Δε μιλά πλέον μόνο η τεχνολογία στον αιώνα της επανάστασής της. Μιλά και η σκληρή ισχύς από το κεφάλαιο που ορίζεται ως γεωπολιτική.
Υπάρχουν εκθέσεις που καταγράφουν εξελίξεις και υπάρχουν κι εκείνες που λειτουργούν σαν προειδοποιητικό καμπανάκι. Η νέα ανεξάρτητη επιστημονική έκθεση του ΟΗΕ, μέσα στον Ιούλιο, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Για πρώτη φορά ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών δεν περιορίζεται στις δυνατότητες που ανοίγει η Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά στρέφει τον προβολέα στο ουσιαστικό ερώτημα: ποιος κρατά στα χέρια του την πραγματική ισχύ της νέας εποχής και ποιος θα καθορίσει τους κανόνες λειτουργίας της;
Σαράντα κορυφαίοι επιστήμονες από διαφορετικές χώρες, ανεξάρτητοι από κυβερνήσεις, επιχειρηματικά συμφέροντα και τεχνολογικούς κολοσσούς, αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που εξελίσσεται με ταχύτητες τις οποίες η πολιτική αδυνατεί να παρακολουθήσει.
Η παρουσίαση της έκθεσης στη Γενεύη, στο πλαίσιο του παγκόσμιου διαλόγου για τη διακυβέρνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης, ουσιαστικά περιγράφει τη γέννηση μιας νέας μορφής εξουσίας, όπου η τεχνολογική εξέλιξη προηγείται των δημοκρατικών θεσμών.
Η πραγματική δύναμη βρίσκεται σε ελάχιστα χέρια
Το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της έκθεσης δεν αφορά τα ίδια τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης. Αφορά εκείνους που διαθέτουν την υποδομή για να τα αναπτύσσουν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκεντρώνουν περίπου το 75% της συνολικής υπολογιστικής ισχύος των 500 ισχυρότερων υπερυπολογιστών Τεχνητής Νοημοσύνης παγκοσμίως, ενώ η Κίνα ελέγχει ακόμη ένα 15%.
Με απλά λόγια, περίπου το 90% της παγκόσμιας υποδομής πάνω στην οποία θα στηριχθεί η επόμενη τεχνολογική εποχή βρίσκεται υπό τον έλεγχο ελάχιστων παικτών. Και πίσω από τα ποσοστά δε βρίσκονται μόνο κράτη. Βρίσκονται λίγες πανίσχυρες πολυεθνικές που κατέχουν τα κέντρα δεδομένων, τους υπερυπολογιστές, τους εξειδικευμένους επεξεργαστές, τις τεράστιες βάσεις πληροφοριών και τα κεφάλαια που απαιτούνται για την εκπαίδευση ολοένα ισχυρότερων μοντέλων.
Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι ποιος θα χρησιμοποιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα έχει το προνόμιο να τη δημιουργεί και, κατ' επέκταση, να ορίζει τους κανόνες της.
Η πολιτική τρέχει πίσω από τις εξελίξεις
Η έκθεση επισημαίνει ότι ακόμη και η επιστημονική κοινότητα δυσκολεύεται να συμβαδίσει με τον ρυθμό ανάπτυξης της τεχνολογίας. Ακόμη μεγαλύτερο εμφανίζεται το έλλειμμα των κυβερνήσεων. Οι περισσότερες χώρες, ακόμη και οικονομικά ισχυρές, δε διαθέτουν ούτε την τεχνική τεχνογνωσία ούτε τους απαραίτητους μηχανισμούς ώστε να αξιολογούν τα πιο προηγμένα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης, πόσω μάλλον να τα εποπτεύουν αποτελεσματικά. Έτσι, η πορεία της τεχνολογίας καθορίζεται ολοένα περισσότερο από τις αγορές και ολοένα λιγότερο από τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Παιδεία, υγεία, δημόσια διοίκηση, κρίσιμες κρατικές υποδομές και ζητήματα εθνικής ασφάλειας βασίζονται ήδη σε συστήματα που αναπτύσσονται από πέντε ή έξι παγκόσμιους ιδιωτικούς κολοσσούς. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με όσα επισημαίνονται στο κείμενο, περίπου το 80% αυτών των συστημάτων στη Δύση διοχετεύει δεδομένα προς τη NSA, στο πλαίσιο των αμερικανικών μηχανισμών ασφαλείας, σε πραγματικό χρόνο, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων συναλλαγών και καθημερινών συνηθειών δισεκατομμυρίων πολιτών μέσω διεθνών συστημάτων πληρωμών, όπως η Visa και η MasterCard, αλλά και των εθνικών καρτών που συνδέονται με αυτά.
Οι μεγάλες ευκαιρίες και οι μεγάλοι κίνδυνοι
Οι επιστήμονες δεν αμφισβητούν τις τεράστιες δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αναγνωρίζουν ότι μπορεί να μεταμορφώσει την ιατρική, την επιστήμη, την εκπαίδευση και την παραγωγή. Ταυτόχρονα όμως προειδοποιούν ότι οι απειλές δεν είναι θεωρητικές. Είναι ήδη παρούσες. Η παραγωγή ψευδών ειδήσεων και υλικού deepfake γίνεται ολοένα ευκολότερη. Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω ψηφιακά παραγόμενου περιεχομένου αυξάνεται, ενώ η αξιοπιστία της δημόσιας ενημέρωσης δέχεται συνεχή πλήγματα, με αποτέλεσμα να διαβρώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και τη δημοκρατική διαδικασία. Παράλληλα, καταγράφονται σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην οικονομία αλλά και στο περιβάλλον, καθώς τα σύγχρονα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν τεράστιες ενεργειακές υποδομές.
Η επόμενη μάχη μεταφέρεται στη βιοτεχνολογία
Η επιρροή της Τεχνητής Νοημοσύνης δε σταματά στους υπολογιστές. Επεκτείνεται ήδη στη βιοτεχνολογία, επιταχύνοντας την ανάλυση γενετικών δεδομένων και την ανάπτυξη νέων τεχνικών επεξεργασίας DNA. Οι πρόσφατες επιτυχημένες δοκιμές της μεθόδου “base editing” σε ανθρώπινα έμβρυα δείχνουν τις δυνατότητες αλλά και τα διλήμματα της νέας εποχής. Η τεχνική επιτρέπει εξαιρετικά ακριβείς γενετικές παρεμβάσεις και δημιουργεί ελπίδες για την αντιμετώπιση σοβαρών κληρονομικών ασθενειών. Ταυτόχρονα, όμως, επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη παρέμβαση στη ζωή; Πού τελειώνει η θεραπεία και πού αρχίζει ο γενετικός σχεδιασμός; Οι ίδιοι οι επιστήμονες εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί, υπενθυμίζοντας ότι η τεχνολογία απέχει ακόμη από την ευρεία κλινική εφαρμογή, καθώς παραμένουν σημαντικά εμπόδια, όπως οι ανεπιθύμητες γενετικές μεταβολές και το φαινόμενο του μωσαϊκισμού.
Το μεγάλο διακύβευμα είναι η δημοκρατία
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της τεχνολογίας.
Όταν η γνώση, οι υπολογιστικές υποδομές και η καινοτομία συγκεντρώνονται στα χέρια ελάχιστων κρατών και λίγων εταιρειών, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Αφορά τον έλεγχο της πληροφορίας, της επιστημονικής έρευνας, της υγείας, της γνώσης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και του ίδιου του γενετικού μέλλοντος της ανθρωπότητας. Γι' αυτό και η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στις εφαρμογές της. Είναι πρωτίστως πολιτική, δημοκρατική και γεωπολιτική. Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν η νέα τεχνολογία θα αλλάξει τον κόσμο. Αυτό ήδη συμβαίνει. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα αποφασίζει για τον τρόπο με τον οποίο θα αλλάξει.