Σβήνω και γράφω ξανά αυτό το κείμενο, γιατί δεν υπάρχουν λέξεις αρκετές να χωρέσουν αυτό που συνέβη στη Μυρτώ. Μια 19χρονη κοπέλα έχασε τη ζωή της, αφού για αρκετή ώρα βρέθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μπροστά σε ανθρώπους που αντιλήφθηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Κι όμως, δεν υπήρξε η πιο απλή, η πιο αυτονόητη, η πιο ανθρώπινη κίνηση. Ένα τηλεφώνημα για βοήθεια.
Σε αυτό το άρθρο θα σταθώ αποκλειστικά στην κοινωνική και ανθρωπιστική διάσταση της υπόθεσης, καθώς οι έρευνες των Αρχών βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Όσο κι αν προσπαθεί κανείς να το δει ψύχραιμα, υπάρχει ένα σημείο που δεν το χωράει ανθρώπινος νους. Υπήρχε χρόνος. Υπήρχε η στιγμή που όλα μπορούσαν να αλλάξουν με μία κίνηση. Και όμως, αντί για την άμεση κινητοποίηση, υπήρξε καθυστέρηση. Σκέψη. Σιωπή. Μια διαχείριση της κατάστασης που, εκ των υστέρων, μοιάζει αδιανόητη μπροστά στην απλότητα του αυτονόητου. Γιατί αυτό είναι που συγκλονίζει περισσότερο. Όχι μόνο το τι έγινε, αλλά το τι δεν έγινε. Το πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί η προτεραιότητα της ανθρώπινης ζωής μέσα σε φόβους, σε δεύτερες σκέψεις, σε μια λογική “να δούμε τι κάνουμε πρώτα”.
Το να καλέσει κανείς βοήθεια σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι επιλογή ανάμεσα σε πολλές. Είναι η μοναδική σωστή πράξη σε τέτοιες συνθήκες. Οτιδήποτε άλλο είναι καθυστέρηση απέναντι σε κάτι που δεν περιμένει. Και δυστυχώς, σε αυτήν την υπόθεση η καθυστέρηση υπήρξε καθοριστική. Η κοινωνική διάσταση αυτής της υπόθεσης είναι σκληρή, γιατί μας φέρνει αντιμέτωπους με κάτι που δε θέλουμε να παραδεχτούμε. Ότι το αυτονόητο δεν είναι πάντα δεδομένο. Ότι η άμεση αντίδραση δεν είναι πάντα αντανακλαστική. Ότι κάπου ανάμεσα στο “βλέπω” και στο “δρω” μπορεί να χαθεί πολύτιμος χρόνος... και μαζί του μια ζωή.
Η Κεφαλονιά, ένα νησί ήρεμο, συνηθισμένο σε μια καθημερινότητα μακριά από τέτοιου είδους τραγωδίες, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη, όπως και όλο το πανελλήνιο, με ένα σοκ που δεν αφορά μόνο το γεγονός, αλλά και την αίσθηση ότι κάτι έσπασε μέσα στην ίδια την κοινή μας λογική. Οι άνθρωποι δεν μπορούν εύκολα να επεξεργαστούν πώς μια τόσο απλή πράξη - ένα τηλεφώνημα - δεν έγινε εγκαίρως.
Και μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να ειπωθεί καθαρά και χωρίς καμία ασάφεια. Δεν είναι δυνατόν μια 19χρονη κοπέλα να γίνεται αντικείμενο κρίσης. Να αναλύεται η ζωή της, οι επιλογές της, οι συνθήκες της, τα λάθη και τα σωστά της και το ντύσιμό της, σαν να μπορούν να δώσουν “εξήγηση” ή να μειώσουν το βάρος του αποτελέσματος. Δεν έχει σημασία ή δε θα έπρεπε να έχει σημασία για όλους εμάς τι προηγήθηκε για εκείνη. Δεν έχει σημασία πώς βρέθηκε εκεί. Το μόνο που μένει είναι ένα γεγονός που δεν αλλάζει. Μία νεαρή κοπέλα να οδηγείται, σαν αντικείμενο, στο απέναντι πεζοδρόμιο αντί του νοσοκομείου, λίγο πριν ξεψυχήσει, και μία οικογένεια που μένει πίσω και μαζεύει τα κομμάτια της.
Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι δεν αλλάζει η πράξη άπαξ και την κάνεις. Αυτό που αλλάζει είναι το πώς βλέπει κανείς τα πράγματα. Να αναρωτηθούμε τι σημαίνει να είσαι παρών τη στιγμή που κάποιος άλλος χρειάζεται βοήθεια. Γιατί τελικά, αυτό που κρίνεται δεν είναι οι προθέσεις. Είναι η πράξη. Και κυρίως, ο χρόνος που δεν πρέπει ποτέ να χαθεί όταν μια ζωή κρέμεται από αυτόν.