Είκοσι μέρες στη θέση του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ήταν αρκετές για τον Μακάριο Λαζαρίδη, ώστε να καταρρεύσει σαν “χάρτινος πύργος” το αφήγημα περί αξιοκρατίας και αριστείας με το οποίο ανέβηκε στην εξουσία η κυβέρνηση της Ν.Δ. το 2019. Η υπόθεση Λαζαρίδη προκάλεσε το κοινό αίσθημα και τα ευαίσθητα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας και αυτό φάνηκε από το μέγεθος της ζημιάς που δημιούργησε στο κυβερνών κόμμα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αιφνιδιάζοντας το Μέγαρο Μαξίμου, που έψαχνε εναγωνίως λύση για να ξεφορτωθεί από πάνω του ένα βάρος που είχε τεράστιο πολιτικό κόστος.
Η λύση τελικά δόθηκε τηλεοπτικά και έμμεσα από το πρωθυπουργικό περιβάλλον, με την έμπειρη πολιτικό και αδερφή του πρωθυπουργού Ντόρα Μπακογιάννη να ζητά ευγενικά από τον κ. Λαζαρίδη να διευκολύνει το κόμμα του και την κυβέρνηση υποβάλλοντας την παραίτησή του.
Όλους εμάς, ωστόσο, ενδιαφέρει όχι το γεγονός τόσο πολύ, όσο η ουσία του ζητήματος. Ο κ. Μακάριος Λαζαρίδης δεν είναι απλά ένας πολιτικός χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα σε γνωστικό επίπεδο που έφτασε στα ανώτερα αξιώματα της χώρας. Η απάτη για την οποία κατηγορείται, από τους πολίτες και λιγότερο θα έλεγα από τους συνοδοιπόρους του στο κόμμα, πραγματοποιήθηκε πριν από 20 χρόνια, όταν με ανύπαρκτα δικαιολογητικά βρέθηκε στη θέση του ειδικού επιστημονικού συμβούλου στο υπουργείο Παιδείας, για την οποία απαιτούνταν πτυχία που ο ίδιος δεν κατείχε.
Ο πρώην πλέον υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης είναι η πιο τρανή απόδειξη, ότι για να αποκτήσεις μία θέση στην Ελλάδα δε χρειάζεται να έχεις “πλάκα τα πτυχία”, αρκεί να διαθέτεις το κατάλληλο μέσο, να είσαι του κόμματος, να δηλώνεις την απόλυτη αφοσίωσή σου στο σύστημα και όλα γίνονται χωρίς να κουραστείς και να σπαταλάς τα καλύτερα χρόνια της ζωής σου στα έδρανα των πανεπιστημίων.
Δυστυχώς, ο δημόσιος τομέας είναι γεμάτος από πολλούς Λαζαρίδηδες, οι οποίοι διαχρονικά έβρισκαν τον τρόπο να παραμερίζουν εκείνους που είχαν τα προσόντα για να προχωρήσουν και ήταν ναι μεν ικανοί, αλλά δεν ήταν πονηροί.
Πέρασε ο καιρός και διαπίστωσα ότι η λέξη- “κλειδί” για την ευημερία σε αυτόν τον τόπο είναι η πονηριά. Την άκουγα από τα φοιτητικά μου χρόνια, μέσα σε παρέες φίλων αλλά και καθηγητών μου χωρίς να της δώσω τη σημασία που θα έπρεπε. Πίστευα ότι όποιος έχει αξίες και προσπαθεί μέσα από τη δουλειά του, κάποια μέρα θα έρθει η ανταμοιβή και για εκείνον. Ομολογώ ότι διαψεύστηκα πανηγυρικά. Ίσως όλοι εκείνοι που τότε με καλούσαν να είμαι περισσότερο πονηρός στη ζωή μου, μπορεί αυτή τη στιγμή να διαβάζουν το άρθρο μου και να χαμογελούν με πικρία, γιατί κάπου πίσω στο μυαλό τους ενδεχομένως να σκεφτούν πως τα χρόνια περνούν και τα πράγματα δεν αλλάζουν προς το καλύτερο.
Επανέρχομαι στο παράδειγμα Λαζαρίδη. Πόσοι νέοι επιστήμονες και γονείς που θυσίασαν τα πάντα για να σπουδάσουν τα παιδιά τους αισθάνθηκαν ταπεινωμένοι βλέποντας έναν ακόμα εκλεκτό των μεγάλων συμφερόντων να βρίσκεται εκεί που κάποιοι άλλοι δικαιωματικά θα έπρεπε να είναι; Πώς να δικαιολογηθεί η κυβέρνηση που έταξε αριστεία σε εκείνους που αφήνουν εντελώς αναξιοποίητα τα πτυχία τους και κάνουν άλλες δουλειές για την επιβίωση ή παίρνουν τον δρόμο του ξενιτεμού για να προσφέρουν σε μία άλλη χώρα τις πολύτιμες υπηρεσίες τους και όχι στη δική τους πατρίδα που τους έδιωξε μακριά;
Το παραδέχτηκε και η κ. Ντόρα Μπακογιάννη. «Μας πικραίνει το γεγονός να βλέπουμε σήμερα έναν επιστήμονα να κάνει το γκαρσόνι ή να τον καλούμε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να εργαστεί και από την άλλη να υπάρχουν περιπτώσεις σαν του Λαζαρίδη που μας εκθέτουν».
Δεν ξέρω αν το εννοεί η κ. Μπακογιάννη, όμως το είπε. Προφανώς και η ίδια έχει διορίσει στρατιές εγκάθετων στο Δημόσιο, όπως και ο πατέρας της, ο οποίος στην αυτοβιογραφία του υποστήριξε ανοιχτά ότι ήταν ο πολιτικός που έκανε τα περισσότερα ρουσφέτια. Την παραδοχή της κ. Μπακογιάννη, θα την απέδιδα περισσότερο στην πίεση του κόσμου που δεν ανέχεται τέτοιου είδους φαινόμενα.
Θα κλείσω με το τι μας διδάσκει η υπόθεση του κ. Λαζαρίδη. Η Ελλάδα είναι μία χώρα που κινείται σε δύο βάρκες. Στη μία βρίσκονται όσοι πορεύονται αυτόνομα με βάση τις δυνατότητές τους και ακολουθώντας τον δύσκολο δρόμο που έχει πολλές φουρτούνες και ήττες. Στη δεύτερη βάρκα, που είναι η προνομιούχα, καθώς πορεύεται συνεχώς σε απάνεμο λιμάνι, έχουν επιβιβαστεί οι αρεστοί του συστήματος, εκείνοι που άκοπα απολαμβάνουν προνομία και αξιώματα. Έρχονται οι εξουσιάζοντες κάποια στιγμή, λοιπόν, να σε τοποθετήσουν στη βάρκα που πιστεύουν ότι ανήκεις. Εσύ δεν το καταλαβαίνεις, όμως όλες οι διαδικασίες προχωρούν με ακρίβεια και μεθοδικότητα. Κάπως έτσι λοιπόν συντηρείται για πάνω από δύο αιώνες το κράτος της διαφθοράς, χρησιμοποιώντας όλους εμάς ως γρανάζια του.