Τόσα γίνονται στον κόσμο, κι όμως, η πέννα της σημερινής έκδοσης της Εφημερίδας «ΝΚ» δεν θα μπορούσε παρά να αφιερώσει μία ακόμη σελίδα, μία τελευταία σελίδα, στην Μαρία που το κρατούσε στα χέρια της τόσο καιρό.
Το αφιέρωμα της εφημερίδας ήταν σίγουρα από μόνο του αρκετό, υπάρχουν όμως κάποια πράγματα τα οποία δεν μπορούν, δυστυχώς δεν μπορούν να περιγράφουν μέσα από το δημοσιογραφικό φίλτρο.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως η ίδια η λέξη «απώλεια» δεν χωράει για να περιγράψει τον πόνο που φέρνει. Μετά από τόσους αιώνες, ο άνθρωπος εν τέλει δεν έχει καταφέρει να βρει έναν όρο που μπορεί να καταγράψει με ακρίβεια, τί σημαίνει «πένθος», την μοναδική σταθερά που υπάρχει από την αρχή του κόσμου. Με λέξεις που δεν χωρούν τον πόνο, η μοναδική Μαρία της “Ν.Κ.” έφυγε και άφησε την εφημερίδα να πονάει.
Τί σημαίνει απώλεια
Συγχωρήστε την λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες, αυτή την ταπεινή πέννα για τον μονοθεματικό της τόνο καθώς το σημερινό φύλλο αφιερώνεται σε αυτό για το οποίο δεν την προετοίμασε κανείς.
Αυτή η διαδικασία που φτωχά κατά την γνώμη μου έχει ονομαστεί πένθος, πέραν της απώλειας του προσώπου που σου χαμογελά κάθε μέρα, είναι κάτι βαθύτατα σωματικό. Είναι η πίεση που νιώθεις στο στέρνο, η οποία δεν έχει όνομα, όμως όταν την νιώσεις καταλαβαίνεις, πως είναι η αγάπη, αυτό το πολύπλοκο συναίσθημα που κάνει την καρδιά σου να χτυπά και πλέον δυστυχώς, δεν έχει κάπου να πάει.
Αυτό δεν έχει καταφέρει να το περιγράψει πλήρως ακόμη ούτε η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, ούτε η επιστήμη, ούτε η θρησκεία. Είναι απλά κάτι που κάθε άνθρωπος που νιώθει την απώλεια «παθαίνει» και κανένας δεν έχει καταφέρει να περιγράψει σωστά.
Κάποιοι από αυτούς που αποπειράθηκαν να την περιγράψουν έχουν μείνει καλώς ή κακώς στην ιστορία: Ο Sigmund Freud ήδη από το 1917 υποστήριξε ότι «το πένθος είναι η φυσιολογική αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου», θεμελιώνοντας την ψυχαναλυτική προσέγγιση της απώλειας. Αργότερα, ο John Bowlby, μέσα από τη θεωρία της προσκόλλησης, χαρακτήρισε το πένθος ως «τη συνήθη αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου», αναδεικνύοντας ότι ο πόνος της απώλειας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τους ανθρώπινους δεσμούς.
Πέραν από τους επιστημονικούς ορισμούς, το βίωμα που λέγεται πένθος, αποτύπωσε ο C. S. Lewis, ο οποίος έγραψε πως «κανείς δεν μου είχε πει ποτέ ότι το πένθος μοιάζει τόσο πολύ με τον φόβο». Ίσως, όμως, η πιο λιτή και ταυτόχρονα η πιο διαχρονική διατύπωση ανήκει στην Βασίλισσα Ελισάβετ, η οποία συνόψισε την ουσία αυτών των συναισθημάτων με μία φράση «Το πένθος είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την αγάπη».
►Διαβάστε επίσης: «Καλοστρατιά, κοριτσάρα μας...» – Το πρόωρο φευγιό της Μαρίας ράγισε καρδιές (vid)
Η άποψή της
«Με ένα μυαλό βυθισμένο στις σκέψεις»: αν μπορούσε κανείς να περιγράψει τον απόηχο της απώλειάς της, αυτή η πρόταση, την οποία έγραψε η ίδια μπορεί να την συνοψίσει. Αμέτρητοι άνθρωποι σε έναν όμιλο, έγιναν ένα μυαλό βυθισμένο στην ίδια σκέψη. Στο άρθρο της από τις 28 Νοεμβρίου του 2025, η Μαρία καταλήγει χαρακτηριστικά: «Και τα παραδείγματα αυτά είναι πολλά! Άρα ας μη μένουμε μόνο στη δύσκολη στιγμή που μπορεί να βρεθεί κάποιος. Ας τον δούμε σφαιρικά και ως προσωπικότητα...». Χωρίς διαχωρισμούς και διχόνοιες παρουσιάζει τους ανθρώπους ως κάτι κοινό, όπως τους έβλεπε εκείνη.
Η άποψη αυτή, η βαθύτατα συναισθηματική, έβαζε τον άνθρωπο στο επίκεντρο κάθε φορά. Το επιβεβαιώνει με κάθε της άρθρο: ο άνθρωπος, ο πραγματικός άνθρωπος, για την Μαρία ήταν κινητήρια δύναμη, φόρος ελπίδας και αγάπης, κι η “Ν.Κ.” το ζούσε καθημερινά. Μακριά από τις καυστικές δήθεν δημοσιογραφικές απόψεις, που λογίζουν ότι η “ανθρώπινη” ιδιότητα τοποθετείται υπό όρους και “αφαιρείται” αναλόγως, τα κείμενα της Μαρίας δίνουν ελπίδα, φως και ανακούφιση που δεν μπορεί να ξεχαστεί.
Ένα άλλο της άρθρο, αυτή την φορά στις 4 Φεβρουαρίου του 2026, η Μαρία αντιμετωπίζει αυτό που χαρακτηρίζει η ίδια “ανθρωποφαγία” κατά μέτωπο: «Από μικρή ηλικία, πολλοί μαθαίνουμε ότι η αξία μας μετριέται συγκριτικά: βαθμοί, επιδόσεις, επιτυχίες, κοινωνική αναγνώριση. Όταν η ζωή παρουσιάζεται ως ένας διαρκής αγώνας όπου “ο ένας κερδίζει εις βάρος του άλλου”, τότε η ανθρωποφαγία γίνεται σχεδόν αναμενόμενη. Αντί να βλέπουμε τον συνάνθρωπο ως συνεργάτη ή συνοδοιπόρο, τον αντιμετωπίζουμε ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί ή να ακυρωθεί».
Και συνεχίζει, ασκώντας δριμύ κατηγορώ στο εύκολο, το πεπατημένο, τον πεσιμιστικό λόγο που εκφράζει στο σύνολό του δυστυχώς την κοινωνία: «Το “ποιος είμαι” ορίζεται από το “ποιον καταγγέλλω” ή “ποιον αποδομώ”. Η επίθεση στον άλλον προσφέρει μια ψευδαίσθηση ηθικής ανωτερότητας και σαφήνεια σε ένα κατά τα άλλα συγκεχυμένο τοπίο. Η δημόσια σφαίρα ευνοεί αυτή τη λογική. Ο σύγχρονος λόγος συχνά επιβραβεύει την υπεραπλούστευση: καλός ή κακός, σωστός ή λάθος, φίλος ή εχθρός. Όποιος ξεφεύγει από το “σωστό” στρατόπεδο στιγματίζεται».
«… που επιλέγει να παραμένει ανθρώπινη»
Η δημοσιογράφος μας κλείνει το άρθρο της με το εξής συμπέρασμα: «Τελικά, το ερώτημα “γιατί τόση ανθρωποφαγία” είναι και ένα ερώτημα αυτογνωσίας. Μας καλεί να εξετάσουμε όχι μόνο τον κόσμο γύρω μας, αλλά και τον τρόπο που εμείς οι ίδιοι συμμετέχουμε σε αυτόν. Γιατί ο πολιτισμός μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσο εύκολα καταδικάζει, αλλά από το πόσο δύσκολα επιλέγει να παραμείνει ανθρώπινη...».
Δεν θα μπορούσε άλλωστε να δώσει κάτι λιγότερο. Στο προτελευταίο της άρθρο με την “Ν.Κ.” στις 6 Ιουνίου 2026, η Μαρία επισημαίνει: «Αυτό που έχει πραγματική αξία είναι η προσπάθεια, η επιμονή και η πίστη στις δυνατότητές μας, στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στην επιτυχία μέσα από πολλούς διαφορετικούς δρόμους».
Με αυτά τα λόγια μας καλεί εμάς, μολονότι σίγουρα δεν ήξερε πριν από ακριβώς έναν μήνα τί θα ακολουθήσει, σε μία προσπάθεια. Καλεί την “Ν.Κ.” να προσπαθήσει να συνεχίσει σε αυτή την “πραγματική αξία” την οποία εκείνη στηλίτευσε στα φύλλα της.