Από τους ανοιχτούς φόβους του Όργουελ στον 20ό αιώνα, φτάσαμε αλματωδώς στις σύγχρονες βιομηχανίες της συναίνεσης, μόλις στο πρώτο τέταρτο του 21ου.
Όταν η εξουσία βαφτίζει το σκοτάδι, φως, τότε αναπόφευκτα θα θυμηθείς τον Όργουελ, ιδίως τέτοιες μέρες, παρότι τελικά ο Χάξλεϋ σε εκφράζει αναντίλεκτα...
Μόλις προχθές στις 8 Ιουνίου, πριν από 77 χρόνια, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που πολλοί χαρακτήρισαν μυθιστόρημα, άλλοι πολιτική αλληγορία και αρκετοί έναν ανατριχιαστικό οδηγό για το μέλλον. Το “1984” του Τζορτζ Όργουελ εξακολουθεί να διαβάζεται και να συζητιέται όσο λίγα έργα του περασμένου αιώνα.
Ο άνθρωπος πίσω από το διάσημο ψευδώνυμο λεγόταν Έρικ Άρθουρ Μπλερ. Γεννήθηκε το 1903 στην Ινδία, όταν ακόμη η βρετανική αυτοκρατορία άπλωνε τη σκιά της πάνω σε ολόκληρες ηπείρους, με ένα στιβαρό, απόλυτα εκμεταλλευτικό και εξοντωτικό σύστημα αποικιοκρατίας. Μεγάλωσε στην Αγγλία, σπούδασε στο Ήτον και αργότερα βρέθηκε να υπηρετεί ως αξιωματικός της αποικιακής αστυνομίας στη Βιρμανία.
Εκεί, πολύ πριν γίνει συγγραφέας, γνώρισε από κοντά το πραγματικό πρόσωπο της εξουσίας. Είδε πώς λειτουργεί ένας μηχανισμός που απαιτεί υπακοή, πώς η ισχύς ντύνεται με τον μανδύα της νομιμότητας και πώς ο άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε εξάρτημα μιας απρόσωπης μηχανής. Παραιτήθηκε, περιπλανήθηκε, έζησε φτωχικά, εργάστηκε σε δουλειές του ποδαριού, βρέθηκε στον Ισπανικό Εμφύλιο και τελικά αφιερώθηκε στη συγγραφή.
Δεν ήταν ένας διανοούμενος που παρατηρούσε τον κόσμο από την ασφάλεια ενός γραφείου. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε δει την εξουσία να λειτουργεί από μέσα. Και γι' αυτό ίσως κατάφερε να περιγράψει με τόση πειστικότητα τους κινδύνους της.
Η αυτοκρατορία της αντιστροφής
Στο “1984” το κράτος δεν αρκείται να κυβερνά τους πολίτες. Θέλει να κυβερνά τη σκέψη τους. Να ελέγχει όχι μόνο τις πράξεις, αλλά και τις έννοιες με τις οποίες οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο.
Η ελεύθερη έκφραση θεωρείται απειλή. Η αμφισβήτηση μετατρέπεται σε έγκλημα. Η μνήμη ξαναγράφεται καθημερινά, ώστε να υπηρετεί τις ανάγκες της εκάστοτε εξουσίας.
Το καθεστώς διαθέτει ακόμη και Αστυνομία Σκέψης. Όχι για να τιμωρεί όσα κάνεις, αλλά όσα σκέφτεσαι. Και επειδή κάθε εξουσία χρειάζεται διαρκώς έναν λόγο ύπαρξης, επινοεί εχθρούς, κατασκευάζει φόβους, συντηρεί κρίσεις και πολέμους. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετατρέπεται σε μόνιμη κανονικότητα.
Όταν οι λέξεις αλλάζουν σημασία
Το πιο ευφυές ίσως εύρημα του Όργουελ δεν ήταν η παρακολούθηση ούτε ο Μεγάλος Αδελφός. Ήταν η επίθεση στη γλώσσα.
Στον κόσμο του, οι λέξεις χάνουν το πραγματικό τους νόημα και αποκτούν ένα καινούργιο, εγκεκριμένο από το καθεστώς. Όσο φτωχαίνει η γλώσσα, τόσο περιορίζεται η δυνατότητα της σκέψης.
Γι’ αυτό και τα υπουργεία του υπερκράτους μοιάζουν βγαλμένα από κάποιο πολιτικό εργαστήριο αντιστροφής της πραγματικότητας.
Το υπουργείο Αλήθειας διαχειρίζεται την προπαγάνδα.
Το υπουργείο Ειρήνης διευθύνει τον πόλεμο.
Το υπουργείο Αγάπης επιβλέπει την καταστολή.
Και το υπουργείο Αφθονίας ασχολείται με τη διαχείριση της στέρησης.
Η αντιστροφή των εννοιών γίνεται το θεμέλιο της εξουσίας.
Και κάπου εδώ ο αναγνώστης αναρωτιέται αν διαβάζει λογοτεχνία ή αν παρακολουθεί δελτίο ειδήσεων μιας οποιασδήποτε εποχής.
Η πιο επικίνδυνη μορφή ελέγχου
Ο Όργουελ είχε γράψει μια φράση που παραμένει επίκαιρη: «Σε εποχές γενικευμένης εξαπάτησης, το να λες την αλήθεια γίνεται επαναστατική πράξη».
Ίσως γιατί κατάλαβε πως η πραγματική κυριαρχία δεν επιβάλλεται μόνο με τη βία. Επιβάλλεται όταν οι άνθρωποι παύουν να εμπιστεύονται την κρίση τους και αναθέτουν σε άλλους το δικαίωμα να ορίζουν τι είναι αλήθεια και τι ψέμα.
Το πρώτο βήμα για την υποταγή δεν είναι η φίμωση. Είναι η συνήθεια. Η αποδοχή.
Η παραίτηση από την προσωπική ευθύνη της σκέψης.
Το κλειδί της εξόδου
Παρά τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του έργου, υπάρχει ένας δρόμος διαφυγής. Όχι μέσα από ηρωικές επαναστάσεις.
Όχι μέσα από βίαιες ανατροπές. Αλλά μέσα από τη συνειδητοποίηση.
Τη στιγμή που κάποιος αντιλαμβάνεται ότι οι λέξεις παραμορφώνονται, ότι οι αξίες αντιστρέφονται, ότι οι φόβοι κατασκευάζονται και ότι η πραγματικότητα παρουσιάζεται φιλτραρισμένη μέσα από μηχανισμούς εξουσίας. Η εσωτερική ελευθερία παραμένει ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε αυταρχικού συστήματος. Ένας άνθρωπος που σκέφτεται μόνος του είναι πάντοτε πιο δύσκολο να χειραγωγηθεί από έναν άνθρωπο που απλώς υπακούει.
Γιατί σήμερα σκέφτομαι περισσότερο τον Χάξλεϋ
Κι όμως, όσο πειστικός και προφητικός υπήρξε ο Όργουελ, ομολογώ πως εγώ ακόμη και σήμερα βρίσκω ακόμη πιο επίκαιρη μια άλλη ανάγνωση της πραγματικότητας. Εκείνη του Άλντους Χάξλεϋ.
Ο συγγραφέας του “Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου” δεν πίστευε ότι οι κοινωνίες θα υποδουλωθούν απαραίτητα μέσω της καταστολής. Πίστευε ότι μπορεί να παραδοθούν μόνες τους. Δε φοβόταν ότι κάποιος θα απαγορεύσει τα βιβλία. Φοβόταν ότι οι άνθρωποι θα πάψουν να ενδιαφέρονται να τα διαβάζουν. Δε φοβόταν ότι η αλήθεια θα κρυφτεί. Φοβόταν ότι θα χαθεί μέσα σε έναν κατακλυσμό πληροφοριών, θεαμάτων και περισπασμών. Ο Όργουελ φοβόταν εκείνους που θα μας στερήσουν την ελευθερία. Ο Χάξλεϋ φοβόταν ότι θα τη χαρίσουμε μόνοι μας.
Και αν με ρωτάτε, παρά τη διαχρονική δύναμη του “1984”, σήμερα η πραγματικότητα μοιάζει να πλησιάζει περισσότερο τη δυστοπία του Χάξλεϋ. Δε χρειάζεται να καεί ένα βιβλίο για να ξεχαστεί. Αρκεί να θαφτεί κάτω από ατελείωτες οθόνες. Δε χρειάζεται να επιβληθεί σιωπή. Αρκεί ο αδιάκοπος θόρυβος. Κι ίσως αυτή να είναι η πιο ύπουλη μορφή εξουσίας. Όχι εκείνη που σε αναγκάζει να κοιτάξεις αλλού, αλλά εκείνη που καταφέρνει να μη θέλεις να κοιτάξεις καθόλου. Όπως έλεγε ο Άλντους Χάξλεϋ, «η μεγαλύτερη νίκη της προπαγάνδας δεν είναι να εξαναγκάσει τους ανθρώπους να κάνουν κάτι, αλλά να τους κάνει να αγαπήσουν την υποδούλωσή τους».
Μάλιστα, σχεδόν ενορατικά σε μια συνέντευξή του στα 1958 ο Χάξλεϋ έλεγε εμφατικά: «Θα υπάρξει, στις επόμενες γενιές, μια φαρμακολογική μέθοδος που θα κάνει τους ανθρώπους να αγαπούν τη δουλεία τους και θα παράγει δικτατορία χωρίς δάκρυα, ένα είδος ανώδυνου στρατοπέδου συγκέντρωσης για ολόκληρες κοινωνίες, όπου οι άνθρωποι θα στερούνται τις ελευθερίες τους αλλά θα το απολαμβάνουν».
Ο Νιλ Πόστμαν έχει κάνει την πιο κωδικοποιημένη διαφορά των δύο μεγεθών της σκέψης, του Όργουελ και του Χάξλεϋ, με κοινή την αγωνία τους για την πορεία των κοινωνιών:
«Ο Όργουελ φοβόταν ότι θα μας κρύψουν την αλήθεια. Ο Χάξλεϋ φοβόταν ότι δε θα μας ενδιαφέρει να τη βρούμε».