Τόση είναι η εξοικείωση, ανάλυση, μεθόδευση κινήσεων από πλευράς δραστών, άλλοθι και υπερασπιστικών γραμμών στα περιστατικά βίας, που διερωτάται κάποιος με βάση την κοινή λογική ποια είναι η συνεισφορά σε νοήμονα όντα, σε ευάλωτους ανθρώπους, ταλαιπωρημένους, ενίοτε φοβισμένους, κυρίως σε παιδιά και ηλικιωμένους. Ποια είναι η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο.
«Η αλήθεια και μόνο η αλήθεια. Το φως σε κάθε τραγωδία», θα ήταν η πιθανή απάντηση.
Η δράση ωστόσο, οι λεπτομέρειες της πράξης της κακοποίησης και του βασανισμού που ωφελούν θα ήταν το επόμενο ερώτημα, καθώς η προσοχή μετατοπίζεται από το έγκλημα στη μεθόδευση του δράστη, προκαλώντας το κοινό αίσθημα που είτε αντιδρά, είτε εξοικειώνεται, είτε μιμείται, αλλά κυρίως αυτοπαγιδεύει και αυτοπαγιδεύετε, ενίοτε.
Προκαλεί σειρά αρνητικών σκέψεων και δράσεων, όπως επισημαίνουν ο Νίκος Παπανικολάου, κλινικός ψυχολόγος, και η Μαίρη Παχιαδάκη, πρόεδρος του Συνδέσμου Γυναικείων Σωματείων, Ξενώνα Κακοποιημένης Γυναίκας και Παιδιού.
«Η συνεχής έκθεση της κοινωνίας σε περιστατικά βίας έχει δημιουργήσει ένα ανησυχητικό φαινόμενο: τη σταδιακή εξοικείωση με το ακραίο. Ειδήσεις για δολοφονίες, ενδοοικογενειακή βία και εγκληματικές πράξεις καταλαμβάνουν πλέον καθημερινά τον δημόσιο διάλογο, όχι μόνο ως γεγονότα, αλλά και ως αντικείμενο εκτεταμένης ανάλυσης», επισημαίνουν ενδεικτικά, με τη Μαίρη Παχιαδάκη να τονίζει: «Να εξαφανίσουμε το κακό δεν μπορούμε. Να ενισχύσουμε όμως το καλό και να αποτρέψουμε κινδύνους μπορούμε».
Το αποτέλεσμα είναι η βία να χάνει σταδιακά τον χαρακτήρα της ως σοκαριστικό γεγονός και να αντιμετωπίζεται σχεδόν ως μια συνηθισμένη πτυχή της καθημερινότητας. Όταν η κοινωνία εκτίθεται διαρκώς σε εικόνες, περιγραφές και αναλύσεις εγκλημάτων, υπάρχει ο κίνδυνος να αμβλύνεται η ευαισθησία της απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Το σοκ διαδέχεται η συνήθεια και τη συνήθεια η αδιαφορία.
Παράλληλα, η υπερβολική ενασχόληση με τους δράστες μπορεί, άθελά της, να τους προσδίδει μια δυσανάλογη δημόσια προβολή. Οι προσωπικές τους ιστορίες, οι κινήσεις τους πριν και μετά το έγκλημα, ακόμη και οι στρατηγικές υπεράσπισής τους συζητούνται περισσότερο από τις ζωές που καταστράφηκαν ή από τις κοινωνικές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να αποτρέψουν ανάλογες τραγωδίες.
Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι ποια πραγματική συνεισφορά έχει αυτή η διαρκής αναπαραγωγή λεπτομερειών. Βοηθά στην κατανόηση του φαινομένου ή καλλιεργεί μια κουλτούρα εξοικείωσης με τη βία; Ενισχύει την πρόληψη ή απλώς τροφοδοτεί την περιέργεια και την εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης τραγωδίας;
Όπως επισημαίνει ο κλινικός ψυχολόγος Νίκος Παπανικολάου, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η βία σε μέσα ενημέρωσης και σε κοινωνικά δίκτυα έχει βαθιές επιπτώσεις στην ψυχολογία του κοινού.
Μεταξύ των βασικών επιδράσεων που καταγράφει η επιστημονική έρευνα είναι:
• Η ψυχολογική επιβάρυνση και η πιθανή επανατραυματοποίηση ευάλωτων ατόμων,
• Η απευαισθητοποίηση απέναντι στη βία,
• Ο κίνδυνος μιμητισμού και “μεταδοτικού εγκλήματος”,
• Η ενίσχυση της αντίληψης ότι “ο κόσμος είναι εχθρικός”.
Όπως σημειώνει, η συνεχής έκθεση οδηγεί σε μείωση της ενσυναίσθησης και σε σταδιακή αποδοχή της βίας ως “κανονικότητας”.
Η παγίδα της υπερέκθεσης και του εντυπωσιασμού
Στο ίδιο πνεύμα, η Μαίρη Παχιαδάκη από τον Σύνδεσμο Γυναικείων Σωματείων Ηρακλείου τονίζει ότι η ενημέρωση είναι αναγκαία, ωστόσο η υπερβολή και η αναπαραγωγή σοκαριστικών λεπτομερειών μπορεί να λειτουργήσει επιβαρυντικά, ιδιαίτερα για παιδιά και θύματα κακοποίησης.
Όπως υπογραμμίζει, υπάρχει ο κίνδυνος επανατραυματισμού και ψυχολογικής κατάρρευσης, ενώ η διαρκής αναπαραγωγή βίαιων περιστατικών ενισχύει ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας στην κοινωνία.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η υπερπροβολή των δραστών μπορεί να τους προσδίδει δυσανάλογη δημοσιότητα, απομακρύνοντας τη δημόσια συζήτηση από τα πραγματικά θύματα και την πρόληψη.
Απευαισθητοποίηση και “κανονικοποίηση” της βίας
Κοινή επισήμανση και των δύο είναι ότι η συνεχής έκθεση σε τέτοιου τύπου ειδήσεις οδηγεί σταδιακά σε απευαισθητοποίηση, με αποτέλεσμα το σοκ να δίνει τη θέση του στη συνήθεια και τελικά στην αδιαφορία.
Παράλληλα, δημιουργείται μια στρεβλή εικόνα για την πραγματική έκταση της εγκληματικότητας, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει την κοινωνική καχυποψία και το αίσθημα ανασφάλειας.
Μια ώριμη κοινωνία δεν μπορεί να αρκείται στην περιγραφή του εγκλήματος. Οφείλει να επενδύει στην πρόληψη, στην εκπαίδευση, στην ψυχική υγεία, στην ενίσχυση της οικογένειας και των κοινωνικών δομών, αλλά και στην καλλιέργεια του σεβασμού προς την ανθρώπινη ζωή.
Η ενημέρωση είναι αναγκαία, η κανονικοποίηση της βίας, όμως, αποτελεί έναν αόρατο αλλά εξίσου επικίνδυνο κοινωνικό κίνδυνο.
Η πραγματική πρόοδος δε μετριέται από το πόσο καλά μπορούμε να αναλύσουμε ένα έγκλημα, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά μπορούμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε αυτό να μη συμβεί ποτέ.
Προτείνουν μια πιο ισορροπημένη και υπεύθυνη προσέγγιση στην κάλυψη βίαιων γεγονότων, με έμφαση:
• Στην ουσία και όχι στον εντυπωσιασμό,
• Στην προστασία των ευάλωτων ομάδων,
• Στην αποφυγή υπερβολικών ή ωμών λεπτομερειών,
• Στην επιλογή αξιόπιστων πηγών.
Ο κ. Παπανικολάου κάνει λόγο ακόμα και για την ανάγκη «ψηφιακής δίαιτας» στην κατανάλωση ειδήσεων, με περιορισμό της υπερβολικής έκθεσης σε βίαιες περιγραφές, ενώ η κ. Παχιαδάκη τονίζει ότι «η κοινωνία δεν μπορεί να ζει μόνο από την αναπαραγωγή του κακού».
Η πραγματική πρόοδος, όπως σημειώνεται, δε μετριέται από το πόσο αναλυτικά μπορεί μια κοινωνία να περιγράψει ένα έγκλημα, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά μπορεί να το αποτρέψει.