Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία όπου οι λέξεις παύουν να είναι απλές δηλώσεις και μετατρέπονται σε προειδοποιήσεις. Κι αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την Τουρκία. Η Άγκυρα δεν περιορίζεται πια σε εμπρηστικές κορώνες εσωτερικής κατανάλωσης, ούτε σε γνώριμες διπλωματικές εξάρσεις που έρχονται και παρέρχονται ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες του Ερντογάν. Περνά σε κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο: επιχειρεί να θεσμοθετήσει τον αναθεωρητισμό της.
Η “Γαλάζια Πατρίδα” δεν αποτελεί πλέον ένα ιδεολόγημα στρατιωτικών κύκλων ή ένα εργαλείο εθνικιστικής συσπείρωσης. Ενσωματώνεται στην τουρκική κρατική λειτουργία, εισάγεται στα σχολικά βιβλία, διδάσκεται στις νέες γενιές και ετοιμάζεται να αποκτήσει πλήρες νομικό περίβλημα μέσα από το νέο τουρκικό νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Και το πιο ανησυχητικό; Όλα αυτά εξελίσσονται ενώ στην Αθήνα εξακολουθούν να μιλούν για «ήρεμα νερά», λες και η πραγματικότητα δε βοά από μόνη της.
Η Τουρκία που αρνιόταν την ΑΟΖ, τώρα απαιτεί 200 ναυτικά μίλια
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ιστορική ειρωνεία, την οποία επί δεκαετίες αναδεικνύει ο καθηγητής Θόδωρος Καρυώτης. Η Τουρκία ήταν η χώρα που από το 1982, όταν υιοθετήθηκε η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), όχι μόνο αρνούνταν να την υπογράψει, αλλά απέρριπτε συνολικά την έννοια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
Για δεκαετίες, η Άγκυρα υποστήριζε ότι το Αιγαίο αποτελεί «ειδική περίπτωση», αρνούμενη να αποδεχτεί ότι τα νησιά διαθέτουν πλήρη δικαιώματα, μιλώντας αποκλειστικά και μόνο για υφαλοκρηπίδα, με την οποία και στην Ελλάδα κάποιοι ακαδημαϊκοί έκαναν καριέρα γράφοντας βιβλία και συγγράμματα και ποτέ για ΑΟΖ. Σήμερα, όμως, η ίδια αυτή Τουρκία εμφανίζεται να διεκδικεί ΑΟΖ μέχρι και 200 ναυτικά μίλια, επιχειρώντας μάλιστα να κατοχυρώσει δικαίωμα μονομερούς οριοθέτησης.
Κι εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται το μέγεθος της πρόκλησης. Διότι το Δίκαιο της Θάλασσας επιτρέπει μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ, όχι όμως μονομερή οριοθέτηση. Η οριοθέτηση απαιτεί συμφωνία μεταξύ κρατών ή διεθνή δικαιοδοτική διαδικασία. Η Τουρκία, ωστόσο, επιχειρεί να παρακάμψει πλήρως αυτή τη βασική αρχή του διεθνούς δικαίου και να εμφανίσει ως “τουρκική θαλάσσια δικαιοδοσία” τεράστιες περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Ουσιαστικά, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει σε νόμο του τουρκικού κράτους το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”.
Η ΑΟΖ, σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα, δεν ανήκει στο παράκτιο κράτος ipso jure, αλλά πρέπει σαφώς να ανακηρυχθεί από αυτό. Εάν δε συμβεί κάτι τέτοιο, ΑΟΖ απλώς δεν υφίσταται. Η θαλάσσια περιοχή (η επιφάνεια και τα υπερκείμενα ύδατα), που δε θα ανακηρυχθεί ως ΑΟΖ, αποτελεί νομικώς μέρος της ανοικτής θάλασσας.
Το νομικό περιεχόμενο αυτού του νέου θεσμού του διεθνούς δικαίου ορίζεται από το 5ο Μέρος της Σύμβασης. Τα παράκτια κράτη δεν μπορούν να υπερβαίνουν τους περιορισμούς που τους έχουν επιβληθεί από το 5ο Μέρος της Σύμβασης σχετικά με τα δικαιώματα, τις δικαιοδοσίες και τις υποχρεώσεις τους. Έτσι “άλλα” κράτη έχουν δικαιώματα στην ΑΟΖ ενός παράκτιου κράτους και το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να δημιουργήσει ΑΟΖ που να υπερβαίνει τα 200 ν.μ. Κανένα κράτος ή ομάδα κρατών δεν έχει το δικαίωμα να ισχυριστεί ότι κάποιο παράκτιο κράτος δεν μπορεί να ανακηρύξει τη δική του ΑΟΖ. Αν και πότε ένα παράκτιο κράτος ανακηρύξει τη δική του ΑΟΖ ανήκει εντελώς στη δική του δικαιοδοσία.
Ο 25ος μεσημβρινός και η προσπάθεια διχοτόμησης του Αιγαίου
Πίσω από τις θεωρίες περί “θαλάσσιων ζωνών” κρύβεται ένας σταθερός στρατηγικός στόχος: η διχοτόμηση του Αιγαίου.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Τουρκία επιμένει εδώ και χρόνια στη λογική του 25ου μεσημβρινού. Πρόκειται για τη γνωστή τουρκική αντίληψη που επιχειρεί να κόψει το Αιγαίο στα δύο, θεωρώντας ότι ανατολικά του 25ου μεσημβρινού, από τις εκβολές του Έβρου μέχρι την Κρήτη, η Ελλάδα δεν μπορεί να ασκεί πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα χωρίς τουρκική συναίνεση. Με απλά λόγια, η Άγκυρα θέλει να επιβάλει μια νέα πραγματικότητα, όπου: τα ελληνικά νησιά θα έχουν περιορισμένη ή ανύπαρκτη επήρεια, το νησιωτικό σύμπλεγμα στο Καστελλόριζο θα αποκοπεί από τον εθνικό θαλάσσιο χώρο, η Ελλάδα δε θα μπορεί να ασκήσει δικαιώματα πέραν των έξι ναυτικών μιλίων και κάθε ενεργειακή, ερευνητική ή αλιευτική δραστηριότητα στο μισό Αιγαίο θα περνά μέσα από τουρκικό έλεγχο.
Αυτό ακριβώς υπηρετούν το τουρκολιβυκό μνημόνιο, οι συνεχείς NAVTEX, οι παρεμβάσεις σε έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, οι διεκδικήσεις για έρευνα και διάσωση και φυσικά η ίδια η “Γαλάζια Πατρίδα”. Η Τουρκία δε διεκδικεί απλώς θαλάσσιες ζώνες. Διεκδικεί ρόλο περιφερειακού κυρίαρχου στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από τα σχολικά βιβλία στις αποβατικές ασκήσεις
Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στο διπλωματικό ή νομικό επίπεδο. “Χτίζει” μια ολόκληρη κρατική στρατηγική, που συνδέει παιδεία, στρατό, εξωτερική πολιτική και εθνική ιδεολογία. Η “Γαλάζια Πατρίδα” μπαίνει στα σχολικά βιβλία μαζί με θεωρίες περί “Πατρίδας των Αιθέρων”, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργείται στις νέες γενιές η άρνηση ιστορικών εγκλημάτων, όπως η Γενοκτονία των Αρμενίων.
Το μήνυμα είναι σαφές: δημιουργία μιας νέας εθνικής συνείδησης με επίκεντρο τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Την ίδια στιγμή, οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις πραγματοποιούν ασκήσεις αμφίβιας επίθεσης που προσομοιώνουν κατάληψη ελληνικών νησιών, ενώ πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι μιλούν ανοιχτά για το Καστελλόριζο, τα Δωδεκάνησα και ακόμη και για τη Θεσσαλονίκη ως τμήματα της “γεωγραφίας της καρδιάς” της Τουρκίας. Όταν όλα αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα, δεν πρόκειται για συγκυριακή ένταση. Πρόκειται για οργανωμένη στρατηγική.
Η ελληνική ακινησία και ο φόβος της ΑΟΖ με την Κύπρο
Μέσα σε αυτήν τη συνθήκη, η ελληνική πλευρά εξακολουθεί να κινείται με χαρακτηριστική επιφυλακτικότητα. Από το 2004 μέχρι σήμερα έχουν γίνει αλλεπάλληλες συζητήσεις Αθήνας και Λευκωσίας για οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις απέφυγαν να προχωρήσουν. Ο λόγος είναι γνωστός στους διπλωματικούς κύκλους, αν και σπανίως λέγεται δημόσια: η Τουρκία θεωρεί casus belli ακόμη και την πιθανότητα ελληνοκυπριακής οριοθέτησης. Κι έτσι φτάσαμε στο παράδοξο: η Ευρωπαϊκή Ένωση να αναγνωρίζει μέσα από επίσημους χάρτες ότι Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν κοινά θαλάσσια σύνορα, αλλά η ίδια η Ελλάδα να διστάζει να το αποτυπώσει σε συμφωνία. Στο μεταξύ, η Άγκυρα κινείται διαρκώς προς τα εμπρός. Καταθέτει χάρτες, δεσμεύει περιοχές, δημιουργεί τετελεσμένα, παρεμβαίνει σε ενεργειακά έργα, επεκτείνει την επιρροή της στη Λιβύη και επιχειρεί να επιβάλει στη διεθνή κοινότητα την εικόνα ότι χωρίς την Τουρκία «τίποτα δεν μπορεί να γίνει» στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τα “ήρεμα νερά” και η πραγματικότητα του πεδίου
Το αφήγημα περί ύφεσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις καταρρέει από τα ίδια τα γεγονότα. Οι Τούρκοι ψαράδες φτάνουν ανενόχλητοι μέχρι τα ελληνικά νησιά, η τουρκική ακτοφυλακή παρενοχλεί Έλληνες αλιείς, οι παραβιάσεις και οι παραβάσεις συνεχίζονται, ενώ η Άγκυρα παρεμβαίνει ακόμη και σε ευρωπαϊκά έργα, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου. Κι όμως, η ελληνική πολιτική τάξη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλές φορές αυτήν την κατάσταση σαν μια προσωρινή διπλωματική δυσκολία που θα λυθεί με “διαύλους επικοινωνίας”.
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σκληρή: η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει το Αιγαίο σε χώρο περιορισμένης ελληνικής κυριαρχίας.
Η ώρα των αποφάσεων
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Τουρκία κλιμακώνει. Το κάνει ήδη. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να αντιδρά αμυντικά ή αν θα αξιοποιήσει επιτέλους όσα προβλέπει το ίδιο το Διεθνές Δίκαιο. Η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, η πλήρης ανακήρυξη ΑΟΖ και η οριοθέτηση με την Κύπρο δεν είναι κινήσεις επιθετικότητας.
Είναι κυριαρχικά δικαιώματα που απορρέουν από την UNCLOS, την οποία έχουν αποδεχθεί 171 χώρες και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση. Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής: η Τουρκία, που δεν υπέγραψε ποτέ τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, επιχειρεί σήμερα να την ερμηνεύσει κατά το δοκούν προς όφελός της, ενώ η Ελλάδα, που στηρίζεται απολύτως στο Διεθνές Δίκαιο, διστάζει να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα που αυτό της παρέχει. Η Ιστορία όμως δεν περιμένει. Και οι στιγμές που καθορίζουν τις επόμενες δεκαετίες δεν εμφανίζονται πολλές φορές.