Η κυβέρνηση παρουσιάζει τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως μια «τομή» που θα φέρει αποτελεσματικότητα, ταχύτητα και καλύτερη διοίκηση στους Δήμους και τις Περιφέρειες. Μόνο που πίσω από τις λέξεις - όπως συμβαίνει συχνά στην ελληνική πολιτική - κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα.
Και αυτή η πραγματικότητα προκαλεί ένα θεμελιώδες ερώτημα:
Πηγαίνουμε προς ισχυρή Αυτοδιοίκηση ή προς ένα πιο συγκεντρωτικό μοντέλο ελεγχόμενων Δήμων;
Διότι ο νέος Κώδικας δε μοιάζει να ενισχύει τη δημοκρατία στους ΟΤΑ. Αντίθετα, κινδυνεύει να τη συρρικνώσει.
Η πιο σοβαρή αλλαγή αφορά την κατάργηση του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών. Μέχρι σήμερα, όταν κανείς υποψήφιος δε συγκέντρωνε την απαραίτητη πλειοψηφία, η τοπική κοινωνία επέστρεφε στις κάλπες. Η δεύτερη Κυριακή δεν ήταν μια τυπική διαδικασία. Ήταν η στιγμή της πολιτικής σύνθεσης, της κοινωνικής επαναξιολόγησης, της αναζήτησης ευρύτερης συναίνεσης. Ο εκλεγμένος δήμαρχος αποκτούσε, τελικά, καθαρή πλειοψηφική νομιμοποίηση.
Αυτό τελειώνει. Με το νέο μοντέλο «συμπληρωματικής» ή «εναλλακτικής» ψήφου, οι πολίτες θα δηλώνουν από την πρώτη στιγμή και δεύτερες επιλογές. Στην πράξη, η πολιτική διαδικασία μεταξύ δύο Κυριακών καταργείται και αντικαθίσταται από έναν μηχανισμό εκλογικής μαθηματικής.
Το αποτέλεσμα;
Σε έναν Δήμο με πέντε ή έξι ισχυρούς συνδυασμούς, ένας υποψήφιος μπορεί να προηγηθεί ακόμη και με 23%-25%, να συγκεντρώσει δεύτερες προτιμήσεις και τελικά να γίνει δήμαρχος, χωρίς ποτέ να έχει υπάρξει ανοιχτή τελική πολιτική αναμέτρηση.
Ας το πούμε απλά:
Θα μπορεί ένας στους τέσσερις να εκλέγει δήμαρχο για τους υπόλοιπους τρεις.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη θεσμική στρέβλωση. Γιατί ο ίδιος δήμαρχος του 23% δε θα έχει απλώς τη δημαρχιακή καρέκλα. Θα αποκτά και τεχνητή πλειοψηφία στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Δηλαδή, μειοψηφική κοινωνική αποδοχή-υπερπλειοψηφική εξουσία.
Σε πολλές περιπτώσεις, δημοτικές Αρχές με πραγματική κοινωνική απήχηση κάτω του 45% καταλήγουν να ελέγχουν 60%-65% των εδρών.
Ποια δημοκρατική λογική υπηρετεί αυτό;
Σε ποιες ώριμες ευρωπαϊκές δημοκρατίες θεωρείται φυσιολογικό κάποιος που δεν πείθει ούτε τον έναν στους δύο πολίτες να αποκτά σχεδόν απόλυτο έλεγχο των οικονομικών, των επιτροπών, των έργων και των αναπτυξιακών αποφάσεων;
Στη Γερμανία, στη Δανία, στη Σουηδία και στην Ολλανδία, ισχυρή Αυτοδιοίκηση σημαίνει ισχυρά θεσμικά αντίβαρα: ανεξάρτητους ελέγχους, ουσιαστική αντιπολίτευση, συμμετοχή πολιτών, διαφάνεια και πραγματική λογοδοσία.
Η ισχύς του δημάρχου δεν ταυτίζεται με ανεξέλεγκτη εξουσία.
Στην Ελλάδα, όμως, φαίνεται να επιλέγεται ένα άλλο μοντέλο:
Δήμαρχοι με λιγότερη κοινωνική νομιμοποίηση αλλά περισσότερη εξουσία.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Αυτοδιοίκηση παραμένει οικονομικά εξαρτημένη.
Εδώ και χρόνια, οι Δήμοι καταγγέλλουν ότι οι θεσμοθετημένοι πόροι τους δεν αποδίδονται στο σύνολό τους. Οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι παρακρατούνται διαχρονικά, ενώ οι ΟΤΑ καλούνται να διαχειριστούν ολοένα περισσότερες ευθύνες με ολοένα λιγότερα μέσα.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό:
- Δήμοι που λειτουργούν οριακά.
- Υπηρεσίες χωρίς προσωπικό.
- Τεχνικές υπηρεσίες αποδεκατισμένες.
- Κοινωνικές δομές στα όρια.
- Παιδικοί σταθμοί χωρίς επάρκεια.
- Δομές πρόνοιας που επιβιώνουν από προγράμματα.
Υπάλληλοι πολλών ταχυτήτων και Δήμοι που στηρίζονται σε συμβασιούχους αντί για μόνιμο εξειδικευμένο προσωπικό.
Και εδώ γεννάται το επόμενο κρίσιμο ερώτημα:
Πώς μπορεί να υπάρξει πραγματική αποκέντρωση χωρίς οικονομική αυτοτέλεια;
Γιατί αποκέντρωση δε σημαίνει να φορτώνεις ευθύνες στους Δήμους χωρίς πόρους.
Δε σημαίνει να μετατρέπεις τους ΟΤΑ σε επαίτες υπουργικών αποφάσεων.
Δε σημαίνει να περιμένει ένας ορεινός ή νησιωτικός δήμος κάθε χρόνο «τι θα του δώσει η Αθήνα».
Αποκέντρωση σημαίνει σαφείς κανόνες. Σημαίνει αντικειμενικός αλγόριθμος χρηματοδότησης με βάση πληθυσμό, ορεινότητα, γεωμορφολογία, υποδομές, κοινωνικές ανάγκες και πραγματικό κόστος υπηρεσιών. Σημαίνει φορολογική αποκέντρωση - όχι μετατροπή των Δήμων σε φοροεισπρακτικό μηχανισμό νέων τελών.
Σημαίνει μόνιμο προσωπικό, εξειδίκευση, δυνατότητα σχεδιασμού.
Όχι δήμοι-ζητιάνοι προγραμμάτων.
Το άρθρο 312 του νέου Κώδικα αποκαλύπτει μια ακόμη πτυχή του προβλήματος.
Τα στρατηγικά σχέδια των Δήμων οφείλουν πλέον να εναρμονίζονται με εθνικούς και περιφερειακούς σχεδιασμούς, χρηματοδοτικά εργαλεία και κρατικές αναπτυξιακές προτεραιότητες.
Με απλά λόγια:
Ο Δήμος μπορεί να “σχεδιάζει”, αλλά μέχρι εκεί που επιτρέπει το κράτος.
Αν ένας τόπος θέλει προστασία φυσικού περιβάλλοντος αντί ενεργειακής υπερφόρτωσης;
Αν μια ορεινή περιοχή επιλέγει αγροτική ανάπτυξη αντί βιομηχανικών χρήσεων;
Αν μια κοινωνία λέει «όχι» σε έργα που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της;
Ποιος τελικά αποφασίζει;
Η τοπική κοινωνία ή το επιτελικό κράτος;
Και εδώ έρχεται η μεγαλύτερη αντίφαση.
Η κυβέρνηση μιλά για ενίσχυση Αυτοδιοίκησης, αλλά διατηρεί την Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Μιλά για μεταρρύθμιση, αλλά οι αποφάσεις των Δήμων συχνά αποκτούν περισσότερο γνωμοδοτικό παρά αποφασιστικό χαρακτήρα. Μιλά για διαφάνεια, αλλά δε δημιουργεί έναν πραγματικά ανεξάρτητο
ελεγκτικό μηχανισμό Αυτοδιοίκησης.
Το αποτέλεσμα;
Ένα παράδοξο σύστημα:
Λιγότερη δημοκρατική αντιπροσώπευση. Περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας. Λιγότερη λογοδοσία. Περισσότερη εξάρτηση από το κράτος.
Και όλα αυτά έρχονται σε σύγκρουση με βασικές αρχές της ευρωπαϊκής αυτοδιοικητικής λογικής:
* Την αρχή της εγγύτητας.
* Την αρχή της επικουρικότητας.
* Την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή την απλή δημοκρατική αρχή ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο πιο κοντά γίνεται στον πολίτη.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ο νέος Κώδικας είναι “γρήγορος” ή “λειτουργικός”.
Το ερώτημα είναι βαθύτερο:
Θέλουμε Δήμους της κοινωνίας ή Δήμους διοικούμενους από μηχανισμούς;
Θέλουμε δημάρχους με ισχυρή κοινωνική εντολή ή δημάρχους του 23% με υπερεξουσίες;
Θέλουμε πραγματική Αυτοδιοίκηση ή σύγχρονες “νομαρχίες Μαυρογυαλούρων” που εφαρμόζουν αποφάσεις άλλων;
Γιατί, όταν περιορίζεται η λαϊκή νομιμοποίηση, αποδυναμώνεται η αντιπολίτευση, συρρικνώνεται η λογοδοσία και το κράτος διατηρεί τον τελικό λόγο, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς διοικητικό. Είναι βαθιά δημοκρατικό.
Και εδώ όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης οφείλουν να πάρουν σαφή θέση!
* Ο δρ. Βασίλης Λύκος είναι Political Analyst Biologist - PhD in Risk Assesment & Integrated Environmental Management, MSc in Integrated Coastal Zone Management, University of Crete.
