Το εμπορικό κατασκοπευτικό λογισμικό (commercial spyware) έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί ένα υποθετικό σενάριο εργαστηρίων κυβερνοασφάλειας. Πρόκειται για μια δυναμική βιομηχανία, η οποία -όπως αποδείχθηκε διεθνώς- έχει τη δυνατότητα να στοχοποιεί δημοσιογράφους, πολιτικούς, δικαστικούς, ακόμη και μέλη κρατικών κοινοβουλίων.
Στην Ελλάδα, το ζήτημα των παρακολουθήσεων παραμένει στο επίκεντρο της έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αντιπολίτευση εξαπολύει διαρκώς βέλη, στρέφοντας τα πυρά της προς την κυβέρνηση και αποδίδοντας πολιτικές και θεσμικές ευθύνες τόσο στον Πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, όσο και στον τέως Γενικό Γραμματέα του Πρωθυπουργικού Γραφείου, Γρηγόρη Δημητριάδη. Πρόσφατα γεγονότα, όπως οι δημόσιες αντιπαραθέσεις μεταξύ κορυφαίων επιχειρηματικών και θεσμικών παραγόντων, οι αναφορές σε δικαστικές εξελίξεις γύρω από την υπόθεση «Predatorgate», καθώς και οι ψίθυροι σε κομματικό συνέδριο, καταδεικνύουν ότι το κλίμα παραμένει ηλεκτρισμένο.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής πραγματικότητα και κυρίως η μεταστροφή της στάσης των ΗΠΑ δημιουργούν ένα νέο, περίπλοκο σκηνικό που καθιστά την προστασία του πολιτεύματος πιο κρίσιμη από ποτέ.
Η στρατηγική των ΗΠΑ μετά την μεταστροφή της Ουάσινγκτον
Ενώ η ευρωπαϊκή και η ελληνική Δικαιοσύνη έχουν κάνει βήματα για τη διερεύνηση των ευθυνών –με χαρακτηριστική την πρωτόδικη καταδίκη τεσσάρων προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του ιδρυτή της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, τον Φεβρουάριο του 2026– στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού παρατηρείται μια αξιοσημείωτη αλλαγή πλεύσης.
Οι ΗΠΑ, υπό τη διοίκηση Τραμπ, φαίνεται να επαναπροσδιορίζουν τη στάση τους απέναντι στις εταιρείες εμπορικού λογισμικού:
- Άρση Κυρώσεων: Στα τέλη Δεκεμβρίου 2025, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ αφαίρεσε από τη λίστα κυρώσεων (OFAC) τρία ανώτατα στελέχη που συνδέονταν με την κοινοπραξία Intellexa του Ντίλιαν (Sara Hamou, Andrea Gambazzi, Merom Harpaz). Η επίσημη αιτιολόγηση έκανε λόγο για μια «συνήθη διοικητική διαδικασία», ωστόσο η απόφαση προκάλεσε ερωτήματα και διαμαρτυρίες από τους Δημοκρατικούς των ΗΠΑ
- Ενεργοποίηση Συμβολαίων: Η αμερικανική Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) επαναενεργοποίησε συμβόλαιο ύψους 2 εκατομμυρίων δολαρίων με την ισραηλινή εταιρεία Paragon Solutions για το λογισμικό «Graphite», παγώνοντας την προηγούμενη περιοριστική πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν.
- Εξαγορές από κεφάλαια των ΗΠΑ: Παράλληλα, παρατηρείται μια τάση «νομιμοποίησης» αυτών των εταιρειών μέσω της εξαγοράς τους από αμερικανικά επενδυτικά σχήματα, όπως αυτή της Paragon από την AE Industrial Partners και της NSO Group (δημιουργού του Pegasus) από ομάδα επενδυτών.
Αυτή η μεταστροφή δείχνει ότι η Ουάσινγκτον επιλέγει πλέον μια πιο «χρησιμοθηρική» προσέγγιση, εντάσσοντας τα ψηφιακά αυτά εργαλεία στον δικό της κρατικό μηχανισμό, γεγονός που αποδυναμώνει τη διεθνή πίεση για την πλήρη απαγόρευση των spyware.
Η επιτροπή PEGA αλλά και η θεσμική ύπνωση της ΕΕ
Απέναντι στην αμερικανική μεταστροφή, η ΕΕ έχει να επιδείξει μια έντονη αλλά συχνά εγκλωβισμένη στη γραφειοκρατία δραστηριότητα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της αποκάλυψης των σκανδάλων, όταν διαπιστώθηκε ότι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, δημοσιογράφοι και πολιτικοί (μεταξύ των οποίων στην Ισπανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Ελλάδα) είχαν στοχοποιηθεί με τα λογισμικά Pegasus και Predator.
Η συγκρότηση της ειδικής εξεταστικής επιτροπής PEGA (PEGA Committee) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτέλεσε ένα ιστορικό βήμα. Η επιτροπή διενήργησε έρευνες, πραγματοποίησε αυτοψίες στις χώρες - συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας - και κατέληξε σε ένα αυστηρό πόρισμα. Η PEGA κατέγραψε πώς τα εμπορικά λογισμικά χρησιμοποιούνται ως εργαλεία αυταρχισμού εντός της ίδιας της Ε.Ε., υπονομεύοντας το κράτος δικαίου και τις δημοκρατικές διαδικασίες.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέθεσε ένα ολοκληρωμένο προσχέδιο για ένα Ευρωπαϊκό Πλαίσιο ελέγχου των Spyware. Οι βασικές προτάσεις περιλαμβάνουν:
- Αυστηρές προϋποθέσεις χρήσης: Επιβολή πολύ στενών ορίων και δικαστικών εγγυήσεων, με τη χρήση τους να περιορίζεται αποκλειστικά σε αποδεδειγμένες περιπτώσεις απειλής της εθνικής ασφάλειας ή σοβαρού εγκλήματος.
- Διαφάνεια στις εξαγωγές (EU Export Controls): Έλεγχο των ευρωπαϊκών εταιρειών που εξάγουν τέτοια λογισμικά σε τρίτες χώρες με αυταρχικά καθεστώτα (όπως είχε συμβεί με τις άδειες εξαγωγής του Predator από την Αθήνα προς τη Μαδαγασκάρη και το Σουδάν).
- Δημιουργία Ευρωπαϊκού Τεχνολογικού Εργαστηρίου (EU Tech Lab): Έναν ανεξάρτητο ευρωπαϊκό θεσμό που θα ελέγχει τις συσκευές των πολιτών και των αξιωματούχων για ίχνη παραβίασης.
Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα της ΕΕ παραμένει η διάσταση μεταξύ των προτάσεων του Ευρωκοινοβουλίου και της απροθυμίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (δηλαδή των κυβερνήσεων των κρατών-μελών). Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υποκριτικά οχυρώνονται πίσω από τη ρήτρα της «εθνικής ασφάλειας» –η οποία εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κάθε κράτους– για να μπλοκάρουν την υιοθέτηση ενός δεσμευτικού, ενιαίου και αυστηρού ευρωπαϊκού κανονισμού. Έτσι, η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει στις διακηρύξεις, την ώρα που η τεχνολογία καλπάζει.
Οι κίνδυνοι για το Πολιτικό μας Σύστημα.
Η χαλάρωση των διεθνών περιορισμών, σε συνδυασμό με την τρομακτική εξέλιξη της τεχνολογίας, δημιουργεί άμεσους κινδύνους για τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, ιδίως σε περιόδους προεκλογικής προετοιμασίας. Συγκεκριμένα:
- i. Η απειλή για Θεσμούς και την Εθνική Ασφάλεια: Τα λογισμικά τύπου Predator δεν αποτελούν απλώς εργαλεία υποκλοπής συνομιλιών, αλλά μέσα πλήρους ψηφιακής επιβολής και ελέγχου. Η πιθανότητα χρήσης τέτοιων εργαλείων εναντίον πολιτικών αρχηγών, βουλευτών ή και κρατικών λειτουργών νοθεύει τον υγιή πολιτικό ανταγωνισμό, δημιουργεί συνθήκες δυνητικού εκβιασμού και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς. Υπονομεύει μέχρι και την Κοινωνική συνοχή.
- ii. Ο κίνδυνος δολιοφθορά της «εφοδιαστικής αλυσίδας» (Supply Chain Attacks): Αν κάποιος αμφιβάλλει για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η παραβίαση ψηφιακών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων, αρκεί να θυμηθεί τις επιχειρήσεις του Ισραήλ στον Λίβανο. Η φυσική και ψηφιακή παρέμβαση σε συσκευές επικοινωνίας (βομβητές και ασυρμάτους) και κάρτες SIM που χρησιμοποιούσαν στελέχη της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, η οποία οδήγησε σε μαζικές εκρήξεις, θανάτους και τραυματισμούς, απέδειξε κάτι συγκλονιστικό: Όταν μια συσκευή ή ένα δίκτυο παραβιαστεί, ο έλεγχος περνά ολοκληρωτικά στα χέρια του επιτιθέμενου. Στο πεδίο της πολιτικής δημοκρατίας, η παρέμβαση αυτή μπορεί να μην είναι φυσικά θανατηφόρα, είναι όμως πολιτικά θανάσιμη, καθώς θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφισβήτηση ως προς την ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στα αποτελέσματα.
Η αντίδραση των πολιτικών φορέων για την διασφάλιση προστασία της Λαϊκής Βούλησης
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η βούληση του κυρίαρχου ελληνικού λαού θα εκφραστεί ανόθευτη και ανεπηρέαστη στις προσεχείς κάλπες, το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα οφείλουν να ξεπεράσουν τις στείρες αντιπαραθέσεις και να λάβουν, συλλογικά κινούμενα , άμεσα συγκεκριμένα, ριζοσπαστικά μέτρα προστασίας, αλλά και αυτοπροστασίας τους :
- Σύσταση κοινής διακομματικής επιτροπής ελέγχου: Ενόψει των επερχόμενων εκλογών, κρίνεται επιβεβλημένη η άμεση συγκρότηση μιας κοινής επιτροπής ελέγχου και διασφάλισης των επικοινωνιών, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από όλα τα κόμματα. Η επιτροπή αυτή δεν πρέπει να έχει στενά κομματικό χαρακτήρα, αλλά να στελεχωθεί από:
- Εξειδικευμένους τεχνικούς και επιστήμονες των ίδιων των κομμάτων στον τομέα του αντι-κατασκοπευτικού λογισμικού (anti-spyware).
- Στελέχη και εμπειρογνώμονες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Αναγνωρισμένα στελέχη διεθνών οργανισμών τεχνολογίας και κυβερνοασφάλειας, όπως της Google Threat Intelligence Group.
Έργο της επιτροπής θα είναι ο διαρκής, θεσμικός έλεγχος των επικοινωνιών και η θωράκιση των πολιτικών στελεχών από ψηφιακές επιθέσεις τύπου κενών ασφαλείας .
- Καθολικός έλεγχος των συστημάτων μετάδοσης αποτελεσμάτων: Για τον απόλυτο αποκλεισμό του ενδεχόμενου ψηφιακής παρέμβασης ή αλλοίωσης της λαϊκής ετυμηγορίας, απαιτείται ο αυστηρός και εξονυχιστικός έλεγχος όλων των ψηφιακών συσκευών μετάδοσης αποτελεσμάτων. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να καλύπτει ολόκληρη την αλυσίδα: από τα tablets και τα συστήματα (SRT) του κάθε επιμέρους εκλογικού τμήματος, τις γραμμές τηλεπικοινωνιών, έως το κεντρικό πανελλαδικό σύστημα συλλογής, επεξεργασίας και ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων του Υπουργείου Εσωτερικών. Αυτή η Διακομματική Επιτροπή πρέπει να έχει πιστοποιημένους ανεξάρτητους ελέγχους από διαπιστευμένους φορείς με παρουσία όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων σχετικά και με τη ροή δεδομένων των συστημάτων αυτών.
- Ενίσχυση των Ανεξάρτητων Αρχών: Η νομοθετική απαγόρευση της χρήσης και εμπορίας spyware πρέπει να συνοδεύεται από την πλήρη ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών (ΑΔΑΕ, Αρχή Προστασίας Δεδομένων), ώστε να μπορούν να διενεργούν αιφνιδιαστικούς ελέγχους τόσο σε κρατικούς φορείς όσο και σε ιδιωτικούς παρόχους τηλεπικοινωνιών.
Η Δημοκρατία αντιμέτωπη στον Αόρατο Αυταρχισμό
Οι κατηγορίες της αντιπολίτευσης και οι κραδασμοί που προκαλεί η υπόθεση των παρακολουθήσεων στην Ελλάδα αναδεικνύουν τους κινδύνους των υπόγειων διαδρομών που μπορεί να προκαλέσει η διαπλοκή της πολιτικής εξουσίας , της ιδιότυπης «επιχειρηματικότητας» και της ανεξέλεγκτης χρήσης της τεχνολογίας.
Η επόμενη ημέρα για την Ελληνική Δημοκρατία κρίνεται από το κατά πόσον το πολιτικό σύστημα αλλά και οι ίδιοι οι Πολίτες θα επιτρέψουν ή δια της σιωπής τους θα ανεχθούν οι «σκιές» και οι servers των κατασκοπευτικών λογισμικών να αμφισβητήσουν το υπέρτατο αγαθό της λαϊκής κυριαρχίας. Η θωράκιση των εκλογών και η σύσταση κοινών ελεγκτικών μηχανισμών δεν είναι απλώς μια τεχνική ανάγκη· είναι η ύστατη γραμμή άμυνας της ίδιας της Δημοκρατίας.
Στον εικοστό αιώνα οι Δημοκρατίες απειλήθηκαν από τα τανκς. Στον εικοστό πρώτο απειλούνται από τον αλγόριθμο, το λογισμικό και την αόρατη πρόσβαση στα δεδομένα. Η άμυνα απέναντι σε αυτή τη νέα μορφή εξουσίας δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα. Είναι πράξη δημοκρατικής αυτοσυντήρησης.»
