9a97813d

Η Μία Εκκλησία του Χριστού – Η θεανθρώπινη ενότητα που νικά κάθε διαίρεση

Απόψεις
Η Μία Εκκλησία του Χριστού – Η θεανθρώπινη ενότητα που νικά κάθε διαίρεση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μέσα από κείμενα του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς αναδεικνύεται η θεανθρώπινη φύση της Εκκλησίας και το θεμελιώδες γνώρισμα της ενότητάς της. Η Εκκλησία παρουσιάζεται ως το αδιαίρετο Σώμα του Χριστού, όπου οι πιστοί ενώνονται μεταξύ τους και με τον Θεό διά της πίστεως, των Μυστηρίων και της χάριτος του Αγίου Πνεύματος

Σε μια εποχή κατά την οποία οι διαιρέσεις, οι αντιπαραθέσεις και η απομάκρυνση από τις πνευματικές αξίες χαρακτηρίζουν συχνά τη ζωή των ανθρώπων, η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την ενότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο Άγιος Ιουστίνος ο Τσέλιε (Πόποβιτς), ένας από τους σημαντικότερους θεολόγους του 20ού αιώνα, φωτίζει μέσα από τη «Δογματική» του το μυστήριο της Εκκλησίας και τα θεμελιώδη γνωρίσματά της.

Όπως επισημαίνει, η Εκκλησία δεν αποτελεί απλώς έναν ανθρώπινο οργανισμό ή μια θρησκευτική κοινότητα, αλλά το ίδιο το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Η ενότητα, η αγιότητα, η καθολικότητα και η αποστολικότητα δεν είναι εξωτερικά χαρακτηριστικά της, αλλά πηγάζουν από την ίδια τη φύση και την αποστολή της στον κόσμο.

Ιδιαίτερα η ενότητα της Εκκλησίας συνδέεται άρρηκτα με το πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Όπως ο Χριστός είναι ένας και μοναδικός, έτσι και η Εκκλησία Του παραμένει μία και αδιαίρετη. Μέσα σε αυτήν οι άνθρωποι καλούνται να υπερβούν κάθε διαχωρισμό και να γίνουν ένα σώμα, ενωμένοι με τον Θεό και μεταξύ τους διά της πίστεως, των ιερών Μυστηρίων και της ζωοποιού χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Τα ιδιώματα της Εκκλησίας είναι αναρίθμητα, επειδή στην ουσία είναι τα ιδιώματα του Θεανθρώπου Χριστού και δι’ Αυτού τα ιδιώματα της Τρισηλίου Θεότητος. Ωστόσο, οι άγιοι και θεόσοφοι Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθοδηγούμενοι από το Πνεύμα το Άγιον, στο ένατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, τα συμπυκνώνουν σε τέσσερα: «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Αυτά τα ιδιώματα της Εκκλησίας, η ενότητα, η αγιότητα, η καθολικότητα και η αποστολικότητα, πηγάζουν από την ίδια τη φύση της και τον σκοπό της. Καθορίζουν, σαφώς και επακριβώς, τον χαρακτήρα της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, δια του οποίου αυτή ως θεανθρώπινο καθίδρυμα και θεανθρωπίνη κοινωνία διαφέρει από κάθε ανθρώπινο καθίδρυμα και ανθρώπινη κοινωνία.

Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Όπως το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού είναι ένα και μοναδικό, έτσι και η Εκκλησία, που ιδρύθηκε δι’ Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ καἐπ’ Αὐτοῦ, είναι μία και μοναδική. Η ενότητα της Εκκλησίας προέρχεται, αναπόφευκτα, από το ένα, το μοναδικό Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Ο αδιαίρετα ένας και μοναδικός θεανθρώπινος οργανισμός πάντων των κόσμων, η Εκκλησία, σύμφωνα με όλους τους ουρανογήινους νόμους δεν μπορεί να διασπασθεί. Οποιαδήποτε διάσπασή της θα σήμαινε τον θάνατό της. Όντας ολόκληρη ἐν τῷ Θεανθρώπῳ είναι, πρωτίστως και κατά πάντα, θεανθρώπινος ζωντανός οργανισμός και κατόπιν θεανθρώπινο καθίδρυμα.

Στην Εκκλησία, τα πάντα είναι θεανθρώπινα: η ζωή, η πίστη, η αγάπη, το βάπτισμα, η ευχαριστία, όλη η ζωή της, όλη η αθανασία της, όλη η αιωνιότητά της, όλη η δομή της. Ναι! Σε αυτήν όλα είναι θεανθρώπινα, τα πάντα ένα, τα πάντα αδιαίρετα: και η χριστοποίηση και ο εξαγιασμός και η θέωση και η μεταμόρφωση και η τριαδοποίηση και η σωτηρία. Στην Εκκλησία, τα πάντα είναι οργανικώς και χαρισματικώς συνδεδεμένα, συγκροτώντας το ένα θεανθρώπινο σώμα υπό την μία Κεφαλή, τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό. Όλα τα μέλη της, αν και παραμένουν πάντοτε αυτοτελή, ελεύθερα και ακέραια πρόσωπα, ωστόσο είναι ενωμένα με τη μία Χάρη του Αγίου Πνεύματος δια των ιερών μυστηρίων και των αγίων αρετών, βρίσκονται σε οργανική ενότητα μεταξύ τους, αποτελούν ένα σώμα και ομολογούν μία πίστη, η οποία τα ενώνει μεταξύ τους και με τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Οι χριστοφόροι Απόστολοι θεοπνεύστως ευαγγελίζονται την ενότητα και την μοναδικότητα της Εκκλησίας, στηριζόμενοι στην ενότητα και στη μοναδικότητα του Ιδρυτού της, του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού και της θεανθρωπίνης Προσωπικότητός Του: «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός (:Διότι κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από εκείνον που έχει ήδη τεθεί και που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στην βάση της οικοδομής. Και ο θεμέλιος αυτός λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός)»[Α΄Κορ. 3,11].

Τα ιερά μυστήρια και οι άγιες αρετές, με την χριστονοσταλγική και φιλόχριστο δύναμή τους, ενώνουν με τον Χριστό όλα τα μέλη της Εκκλησίας, όλων των λαών και όλων των εποχών· είναι «πάντες εἷς… ν ΧριστἸησοῦ»[ βλ. Γαλ. 3,28: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδἝλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν ΧριστἸησο(:Δεν υπάρχουν πλέον διαφορές εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει διαφορά Ιουδαίου και Έλληνα, δεν υπάρχει διάκριση δούλου και ελεύθερου, δεν υπάρχει διάκριση άνδρα και γυναίκας. Διότι όλοι εσείς γίνατε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό)» · πρβ. Κολ. 3,11·15: «Ὃπου οὐκ ἔνι Ἕλλην καἸουδαῖος, περιτομὴ καἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καἐν πᾶσι Χριστός(:Σ’ αυτόν το νέο άνθρωπο δεν υπάρχει διάκριση Έλληνα και Ιουδαίου, περιτμημένου Ισραηλίτη και απερίτμητου εθνικού, βάρβαρου και Σκύθη, δούλου και ελεύθερου, αλλά και εθνικότητα και καταγωγή και αξίωμα και τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σ’ όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός)» - «καἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ βραβευέτω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, εἰς ἣν καἐκλήθητε ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε(:Και η ειρήνη που δίνει ο Θεός ας επιστατεί κι ας κυριαρχεί μέσα στις καρδιές σας. Γι’ αυτήν την ειρήνη εξάλλου προσκληθήκατε, ώστε να γίνετε ένα σώμα. Προσπαθείτε ακόμη να γίνεστε και ευχάριστοι μεταξύ σας)»].

Αυτή η ενότητα των πιστών αρχίζει με το πρωταρχικό μυστήριο, το άγιο Βάπτισμα, προεκτείνεται και ενδυναμώνεται με τα υπόλοιπα μυστήρια, κορυφώνεται με την Θεία Ευχαριστία, η οποία πραγματώνει την τελειότερη ενότητα των πιστών και με τον Χριστό, αλλά και μεταξύ τους [βλ. Α΄Κορ. 10,16-17: «Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοἐστιν;  ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοἑνὸς ἄρτου μετέχομεν(:Tο ποτήρι  μπροστά στο οποίο ο Κύριος απήγγειλε την ευχαριστήρια δοξολογία και το οποίο εμείς καθαγιάζουμε με ευχαριστήρια προσευχή δεν είναι  κοινωνία με του αίματος του Xριστού; O άρτος που τεμαχίζουμε στο μυστήριο της Θείας ευχαριστίας, δεν είναι κοινωνία με του σώματος του Xριστού; Kι επειδή είναι ένας ο ουράνιος αυτός  άρτος , γι’ αυτό ένα ηθικό σώμα είμαστε οι πολλοί. Διότι όλοι από τον έναν άρτο μετέχουμε και ενωνόμαστε όλοι με αυτόν, και έτσι διαμέσου αυτού γινόμαστε ένα και μεταξύ μας)»· Α΄Κορ. 12,12: «Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά, πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοἑνός, πολλὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὁ Χριστός(:Διότι, όπως το ανθρώπινο σώμα είναι ένα και έχει πολλά μέλη, και όλα τα μέλη του ενός σώματος, αν και είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα, έτσι και ο Χριστός με το πλήθος των πιστών είναι ένα σώμα πνευματικό)»].

Η Εκκλησία, αν και μία κατά την ουσία της, είναι ταυτοχρόνως πολυπληθής κατά τα πρόσωπα. Είναι εικόνα και προτύπωση της Υπεραγίας Τριάδος: η ενότητα στην Τριαδικότητα και η Τριαδικότητα στην ενότητα. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Θεός Λόγος, έγινε άνθρωπος και έτσι δι’ Εαυτού εξομοίωσε την Εκκλησία με την Αγία Τριάδα. Ουσιαστικά, η Εκκλησία του Κυρίου Ιησού Χριστού αποτελεί την ακριβέστερη χαρισματικο-ενάρετη εικόνα της Υπεραγίας Τριάδος επί της γης, εξ ολοκλήρου γεμάτη με τις χαρισματικές θείες δυνάμεις της τριαδοποιήσεως και της θεανθρωποποιήσεως. Στην Εκκλησία γίνεται πραγματικότητα η Αρχιερατική προσευχή του Σωτήρος: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶν ἡμῖν ἓν ὦσιν… ἵνα ὦσιν ἓν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν, ἐγὼν αὐτοῖς καὶ σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν(:Σε παρακαλώ για όλους αυτούς, για να είναι όλοι ένα με την αγάπη και την ομοφροσύνη που θα κυριαρχεί μεταξύ τους. Όπως εσύ, Πάτερ, είσαι ενωμένος με Εμένα κι εγώ ενωμένος με Εσένα, επειδή έχουμε και οι δύο την ίδια ουσία και φύση, έτσι σε παρακαλώ να είναι κι αυτοί ένα έχοντας κοινωνία και ένωση με μας… για να είναι μεταξύ τους ένα, όπως κι εμείς είμαστε ένα. Και η ενότητα αυτή θα συντελεσθεί με το να ζω εγώ μέσα στον καθένα απ’ αυτούς ξεχωριστά και να τους ενώνω σ’ ένα πνευματικό σώμα, καθώς και Συ ως φυσικός Πατέρας μου θα είσαι μέσα μου. Έτσι θα είναι τελειοποιημένοι, έχοντας τέλεια ομόνοια και αγάπη και ένωση μεταξύ τους)» [Ιω.17,21·22-23]. Τέτοια είναι η θεανθρωπίνη μοναδικότητα της πίστεως, τέτοια και η θεανθρωπίνη μοναδικότητα της Εκκλησίας, η οντολογία της πίστεως, η οντολογία της Εκκλησίας. Κατά πάντα και δια πάντα εξαρτώμενη η μία από την άλλη. Κατά πάντα και δια πάντα αμφότερες εξ ολοκλήρου του Θεανθρώπου, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ και κατά τον Θεάνθρωπον.

Η ενότητα και η μοναδικότητα της Θεανθρωπίνης πίστεως είναι η βάση και το θεμέλιο ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού. Σε αυτήν την πίστη, τα πάντα είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Οποίος, ως Εκκλησία, ένωσε στο Πρόσωπό Του εσαεί τον ουρανό με την γη, τους αγγέλους με τους ανθρώπους και,  το σημαντικότερο από όλα, τον Θεό με τον άνθρωπο. Είναι ιστορικά προφανές και αναμφίβολο ότι στην θεανθρώπινη πίστη εμπεριέχονται όλα τα θεανθρώπινα ιερά μυστήρια και οι άγιες αρετές που επιτελούν την χριστοποίηση, την θεανθρωποποίηση, την θέωση, την τριαδοποίηση και δι’ αυτών την σωτηρία μας. Από την πίστη, ως πρωταρετή, εκπηγάζουν όλες οι άγιες αρετές και όλα τα ιερά μυστήρια. Αυτές είναι που, δια του Θεανθρώπου, του σαρκωθέντος Θεού Λόγου, μας ενώνουν με την Τρισάγιο Θεότητα. Αυτή είναι για εμάς η τελειότερη και πληρέστερη ενότητα, η παν-ενότητα.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ευαγγελίζεται την εξής θεανθρωπίνη αλήθεια: «Στην Εκκλησία, κατά την Θεία Πρόνοια, όλοι οι άνθρωποι γίνονται ως μία φύση και ως μία βούληση, συνενούμενοι Πνεύματι Αγίω με τον Θεό και μεταξύ τους»[Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 2, PG90, 272CD]. Αυτή η αλήθεια είναι όλη παρούσα, όλη ζωντανή, όλη εμφανής, όλη ζωοποιός και αθάνατος στις ακολουθίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στον χαρισματικό-ενάρετο θεανθρώπινο βίο της. Η θεανθρώπινη πίστη του Χριστού προσφέρει στον άνθρωπο ό,τι του είναι απαραίτητο για την αιώνιο ζωή σε όλους τους θείους κόσμους.

Χωρίς αυτήν την πίστη, το ανθρώπινο ον είναι η φρίκη της φρίκης, η κατάρα της κατάρας. Με αυτήν την πίστη παραμένουμε και υπάρχουμε, αιωνίως, στην Εκκλησία του Σωτήρος. Αυτή είναι όλη εκ της Εκκλησίας και όλη ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Μια και μοναδική σε όλες τις διαστάσεις της, αυτή η πίστη είναι η παραδοθείσα «ἅπαξ τοῖς ἁγίοις» [Ιουδ. 1,3: «Ἀγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει(: Αγαπητοί, ενώ είχα σφοδρό πόθο να σας γράψω για την κοινή σωτηρία, που σε όλους μας χάρισε ο Χριστός, αναγκάστηκα από τις περιστάσεις να σας γράψω για να σας προτρέψω να αγωνίζεστε με δύναμη υπέρ  της πίστεως, η οποία δια του προφορικού κηρύγματος παραδόθηκε μία φορά για πάντα στους Χριστιανούς)»], με τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό και την θεανθρώπινη οικονομία Του της σωτηρίας, την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός ευαγγελίζεται την θεία αλήθεια λέγοντας: «Αναμφιβόλως, εκείνος που δεν τηρεί την πίστη της Εκκλησίας, είναι εκτός Εκκλησίας»[Ιωάννου Κασσιανού, Περί της ενσαρκώσεως του Κυρίου, Κατά Νεστορίου 3,14, PL50,70Α].

Όπως ακριβώς, οι άγιοι Απόστολοι, έτσι και οι Πατέρες και οι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας με θεοσοφία και χερουβικό ζήλο ομολογούν την ενότητα και την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έτσι εξηγείται αφενός η νοητή φλόγα του ζήλου των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας ενόψει ενδεχόμενων αποσχίσεων από την Εκκλησία και αφετέρου η αυστηρή τους στάση έναντι των αιρέσεων και των σχισμάτων. Από αυτήν την άποψη, οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι είναι εξαιρετικής θεανθρωπίνης σημασίας. Σύμφωνα με το χριστοφόρο πνεύμα και την χριστοφόρο θέση τους η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική. Όπως δεν μπορούν να υπάρχουν πολλά σώματα εν Χριστώ, έτσι δεν μπορούν να υπάρχουν και πολλές Εκκλησίες. Κατά το θεανθρώπινο είναι της η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ακριβώς και ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι Ένας και Μοναδικός. Συνεπώς ο διχασμός και η διαίρεση της Εκκλησίας ούτε υπήρξε, ούτε και θα υπάρξει· αυτό που υπήρξε και θα υπάρξει είναι η αποκοπή από το σώμα της, όπως η εκούσια αποκοπή του μη φέροντος καρπόν κλήματος από την Άμπελο του Κυρίου Ιησού Χριστού[ βλ. Ιω.15,1-6: «Ἐγώ εἰμι ἄμπελος ἀληθινή, καὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι. Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ. Ἢδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν. μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγἐν ὑμῖν. καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνἐν τἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὑμεῖς, ἐὰν μἐν ἐμοὶ μείνητε. γώ εἰμι ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. Ἐὰν μή τις μείνἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται (:Εγώ είμαι η κληματαριά η πραγματική και άφθαρτη και πνευματική. Εγώ θα αντικαταστήσω και θα ανακαινίσω την παλαιά άμπελο της συναγωγής ιδρύοντας την Εκκλησία μου, της οποίας θα είμαι η κεφαλή. Και ο Πατέρας μου είναι ο αμπελουργός.  Κάθε άνθρωπος που σαν πνευματικό κλήμα είναι ενωμένος μαζί μου με την πίστη, όπως ένα κλαδί με τον κορμό, δεν παράγει, όμως, καρπούς αρετής, ο αμπελουργός Πατέρας μου τον  αποκόπτει και τον αποχωρίζει από την κληματαριά. Και κάθε πνευματικό κλήμα που είναι καρποφόρο, το καθαρίζει και το κλαδεύει, για να αποδώσει περισσότερο καρπό. Εσείς τώρα είστε καθαροί. Και σας έχει καθαρίσει ο λόγος της αλήθειας που σας έχω πει και διδάξει. Είστε, λοιπόν, πνευματικά κλήματα, καθαρισμένα και ετοιμασμένα για να παραγάγετε καρπό. Μείνετε ενωμένοι μαζί μου, για να μείνω κι Εγώ ενωμένος με σας. Όπως το κλήμα δεν μπορεί να κάνει από μόνο του καρπό, εάν δεν μείνει προσκολλημένο στην κληματαριά, έτσι ούτε και σεις δεν θα καρποφορήσετε έργα αρετής και αγιότητος, εάν δεν μείνετε ενωμένοι μαζί μου. Εγώ είμαι η κληματαριά κι εσείς τα κλαδιά της. Εκείνος που μένει ενωμένος μαζί μου κι Εγώ μένω μέσα του, αυτός αποδίδει άφθονο και εκλεκτό καρπό. Διότι χωρίς Εμένα και χωρίς να έχετε τη ζωτική δύναμη που πηγάζει από Εμένα, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε για τον εξαγιασμό σας και τη σωτηρία σας. Όποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, οπωσδήποτε θα πεταχθεί έξω όπως το άκαρπο και άχρηστο κλήμα. Και τότε θα ξεραθεί και δεν θα του μείνει κανένα ίχνος χάριτος και πνευματικής δυνάμεως και ζωής. Και τα πνευματικά κλήματα που ξεράθηκαν έτσι, τα μαζεύουν οι άγγελοι και τα ρίχνουν στη φωτιά της κολάσεως, κι εκεί καίγονται αδιάκοπα και ακατάπαυστα)»].

Στο πέρασμα του χρόνου αποσχίσθηκαν και εξέπεσαν από τη μία, μοναδική και αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού διάφοροι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έπαυσαν να είναι μέλη της και σύσσωμοι του Θεανθρωπίνου σώματός της. Έτσι, πρώτοι απ’ όλους, εξέπεσαν οι γνωστικοί, μετά οι αρειανιστές, οι πνευματομάχοι, οι μονοφυσίτες, οι εικονομάχοι, οι ρωμαιοκαθολικοί, οι προτεστάντες, οι ουνίτες και συνολικά όλοι εκείνοι που ανήκουν στην αιρετικο-σχισματική λεγεώνα.

*Η Ελένη Λιναρδάκη είναι φιλόλογος

Πηγές:

  • Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 279-282.
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News