς πόρους. Η Ελλάδα κάνει τα πρώτα βήματά της με τον «Δαίδαλο» και τον «Φάρο», αλλά το μέγεθος της προσπάθειας είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την κλίμακα της πρόκλησης.
Το ερώτημα που τίθεται για την Ελλάδα, την Ευρώπη και τη Δύση συνολικά είναι απλό και ταυτόχρονα υπαρξιακό: θα προλάβουμε να χτίσουμε τις δικές μας υποδομές γνώσης, ή θα εξαρτόμαστε πάντα από τις υποδομές των άλλων;
Όπως έγραφε ο Παπανδρέου, οι γιγαντιαίες πολυεθνικές εταιρείες ελέγχουν τα δίκτυα πληροφόρησης και επικοινωνίας. Σήμερα, αυτός ο έλεγχος έχει επεκταθεί στην ίδια την υπολογιστική ισχύ — το βασικό «καύσιμο» της οικονομίας της γνώσης. Το μέλλον θα ανήκει σε όσους ελέγχουν αυτό το καύσιμο. Όλοι οι άλλοι θα είναι απλώς επιβάτες.
*Ο κ. Δημήτρης Σκουτέρης είναι πολιτικός αναλυτής, συγγραφέας του βιβλίου «Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν Γνώσης (ΑΕΠΓ-GDPK)»
