kentriki arthrou.jpg
Φωτ. shutterstock

Ένας κόσμος αλλιώς: Ζωή σε προσομοίωση, άλμα στο κενό

Απόψεις
Ένας κόσμος αλλιώς: Ζωή σε προσομοίωση, άλμα στο κενό

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι βλέπουν οι νέοι άνθρωποι στον κόσμο που τους παραδίδουμε και γιατί η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο μέσα τους αλλά και μέσα μας

Πριν από περίπου έναν μήνα, η είδηση του θανάτου δύο 17χρονων κοριτσιών συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία. Τα δύο παιδιά βρέθηκαν στο κενό από τον 7ο όροφο πολυκατοικίας στην Αθήνα, αφήνοντας πίσω τους ένα σημείωμα με μια φράση που εξακολουθεί να ηχεί εκκωφαντικά: «Αυτός ο κόσμος δεν είναι για μας».

Για ημέρες απέφυγα να σχολιάσω το γεγονός. Όχι από αδιαφορία, αλλά από σεβασμό απέναντι στην τραγικότητα μιας απώλειας που δύσκολα χωρά σε λέξεις. Δύο νέα παιδιά αρνήθηκαν τη ζωή πριν ακόμη προλάβουν να τη γνωρίσουν ολόκληρη.

Και μόνο αυτή η σκέψη είναι αρκετή για να σταματήσει κάθε εύκολη κρίση, κάθε βιαστικό συμπέρασμα, κάθε πρόχειρη ερμηνεία.

Ωστόσο, όσο περνούσαν οι ημέρες, εκείνη η φράση δεν με εγκατέλειπε. Όχι τόσο ως «σχολιαστή», αλλά ως πολίτη που βρίσκεται ήδη στην έκτη δεκαετία της ζωής του. Και ακόμη περισσότερο ως γονιό, που δεν μπορεί να προσπεράσει το ερώτημα τι είναι εκείνο που κάνει δύο παιδιά να αισθάνονται ξένα μέσα στον κόσμο που τους παραδίδουμε.

Δεν αναζητώ ενόχους ούτε επιχειρώ να αποδώσω ευθύνες. Προσπαθώ μόνο να κοιτάξω κατάματα μια πραγματικότητα που ίσως αφορά πολύ περισσότερους από όσους είμαστε διατεθειμένοι να παραδεχτούμε.

Γιατί πίσω από μια τραγωδία δεν κρύβεται μόνο η απώλεια δύο ζωών. Κρύβεται και η σιωπηλή απόρριψη της ζωής όπως τη συνδιαμορφώσαμε οι προηγούμενες γενιές.

Προσομοίωση

Από το σοκ... στην αμηχανία

Το πρώτο συναίσθημα ήταν το σοκ. Η είδηση της απώλειας δύο νέων παιδιών προκάλεσε θλίψη, απορία και την ανθρώπινη ανάγκη να βρεθεί μια εξήγηση. Είναι ίσως ο πιο φυσικός μηχανισμός άμυνας απέναντι σε γεγονότα που μοιάζουν αδύνατο να χωρέσουν στη λογική μας. Θέλουμε να καταλάβουμε το «γιατί», να εντοπίσουμε την αιτία, να βάλουμε σε τάξη το χάος που αφήνει πίσω της μια τέτοια τραγωδία.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν γνωρίζουμε τι οδήγησε τα συγκεκριμένα κορίτσια στην απόφασή τους. Κανείς δεν μπορεί να μπει στο μυαλό δύο ανθρώπων και να ανασυνθέσει με βεβαιότητα τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις διαδρομές που προηγήθηκαν. Πολύ περισσότερο, κανείς δεν μπορεί να επιχειρήσει μια επιστημονική προσέγγιση χωρίς τα δεδομένα και τη γνώση που διαθέτουν οι ειδικοί επιστήμονες που μελετούν την ανθρώπινη ψυχή.

Δεν είναι αυτός ο σκοπός αυτού του κειμένου.

Εκεί όπου τελειώνει το σοκ, αρχίζει η αμηχανία. Και η αμηχανία γεννιέται από μία φράση: «Αυτός ο κόσμος δεν είναι για μας».

Μια φράση που δεν περιγράφει απλώς μια προσωπική κατάσταση. Μια φράση που στρέφει το βλέμμα και προς τον ίδιο τον κόσμο. Γιατί, ανεξάρτητα από το πώς αντιλαμβάνεται ή βιώνει ο καθένας την πραγματικότητα, παραμένει το ερώτημα τι είναι αυτό που κάνει νέους ανθρώπους να αισθάνονται τόσο ξένοι μέσα σε αυτήν.

Από αυτό το σημείο ξεκινά ο προβληματισμός μας. Όχι για να γίνουμε ψυχολόγοι ούτε για να αναζητήσουμε εύκολες απαντήσεις. Αλλά για να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά όσα χτίζουμε ως κοινωνία και τα οποία, πολλές φορές, τα παιδιά μας φαίνεται να βλέπουν πολύ πιο καθαρά από εμάς.

Το «φυσιολογικό» που... βολεύει

Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη ανάγνωση. Εκείνη που αντιμετωπίζει την αποξένωση των νέων από τον κόσμο των προηγούμενων γενεών ως μια διαχρονική κοινωνική σταθερά.

Ως ένα φαινόμενο που υπήρχε πάντα και θα συνεχίσει να υπάρχει. Κάθε γενιά αμφισβητεί την προηγούμενη, συγκρούεται μαζί της, διεκδικεί τον δικό της χώρο, τις δικές της αξίες και τον δικό της τρόπο να βλέπει τον κόσμο. Συνέβαινε χθες, συμβαίνει σήμερα και θα συμβαίνει αύριο.

Πρόκειται για μια άποψη που διαθέτει ισχυρά επιχειρήματα. Ταυτόχρονα, όμως, συχνά λειτουργεί καθησυχαστικά. Σαν ένας μηχανισμός που επιτρέπει στην κοινωνία να επιστρέψει γρήγορα στην κανονικότητά της μετά το αρχικό σοκ που προκαλούν τέτοια γεγονότα.

Μερικές φορές λειτουργεί και ως άλλοθι. Ως ένας τρόπος να αποφύγουμε τα δύσκολα ερωτήματα, αποδίδοντας κάθε έντονη αμφισβήτηση αποκλειστικά στη φύση της νεότητας.

«Οι νέοι είναι για να αμφισβητούν», «οι νέοι είναι για να φέρνουν το καινούργιο», «οι νέοι συχνά συγκρούονται με το παλιό με τρόπο ακραίο και απόλυτο». Φράσεις γνώριμες, ίσως και αληθινές σε έναν βαθμό.

Το ερώτημα, όμως, παραμένει: Αρκούν αυτές οι εξηγήσεις ή μήπως σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται για να μην εξετάσουμε αν υπάρχει κάτι βαθύτερο που δεν λειτουργεί σωστά στο οικοδόμημα μέσα στο οποίο καλούνται να ζήσουν οι επόμενες γενιές;

Προσομοίωση

Το χρέος που... εκπληρώσαμε

Οι περισσότεροι από εμάς που μεγαλώσαμε τις δεκαετίες του '70, του '80 και του '90 κουβαλήσαμε στην ενηλικίωσή μας μια βαθιά υπόσχεση: τα παιδιά μας να μη στερηθούν όσα στερηθήκαμε εμείς. Και σε μεγάλο βαθμό πιστέψαμε ότι το πετύχαμε.

Φροντίσαμε να έχουν επαρκή και ποιοτική τροφή, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, ακριβότερη ένδυση, πρόσβαση σε κάθε μορφή εκπαίδευσης και μια πληθώρα επιλογών για το μέλλον τους. Επενδύσαμε χρόνο, χρήμα και αγωνία ώστε να τους εξασφαλίσουμε ευκαιρίες που για πολλούς από εμάς δεν υπήρξαν ποτέ δεδομένες.

Κάπου εκεί, όμως, θεωρήσαμε ότι εκπληρώσαμε το χρέος μας.

Ίσως επειδή μετρήσαμε την πρόοδο με τα δικά μας μέτρα. Με τα κριτήρια των δικών μας ελλείψεων, των δικών μας φόβων και των δικών μας ονείρων. Και ίσως δεν αντιληφθήκαμε έγκαιρα ότι οι ανάγκες των παιδιών μας δεν ταυτίζονται απαραίτητα με εκείνες που είχαμε εμείς στην ηλικία τους.

Γιατί μπορεί να τους προσφέραμε περισσότερα από όσα λάβαμε, χωρίς όμως να κατανοήσουμε πλήρως τις αγωνίες, τις ανασφάλειες και τους προβληματισμούς που γεννά ο κόσμος μέσα στον οποίο καλούνται σήμερα να μεγαλώσουν.

 Ένας κόσμος που αλλάζει ραγδαία

Ταυτόχρονα συμβαίνει και ένα γεγονός που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Ο κόσμος μέσα στον οποίο μεγαλώνουν σήμερα οι νέοι άνθρωποι δεν είναι ο ίδιος κόσμος που γνώρισαν οι προηγούμενες γενιές. Και ίσως η διαφορά να μην βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο των αλλαγών, αλλά κυρίως στην ταχύτητά τους.

Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, οι συνθήκες της καθημερινότητας μεταβάλλονται με ρυθμούς πρωτόγνωρους για την ανθρώπινη εμπειρία. Τρόποι ζωής, κοινωνικές συνήθειες, οικονομικές πραγματικότητες, αξίες, προσδοκίες και κανόνες που κάποτε χρειάζονταν δεκαετίες για να αλλάξουν, σήμερα μετασχηματίζονται μέσα σε λίγα μόλις χρόνια.

Ακόμη και για όσους διανύουμε τη δεύτερη ή την τρίτη ηλικία, πολλές από αυτές τις αλλαγές είναι δύσκολο να αφομοιωθούν. Συχνά αισθανόμαστε ότι το έδαφος μετακινείται κάτω από τα πόδια μας, ότι οι βεβαιότητες πάνω στις οποίες χτίσαμε τη ζωή μας παύουν να ισχύουν ή επαναπροσδιορίζονται διαρκώς.

Ίσως οι εμπειρίες μας να μας προσφέρουν μεγαλύτερες αντοχές απέναντι σε αυτή τη διαρκή μεταβολή. Ίσως η προσωπικότητά μας να έχει αποκτήσει μηχανισμούς προσαρμογής που οι νεότεροι ακόμη διαμορφώνουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι επιπτώσεις είναι ίδιες για όλους.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες αδυναμίες των μεγαλύτερων γενεών. Όχι μόνο να αντιληφθούν το μέγεθος και την ταχύτητα των αλλαγών που συντελούνται γύρω μας, αλλά και να κατανοήσουν πώς αυτές επιδρούν στις πιο ευαίσθητες ψυχές των νέων ανθρώπων, οι οποίοι καλούνται να διαμορφώσουν την ταυτότητά τους μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να αλλάζει πριν ακόμη προλάβουν να τον γνωρίσουν.

Προσομοίωση

 Όταν η ζωή μπήκε στην... οθόνη

Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο οι μεγαλύτερες γενιές οφείλουμε να κάνουμε μια ειλικρινή αυτοκριτική, αυτό είναι η σχέση των παιδιών μας με τον ψηφιακό κόσμο. Αδαείς οι περισσότεροι μπροστά στις δυνατότητες αλλά και στους κινδύνους που γεννούσε η νέα εποχή, όχι μόνο δεν προστατεύσαμε τα παιδιά μας, αλλά συχνά τα παραδώσαμε οι ίδιοι στην κυριαρχία της οθόνης. Άλλοτε από άγνοια, άλλοτε από ευκολία και πολλές φορές αναζητώντας λίγες στιγμές ησυχίας μέσα στην απαιτητική καθημερινότητα.

Έτσι ανοίξαμε την πόρτα σε έναν νέο κόσμο. Έναν κόσμο όπου η εικόνα απέκτησε μεγαλύτερη αξία από την ουσία και όπου η προβολή έγινε συχνά σημαντικότερη από την πραγματική εμπειρία.

Έναν κόσμο γεμάτο πρότυπα τελειότητας, ιδανικές ζωές, ιδανικές σχέσεις και ωραιοποιημένες εκδοχές της πραγματικότητας που σπάνια ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

Μέσα από φίλτρα, «likes», ψηφιακές περσόνες και διαρκώς εξατομικευμένο περιεχόμενο, δημιουργείται ένα περιβάλλον που συχνά μοιάζει περισσότερο με προσομοίωση παρά με την πραγματική ζωή

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι νέοι άνθρωποι εκτέθηκαν σε πιέσεις που οι προηγούμενες γενιές δεν γνώρισαν ποτέ σε τέτοια ένταση. Εκφοβισμός, δημόσια διαπόμπευση, απειλές, εκβιασμοί, κοινωνική απόρριψη, αλλά και η αδιάκοπη έκθεση σε δυσάρεστες ειδήσεις και καταστροφικά γεγονότα μέσα από το φαινόμενο του doomscrolling, διαμόρφωσαν μια καθημερινότητα χωρίς διαλείμματα και χωρίς ασφαλή καταφύγια.

Και κάπως έτσι περάσαμε στο επόμενο στάδιο. Ζωή μέσα από την οθόνη. Σχέσεις μέσα από την οθόνη. Κοινωνική επαφή μέσα από την οθόνη.

Μέχρι που για πολλούς νέους ανθρώπους η οθόνη έγινε ο βασικός χώρος ύπαρξης.

Και μαζί με την υπόσχεση για απεριόριστες δυνατότητες, ήρθαν η μοναξιά, η ανασφάλεια, το άγχος για το μέλλον και η αίσθηση ότι, παρά τις αμέτρητες επιλογές, η ζωή γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να βρει κανείς τη θέση του μέσα σε αυτήν.'

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι σημερινοί έφηβοι είναι εκτεθειμένοι και σε μια πραγματικότητα που οι προηγούμενες γενιές δεν γνώρισαν ποτέ: τη σιωπηλή κυριαρχία των αλγορίθμων. Ένα μεγάλο μέρος των ερεθισμάτων, των πληροφοριών, των προτύπων και των εικόνων που φτάνουν καθημερινά σε αυτούς δεν αποτελεί προϊόν δικής τους επιλογής, αλλά αποτέλεσμα αόρατων μηχανισμών που αποφασίζουν τι αξίζει να δουν, τι πρέπει να τους απασχολήσει και ποια εκδοχή της πραγματικότητας θα εμφανιστεί μπροστά τους.

Μέσα από φίλτρα, «likes», ψηφιακές περσόνες και διαρκώς εξατομικευμένο περιεχόμενο, δημιουργείται ένα περιβάλλον που συχνά μοιάζει περισσότερο με προσομοίωση παρά με την πραγματική ζωή.

Ένας κόσμος προσεκτικά διαμορφωμένος, όπου η εικόνα υπερισχύει της εμπειρίας, η επιβεβαίωση μετριέται σε αριθμούς και η αξία ενός ανθρώπου κινδυνεύει να ταυτιστεί με την αποδοχή που λαμβάνει από μια ψηφιακή κοινότητα.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της εποχής μας: όσο περισσότερο συνδεόμαστε ψηφιακά, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διακρίνουμε πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η προσομοίωσή της.

Η δική μας αντίφαση

Ίσως όμως η μεγαλύτερη αντίφαση να βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο προετοιμάζουμε τους νέους ανθρώπους για το μέλλον. Τους υποβάλλουμε σε μια εξαντλητική και συχνά ψυχοφθόρα διαδικασία εξετάσεων, παρουσιάζοντάς τους την εκπαιδευτική επιτυχία ως το κλειδί που θα ανοίξει μια λαμπρή πόρτα στη ζωή τους. Για χρόνια ολόκληρα, η σχολική και οικογενειακή καθημερινότητα περιστρέφεται γύρω από έναν στόχο που εμφανίζεται σχεδόν ως μονόδρομος.

Στην προσπάθειά μας αυτή, συχνά ξεχνάμε κάτι βασικό. Δεν δημιουργούμε αρκετό χώρο για τα όνειρα, τις ιδιαίτερες κλίσεις, τις δεξιότητες και τα ταλέντα κάθε νέου ανθρώπου. Η επιτυχία μετριέται με βαθμούς, επιδόσεις και τίτλους, λες και όλοι οφείλουν να ακολουθήσουν την ίδια διαδρομή.

Ταυτόχρονα, όμως, αποφεύγουμε να μιλήσουμε για την πραγματικότητα που περιμένει πολλούς από αυτούς. Για τους χιλιάδες πτυχιούχους που αδυνατούν να βρουν εργασία στο αντικείμενό τους. Για όσους αναγκάζονται να αναζητήσουν επαγγελματική διέξοδο μακριά από τη χώρα τους. Για τη διαρκή ανασφάλεια που συνοδεύει ακόμη και υψηλά προσόντα και πολυετείς σπουδές.

Τους δείχνουμε τον δρόμο της αριστείας, πολλές φορές με πιεστικό και ασφυκτικό τρόπο. Την ίδια στιγμή, όμως, βλέπουν γύρω τους μια κοινωνία όπου το εύκολο κέρδος, ο τυχοδιωκτισμός και η επιτυχία με κάθε μέσο συχνά προβάλλονται ως πρότυπα. Τους ζητούμε να επενδύσουν στη γνώση, στην προσφορά και στην κοινωνική ευθύνη, ενώ συχνά τους δίνουμε το αντίθετο παράδειγμα.

Τους καλούμε να ονειρευτούν ότι θα υπηρετήσουν την κοινωνία ως δάσκαλοι, γιατροί ή επιστήμονες σε περιοχές που έχουν ανάγκη. Όμως οι ίδιες οι συνθήκες που διαμορφώνουμε, η ακρίβεια, το στεγαστικό πρόβλημα και η οικονομική πίεση, μετατρέπουν πολλές φορές αυτό το όνειρο σε μια σχεδόν αδύνατη επιλογή.

 Η επιλογή και το άλμα στο κενό

Όπως φαίνεται, το ερώτημα ίσως δεν είναι αν οι νέοι άνθρωποι έχουν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Κάθε γενιά, άλλωστε, βρέθηκε αντιμέτωπη με τις δικές της δυσκολίες, τις δικές της προκλήσεις και τις δικές της αγωνίες.

 Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο κόσμος που τους παραδίδουμε αξίζει να αντιμετωπιστεί όπως είναι σήμερα.

Η εύκολη λύση θα ήταν να αναζητήσουμε τις απαντήσεις αποκλειστικά στις αδυναμίες των νέων. Πολύ πιο δύσκολο είναι να αναρωτηθούμε τι ευθύνη έχουμε εμείς, οι προηγούμενες γενιές, για τις συνθήκες που διαμορφώσαμε, για τις αντιφάσεις που ανεχθήκαμε και για τα αδιέξοδα που αφήσαμε να γιγαντωθούν μπροστά στα μάτια μας.

Γιατί, τελικά, η μεγαλύτερη υποχρέωση μιας κοινωνίας απέναντι στα παιδιά της δεν είναι να τους προσφέρει μόνο περισσότερα αγαθά, περισσότερες επιλογές ή περισσότερη τεχνολογία. Είναι να τους προσφέρει έναν κόσμο στον οποίο να μπορούν να βρουν θέση, νόημα, προοπτική και ελπίδα.

Η απάντηση, λοιπόν, δεν βρίσκεται στην απόρριψη του κόσμου αλλά στην αλλαγή του. Δεν βρίσκεται στην παραίτηση αλλά στη διεκδίκηση ενός διαφορετικού μέλλοντος. Ενός μέλλοντος που οι νέοι άνθρωποι δικαιούνται να διαμορφώσουν και οι μεγαλύτεροι οφείλουμε να τους επιτρέψουμε να ονειρευτούν.

Το αν θα τα καταφέρουμε δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα αποφύγουμε νέες τραγωδίες και νέες ιστορίες ανθρώπων που αισθάνθηκαν ότι αυτός ο κόσμος δεν τους χωρά. Θα κριθεί από κάτι ακόμη σημαντικότερο: Από το αν θα βρούμε το θάρρος να αλλάξουμε όσα γνωρίζουμε ότι είναι λάθος.

Γιατί διαφορετικά, το πραγματικό άλμα στο κενό δεν θα αφορά μόνο εκείνους που χάνουν την πίστη τους στον κόσμο. Θα αφορά μια ολόκληρη κοινωνία που, ενώ βλέπει το κενό μπροστά της, εξακολουθεί να διστάζει να αλλάξει πορεία, παραδίδοντας τις γενιές που έρχονται στη δική της ατολμία.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News