κουζίνα στο χωριό
Φωτ. shutterstock.com

Λέξη και μαντινάδα: Το μουτουπάκι και τα μαγεροτσικαλιάσματά του

Απόψεις
Λέξη και μαντινάδα: Το μουτουπάκι και τα μαγεροτσικαλιάσματά του

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μια περιήγηση στην προέλευση της λέξης «μουτουπάκι» και στις τουρκικές, βενετικές και αρχαιοελληνικές ρίζες της κρητικής διαλέκτου

Αγαπητερές αναγνώστριες, αγαπητεροί αναγνώστες, «ώρα σας καλή!!!». 

Με μια λέξη από την μπαινάμικη κρητολαλιά μας πλάθουμε μια μαντινάδα: 

Το μουτουπάκι του σπιθιού μαγεροτσικαλιάζει 
συφάμελη δικολογιά τρώει και δικιμάζει. 

Η λέξη που επιλέχτηκε και θα “ξεκαρπουλίσουμε” από τη σημερινή μας μαντινάδα είναι η λέξη “μουτουπάκι”.

Οι παππουδολαλάδες μας αποκαλούσαν την κουζίνα μουτουπάκι. Μουτουπάκι από την τούρκικη λ. Mutpak, η οποία όμως ήταν δυσπρόφερτη γι’ αυτούς. Η δυσκολία αυτή δε στάθηκε ικανή να απομακρυνθεί και να απορριφθεί γλωσσικά η συγκεκριμένη λέξη.

Το λαϊκό γλωσσικό αισθητήριο των προγόνων μας γνώριζε πού θα απευθυνθεί.

Μα, πού αλλού; Στις αρετές και τις “χορηγίες” της πλουσιότατης, εκφραστικότατης και μουσικότατης ελληνικής μας γλώσσας.

Βροντερό “παρών” έδωσαν τα φωνήεντα και η εναλλαγή τους μέσα σε μία λέξη και “μετέτρεψαν” το Mutpak σε μουτουπάκι.

Μουτουπάκι, εύηχο, με την ελληνική του κατάληξη και με τις ονοστιμιές του κατά τη χρήση του, με τα μαγεροτσικαλιάσματά του, δηλαδή με τα πεντανόστιμα φαγητά του κρητικού εδεσματολογίου.

«Άμε, μωρέ παιδί μου, στο μουτουπάκι να συμπάνεις την παρασθιά να ψηθεί το φαΐ», με παρακινούσε πολλές φορές η γιαγιά μου. Από Mutpak λοιπόν έχουμε μουτουπάκι. 

Το γλωσσικό αυτό φαινόμενο (ας τολμήσουμε να το ονομάσουμε “ελληνοποίηση”) το συναντούμε και σε άλλες τούρκικες λέξεις.

Για παράδειγμα το τούρκικο Begenmek απέκτησε την ελληνική κατάληξη -ίζω και έχουμε το ρ. μπεγεντίζω, που σημαίνει εκτιμώ, επιλέγω κάτι που μου αρέσει περισσότερο.

Άλλο παράδειγμα: Η τουρκ. λέξη karpuz είναι ασφαλώς το γνωστό μας καρπούζι, στην κοινή νεοελληνική γλώσσα, που παραμέρισε την αρχαιοελληνική λέξη υδροπέπων.

Στην κρητική μας ντοπιολαλιά έχουμε κι άλλη διαφοροποίηση, άλλαξε και το γένος.

Δεν είναι το καρπούζι, αλλά η καρπούζα. Η αμπλά δεν είχε ανάγκη γλωσσικών παρεμβάσεων και ελληνικών προσθηκών, έτσι παρέμεινε αμπλά. 

Είναι γνωστό το θέμα των επιρροών που δέχεται μία γλώσσα από μία άλλη κατά την επικοινωνία των λαών, είτε αυτή η επικοινωνία είναι ειρηνική ή είναι αποτέλεσμα πολεμικών συγκρούσεων και κατακτήσεων.

Την Κρήτη μας, στη μακραίωνη ιστορία της την μπεγέντισαν καταχτητές και καταχτητές, και οι γλωσσικές επιρροές “ένθεν και ένθεν” ήταν αναπόφευκτες.

Στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα απαριθμούμε αρκετές τούρκικες και ιταλικές-βενετικές λέξεις. Είναι προφανής ο λόγος. 440 χρόνια βενετικής κατάκτησης και 267 έτη 7 μήνες και 7 ημέρες τουρκοκρατία εν Κρήτη. Για να μη δημιουργηθεί παρανόηση, η πλειοψηφία των λέξεων της κρητικής διαλέκτου είναι ελληνικές, ελληνικότατες και τονίζουμε και αρκετές αρχαιοελληνικές. 

Μικρό δείγμα λέξεων της κρητικής διαλέκτου που παραπέμπουν σε αρχαιοελληνικές λέξεις και διατρανώνουν την αδιάσπαστη συνέχεια της γλώσσας μας: Ο παράορος ή παράουρος ή παράουλος, δηλαδή ο ανόητος, ο παλαβός, είναι ο δωρικός τύπος του επιθέτου παρήορος.

Το ρήμα εργώ (κρυώνω) από το αρχαίο ριγέω-ώ. Το επίθετο μπραγός είναι το αρχαιοελληνικό πράος.

Το ρήμα ρέγομαι (μου αρέσει) είναι το αρχαίο ορέγομαι.

«Το σταμνί ομπρεί» άκουγα να λέει κατά την παιδική μου ηλικία ο παππούς και εννόησα τη σημασία της λέξης με το φευγιό του χρόνου όταν συνάντησα σε λεξικό της αρχαιοελληνικής το ρήμα ομβρέω = βρέχω και το ουσ. όμβρος = βροχή (βλ. όμβρια ύδατα).

Λέξεις χωρίς καμιά διαφοροποίηση είναι ο ασπάλαθος, η όρνιθα, η αίγα. 

Με το καλό να ξανανταμώσουμε. 

Σε όλες και σε όλους σας εύχομαι το καλό σας 
’σαμέ την άλλη τη βολά ακριβοχαιρετώ σας!!! 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News