Υπάρχουν στιγμές που η δημοσιογραφία επιχειρεί να ανακαλύψει την ακρίβεια. Όχι απλώς την αλήθεια, αλλά την ακρίβεια και μάλιστα στο χιλιοστό. Κρατά μεζούρα, κρατά χρονόμετρο και συχνά βάζει δραματική μουσική υπόκρουση.
Και κάπως έτσι, όλως τυχαίως, εμφανίζεται μια “αποκαλυπτική” έρευνα για γεγονότα που σημάδεψαν μια ολόκληρη χώρα. Όχι στα 10 χρόνια, εκεί που συμβολικά θα είχε νόημα... Όχι και όταν η κοινωνία ακόμα επεξεργαζόταν τα τραύματά της. Εμφανίζεται στα 11 χρόνια... Ειδικά στα 11 χρόνια.
Γιατί άραγε; Γιατί τώρα; Και γιατί δηλαδή να μην υποψιαστεί κανείς ότι το timing δεν είναι απλώς και μόνο δημοσιογραφικό; Γιατί να μη σκεφτεί κάποιος ότι οι “συμπτώσεις” με ανακοινώσεις κομμάτων και διαμορφούμενους συσχετισμούς είναι κάτι παραπάνω από σύμπτωση;
Η αφήγηση απόλυτα γνώριμη. Μας θυμίζει τι έγινε το 2015, τι πέρασε ο κόσμος, τι κινδύνους αντιμετωπίσαμε και τι «θα μπορούσε να είχε συμβεί».
Νέτα, σκέτα και ξεκάθαρα, αλλά πριν το 2015, σαν να μην υπάρχει.
Πώς φτάσαμε εκεί, θυμάται κανείς; Θέλει να θυμάται κανείς; Η έρευνα αυτή θα γίνει - με ακρίβεια χιλιοστού - κάπου ανάμεσα στο 2040-2050... μάλλον!
Κατά τας ταπεινάς γραφάς, η μνήμη, όταν χρησιμοποιείται επιλεκτικά, δεν είναι μνήμη αλλά εργαλείο. Και επίσης σε αυτήν την προβληματική, δείχνει να έχει ενδιαφέρον όχι τόσο το ίδιο το αφήγημα, αλλά ο τρόπος που κάποιοι αναλαμβάνουν να το “κοινωνήσουν” και να το “επικοινωνήσουν”. Γιατί, όταν η ίδια κασέτα παίζει ξανά και ξανά, με τον ίδιο τόνο, την ίδια υπερβολή και την ίδια δόση φόβου, τότε δεν ενισχύει κανένα μήνυμα, αλλά το εξαντλεί.
Και κάπως έτσι, ακόμα και μια συζήτηση για ανάπτυξη ή πρόοδο, αντί να ανοίγει, “στομώνει”. Όχι γιατί δεν υπάρχει περιεχόμενο, αλλά γιατί ο τρόπος παρουσίασής του κουράζει, επαναλαμβάνεται και τελικά χάνει την αξιοπιστία του... και ορθώς!
Μέσα σε όλα αυτά, βάλε λίγη δραματοποίηση παραπάνω, βάλε και λίγη ανακύκλωση του ίδιου φόβου, πρόσθεσε και λίγα “χιλιοστά” υπερβολής... Και νάτο το αποτέλεσμα.
Όμως το μήνυμα δεν περνά, αλλά φθείρεται. Και φθείρεται με όχημα φτηνά τεχνάσματα, σε έναν κουρασμένο κόσμο. Σε ένα κόσμο που αναγνωρίζει την αίσθηση που μένει, μια αίσθηση που, εκτός των άλλων, είναι και γνώριμη. Μια μικροκομματική λογική τύπου “δούναι και λαβείν”, μια λογική ανακύκλωσης ενός παρελθόντος που τουλάχιστον για πολλούς (ευτυχώς) έχει εξαντλήσει την όποια χρησιμότητα μπορεί να είχε, εάν είχε.
Και το πιο ενδιαφέρον; Ο κόσμος και ειδικά οι νεότεροι δε ζητούν αυτό. Δε ζητούν να του θυμίζουν συνεχώς τι πήγε λάθος. Ζητούν να δουν τι μπορεί να πάει σωστά και ίσως το ότι δε λειτουργούν έτσι τα πράγματα να είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που η αποχή είναι εκεί που είναι (άραγε ποιους να βολεύει)!
Με βεβαιότητα πάντως θα σας πω ότι υπάρχει μια απλή, σχεδόν αυτονόητη αρχή που συχνά ξεχνιέται και αυτή αφορά στον πολίτη που δεν ψηφίζει για να δικαιωθεί κομματικά, αλλά ψηφίζει για να ζήσει καλύτερα. Το θυμάται κανείς αυτό;
Θέλει να ψηφίζει, και μετά την ψήφο του, ανεξαρτήτως επιλογής, να δικαιούται το ίδιο πράγμα: Την καλύτερη δυνατή διακυβέρνηση για τη χώρα του.
Πώς θα γίνει αυτό; Όχι πάντως έτσι.
Ίσως το πιο ειρωνικό απ’ όλα είναι ότι τέτοιες «έρευνες ακριβείας» το μόνο σίγουρο είναι ότι δε φωτίζουν την πραγματικότητα, αλλά τη θολώνουν.
Ρίχνουν, στο χιλιοστό, τεράστιες ποσότητες “βρόμικου” νερού σε έναν ήδη προβληματικό μύλο.
Και κάπου εκεί γεννιέται και η απορία: Άραγε, το καταλαβαίνουν κάποιοι συνάδελφοι εκεί στα μεγάλα και “δημοφιλή” Μέσα ή έχουν κι αυτοί πειστεί ότι βρέχει και όχι ότι μας “φτύνουν”;