«Η πολιτική είναι όπως στο θέατρο: υπάρχουν συγγραφείς που γράφουν τα έργα και δεν εμφανίζονται ποτέ στη σκηνή, και ηθοποιοί που τα απαγγέλλουν δημόσια, αλλά δεν τα έχουν γράψει...» Ουίλιαμ Σαίξπηρ.
Αυτά αφορούν την πολιτική και τους πολιτικούς σχεδόν ως επάγγελμα, σύστημα και την αναπαραγωγή του, αλλά τι γίνεται στην ίδια την κοινωνία;
«Οι αδύναμοι άνθρωποι δεν αντέχουν τους “σωτήρες”. Τους σταυρώνουν. Και ξαναγυρίζουν στην “κωμωδία” τους και στη γελοιότητά τους - πιο υποφερτές από το ασήκωτο βάρος της Αλήθειας», Μάριος Πλωρίτης στην Εισαγωγή στο θεατρικό έργο του Ο’ Νηλ “Ο παγοπώλης έρχεται”.
Η διαρκής αναζήτηση του από μηχανής θεού
Κι όμως, όσο κι αν η Ιστορία διδάσκει το αντίθετο, οι κοινωνίες εξακολουθούν να αναζητούν επίμονα τον επόμενο “λυτρωτή”. Τον περιμένουν, τον επινοούν ή τον κατασκευάζουν όταν δεν υπάρχει. Του αποδίδουν ιδιότητες που ποτέ δεν είχε, τον ντύνουν με προσδοκίες που δύσκολα μπορεί να σηκώσει και τον ανεβάζουν στο βάθρο που οι ίδιες έχουν στήσει.
Η διαδρομή είναι σχεδόν πάντα η ίδια. Αποθέωση στην αρχή, αποκαθήλωση στη συνέχεια. Ο “σωτήρας” καλείται να λύσει προβλήματα που συσσωρεύτηκαν επί χρόνια, να... βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, να αναλάβει ευθύνες που πολλοί απέφυγαν να αναμετρηθούν μαζί τους. Και όταν η πραγματικότητα αποδειχθεί πιο σκληρή από τις υποσχέσεις, ακολουθεί η ώρα του λογαριασμού.
Άλλοτε χαρακτηρίζεται ανεπαρκής. Άλλοτε επικίνδυνα αυταρχικός. Σχεδόν ποτέ, όμως, δε γίνεται η δύσκολη συζήτηση για το ποιος τον ανέδειξε και γιατί. Διότι οι εξουσίες δεν πέφτουν από τον ουρανό. Αναδύονται μέσα από τις κοινωνίες που τις γεννούν και κουβαλούν, λίγο ή πολύ, τις νοοτροπίες, τις προσδοκίες και τις αντιφάσεις τους.
Οι λέξεις που άλλαξαν νόημα
Σε μια εποχή γενικευμένης σύγχυσης, ίσως αξίζει να σταθούμε σε κάτι πιο ουσιαστικό: στο περιεχόμενο των ίδιων των εννοιών που χρησιμοποιούμε καθημερινά.
Τι αποκαλούμε σήμερα Δημοκρατία; Τι εννοούμε όταν μιλάμε για κίνημα, δικαιοσύνη ή ελευθερία; Πρόκειται για έννοιες ζωντανές ή για λέξεις που χρησιμοποιούνται ως επικοινωνιακά περιτυλίγματα, απογυμνωμένες από το αρχικό τους νόημα; Η δημόσια συζήτηση κατακλύζεται από όρους που επαναλαμβάνονται διαρκώς, χωρίς να εξετάζεται αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η γλώσσα μετατρέπεται σε εργαλείο διαχείρισης συνειδήσεων και όχι αφύπνισής τους. Κι όταν οι λέξεις χάνουν το περιεχόμενό τους, οι πολίτες χάνουν τα σημεία αναφοράς τους.
Η ανάγκη μιας επανάστασης των εννοιών
Γι’ αυτό και η περίφημη “επανάσταση των εννοιών” αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όχι ως θεωρητική άσκηση, αλλά ως αναγκαία προϋπόθεση κατανόησης της πραγματικότητας.
Όταν ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, Γιώργος Κοντογιώργης, μιλά για «εκλόγιμη μοναρχία», δεν επιδιώκει έναν λεκτικό εντυπωσιασμό. Επιχειρεί να φωτίσει πλευρές ενός πολιτικού συστήματος που συχνά παρουσιάζεται διαφορετικό από αυτό που στην πράξη λειτουργεί. Να προκαλέσει σκέψη εκεί όπου κυριαρχεί η συνήθεια και η αποδοχή.
Χωρίς αυτή τη διαδικασία αναθεώρησης, οι κοινωνίες κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν σε μια παθητική αποδοχή των εξελίξεων. Να συμβιβαστούν με μια πραγματικότητα στην οποία η ελευθερία ανταλλάσσεται με την ασφάλεια και η αξιοπρέπεια με την επιβίωση.
Η πείνα, ο φόβος και η ανάθεση
Ο Ντοστογιέφσκι στο έργο του “Οι Αδελφοί Καραμάζοφ” (1880) και ειδικότερα με το πέμπτο βιβλίο του μυθιστορήματος, το περίφημο “Ο Μέγας Ιεροεξεταστής”, όπου ο Ιβάν Καραμάζοφ αφηγείται στον αδελφό του Αλιόσα ένα ποιητικό-φιλοσοφικό κείμενο που ο ίδιος έχει συνθέσει, είχε περιγράψει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αποδέχεται την εξάρτησή του με αντάλλαγμα την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Μια συνθήκη που επανέρχεται με διαφορετικές μορφές σε κάθε εποχή.
Όσο η ανασφάλεια γίνεται κυρίαρχο βίωμα, τόσο ευκολότερα καλλιεργείται η υποταγή. Όσο η αγωνία της καθημερινότητας μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης, τόσο περιορίζεται η διάθεση συμμετοχής στα κοινά. Η συλλογικότητα υποχωρεί και ο ατομισμός επεκτείνεται.
Ο πολίτης μετατρέπεται σταδιακά σε ιδιώτη, αποσύρεται από τον δημόσιο χώρο και περιορίζεται στη διαχείριση της προσωπικής του επιβίωσης. Δεν παύει να έχει δικαιώματα, παύει όμως να τα ασκεί. Δε στερείται φωνής, απλώς επιλέγει να τη δανείζει σε άλλους.
Η συνήθεια της υπακοής και το βάρος της ελευθερίας
Ίσως εκεί να βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας. Όχι στην απουσία θεσμών ή στην έλλειψη διακηρύξεων περί δημοκρατίας, αλλά στη σταδιακή αποδυνάμωση της βούλησης των πολιτών να υπερασπιστούν τον δημόσιο χώρο ως δική τους υπόθεση.
Ο Αλέξις ντε Τοκβίλ είχε επισημάνει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ελευθερία δεν είναι πάντοτε η ανοιχτή καταπίεση, αλλά η συνήθεια της υπακοής. Εκείνη η αδιόρατη μετάβαση κατά την οποία οι άνθρωποι παραιτούνται από την ενεργό συμμετοχή τους, θεωρώντας ότι κάποιοι άλλοι θα αποφασίσουν γι’ αυτούς, για το μέλλον τους, για τις τύχες των κοινωνιών τους.
Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση, ο Κορνήλιος Καστοριάδης υπενθύμιζε ότι η ελευθερία δεν είναι μια κατάσταση άνεσης, ούτε ένα δικαίωμα χωρίς αντίτιμο. Είναι πρωτίστως το φορτίο της ευθύνης. Η υποχρέωση να συμμετέχεις, να κρίνεις, να αποφασίζεις και να αναλαμβάνεις το κόστος των επιλογών σου.
Κι εδώ βρίσκεται ίσως ο πυρήνας του προβλήματος. Οι κοινωνίες που αναζητούν διαρκώς «σωτήρες» δεν αναζητούν απλώς ηγέτες. Αναζητούν κάποιον να αναλάβει το βάρος που οι ίδιες δε θέλουν να σηκώσουν. Να πάρει αποφάσεις αντί γι’ αυτές. Να λογοδοτήσει αντί γι’ αυτές. Να αποτύχει αντί γι’ αυτές.
Και όταν έρθει η αποτυχία, γιατί πάντοτε κάποια στιγμή έρχεται, ο κύκλος ξαναρχίζει από την αρχή. Νέες προσδοκίες, νέοι μεσσίες, νέες διαψεύσεις.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι γιατί αποτυγχάνουν οι “σωτήρες”. Ίσως το ερώτημα να είναι γιατί οι κοινωνίες εξακολουθούν να τους αναζητούν. Γιατί η δημοκρατία δε δοκιμάζεται μόνο απ’ όσους επιδιώκουν να την περιορίσουν, αλλά και απ’ όσους προτιμούν να την εκχωρούν. Και γιατί η ελευθερία, όπως κάθε μεγάλη κατάκτηση, παραμένει αδιαχώριστη από την ευθύνη που απαιτεί.