«Σε έναν κόσμο ψεύδους, η αλήθεια γίνεται σχεδόν επαναστατική πράξη»
Αλμπέρ Καμύ
Ο Σίσυφος του Καμύ δεν τιμωρείται απλώς επειδή αψήφησε τους θεούς, τιμωρείται επειδή καταδικάζεται σε μια πράξη που στερείται τελικού νοήματος, μια αέναη επανάληψη που δεν οδηγεί πουθενά, παρά μόνο στην ίδια της την επανεκκίνηση. Κι όμως, ο Καμύ βρίσκει μέσα σε αυτή τη φαινομενική ματαιότητα μια παράδοξη ελευθερία: ο Σίσυφος γίνεται κυρίαρχος της μοίρας του τη στιγμή που την αναγνωρίζει, τη στιγμή που αποδέχεται το παράλογο και συνεχίζει. Σε αυτή τη λεπτή, σχεδόν ειρωνική ένταση ανάμεσα στην ήττα και στην αξιοπρέπεια, ανάμεσα στην επανάληψη και στην επίγνωση, χωράει ίσως και η σύγχρονη πολιτική μοίρα ενός κόμματος που επιμένει να επιστρέφει στην κορυφή του λόφου, μόνο και μόνο για να δει τον βράχο να κατρακυλά ξανά.
Το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, που ολοκληρώθηκε στις 29 Μαρτίου 2026, παρουσιάστηκε ως μια στιγμή κάθαρσης, σχεδόν λυτρωτική, ένα είδος συλλογικής υπόσχεσης ότι ο κύκλος της σισύφειας προσπάθειας μπορεί επιτέλους να σπάσει. Οι ομιλίες είχαν τον τόνο μιας αναγέννησης που δε θέλει απλώς να θυμίσει το παρελθόν της, αλλά να το υπερβεί, οι λέξεις «επανεκκίνηση», «νέα εποχή», «κοινωνική συμμαχία» επαναλήφθηκαν με την ένταση εκείνη που υποδηλώνει περισσότερο ανάγκη παρά βεβαιότητα. Το ακροατήριο χειροκρότησε, τα συνθήματα ακούστηκαν γνώριμα, σχεδόν οικεία, σαν μια παλιά μελωδία που κανείς δεν ξέχασε πραγματικά, αλλά που επίσης κανείς δεν ξέρει αν έχει ακόμη θέση στο παρόν.
Η σύγκριση με τον Σίσυφο δεν είναι τυχαία, ούτε απλώς φιλολογική. Εδώ και χρόνια, η προσπάθεια ανασύνταξης μοιάζει με μια αδιάκοπη ανάβαση: κάθε φορά που διαμορφώνεται μια δυναμική, κάτι φαίνεται να την ανακόπτει - εσωτερικές αντιφάσεις, εκλογικά αποτελέσματα που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες, ένα εκλογικό σώμα που παραμένει επιφυλακτικό, αν όχι καχύποπτο. Ο βράχος ανεβαίνει, αλλά ποτέ δε σταθεροποιείται. Και το ερώτημα που τίθεται τώρα, μετά την πανηγυρική ολοκλήρωση του συνεδρίου, δεν είναι αν το κόμμα θέλει να φτάσει στην κορυφή, αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη μια κορυφή για να κατακτηθεί ή αν το ίδιο το τοπίο έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί.
Διότι η ελληνική κοινωνία του 2026 δεν είναι εκείνη που γέννησε τις μεγάλες αφηγήσεις του παρελθόντος. Είναι πιο κατακερματισμένη, πιο καχύποπτη απέναντι στις συλλογικές υποσχέσεις, πιο δεκτική σε προσωποκεντρικές λύσεις και λιγότερο πρόθυμη να επενδύσει σε ιδεολογικά σχήματα που απαιτούν χρόνο για να αποδώσουν. Το πολιτικό κεφάλαιο δε συγκεντρώνεται πια με τον ίδιο τρόπο, διαχέεται, εξατμίζεται, μετακινείται με ταχύτητα που συχνά υπερβαίνει την ικανότητα των κομμάτων να το παρακολουθήσουν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ιδέα ότι ένα συνέδριο - όσο επιτυχημένο κι αν είναι οργανωτικά - μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής, μοιάζει περισσότερο με ευσεβή πόθο παρά με στρατηγική εκτίμηση.
Το βαθύτερο διακύβευμα
Ωστόσο, υπάρχει κάτι βαθύτερο που διακυβεύεται εδώ. Η αναφορά στη «σισύφεια προσπάθεια» υπονοεί ότι το πρόβλημα είναι η επανάληψη της αποτυχίας. Αλλά ίσως το πρόβλημα δεν είναι η αποτυχία καθεαυτή, αλλά η αδυναμία να επανανοηματοδοτηθεί η προσπάθεια. Ο Σίσυφος του Καμύ δεν ελπίζει ότι μια μέρα ο βράχος θα μείνει στην κορυφή, βρίσκει νόημα στην ίδια την πράξη της ανάβασης. Αν μεταφέρουμε αυτή τη σκέψη στο πολιτικό πεδίο, το ερώτημα γίνεται πιο αιχμηρό: μπορεί ένα κόμμα να πείσει ότι η διαρκής του προσπάθεια έχει αξία, ακόμη κι αν δε μεταφράζεται άμεσα σε εκλογική κυριαρχία; Ή, για να το πούμε πιο ωμά, μπορεί να ζητήσει από τους πολίτες να συμμεριστούν μια διαδικασία που δεν υπόσχεται γρήγορα αποτελέσματα;
Εδώ ακριβώς εισέρχεται ο παράγοντας «λαός», όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως συγκεκριμένο εκλογικό σώμα με εμπειρίες, μνήμες και, κυρίως, απαιτήσεις. Η σχέση ανάμεσα στο κόμμα και τον λαό του δεν είναι πια δεδομένη, ούτε αυτονόητη. Δεν αρκεί η επίκληση μιας ιστορικής διαδρομής, όσο ένδοξη κι αν υπήρξε, απαιτείται μια νέα συμφωνία, μια επαναδιαπραγμάτευση των όρων εκπροσώπησης. Και αυτή η διαδικασία είναι κατεξοχήν πολιτική, όχι επικοινωνιακή. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε συνθήματα ή σε επιμελώς σκηνοθετημένες εικόνες ενότητας, πρέπει να αγγίξει πραγματικά ζητήματα, να δώσει απαντήσεις που να αντέχουν στον χρόνο και στην κριτική.
Καθρέφτης και όχι καταλύτης
Το συνέδριο, σε αυτό το πλαίσιο, λειτούργησε περισσότερο ως καθρέφτης παρά ως καταλύτης. Ανέδειξε τις φιλοδοξίες, αλλά και τα όρια, τις δυνατότητες, αλλά και τις αμφιβολίες. Η ενότητα που προβλήθηκε ήταν, αναμφίβολα, ένα σημαντικό μήνυμα προς τα έξω. Αλλά η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τα μηνύματα, κρίνεται από τη συνέπεια ανάμεσα σε λόγια και πράξεις, από την ικανότητα να μετατρέπονται οι διακηρύξεις σε χειροπιαστές πολιτικές. Και εδώ είναι που ο βράχος γίνεται βαρύτερος: διότι κάθε απόκλιση, κάθε καθυστέρηση, κάθε εσωτερική τριβή προσθέτει βάρος σε μια ήδη δύσκολη ανάβαση.
Υπάρχει, βεβαίως, και η άλλη ανάγνωση, η πιο κυνική, που θα έλεγε ότι η σισύφεια κατάσταση είναι, σε κάποιο βαθμό, βολική. Η συνεχής προσπάθεια χωρίς οριστική κατάληξη επιτρέπει την αποφυγή της πλήρους ευθύνης, πάντα υπάρχει μια δικαιολογία, μια εξήγηση για το γιατί ο βράχος δεν έμεινε στην κορυφή αυτή τη φορά. Σε αυτήν την εκδοχή, η επανάληψη δεν είναι απλώς καταδίκη, αλλά και καταφύγιο. Όμως μια τέτοια στάση δύσκολα μπορεί να εμπνεύσει ένα εκλογικό σώμα που έχει κουραστεί από τις ατελείωτες μεταβατικές φάσεις και τις διαρκείς “νέες αρχές”.
Το ερώτημα, λοιπόν, αν ο λαός “θα το επιτρέψει” αποκτά μια διπλή σημασία. Από τη μία, αφορά την εκλογική επιβράβευση: θα δώσει ο κόσμος τον απαραίτητο χώρο για να μετατραπεί η προσπάθεια σε πραγματική πολιτική δύναμη; Από την άλλη, όμως, αφορά και κάτι πιο βαθύ: θα αποδεχτεί να συμμετάσχει σε μια διαδικασία που δεν έχει εγγυημένο τέλος; Διότι η πολιτική, όπως και η ζωή στον Καμύ, δεν προσφέρει εγγυήσεις, προσφέρει μόνο δυνατότητες.
Και η άλλη διάσταση
Και εδώ ίσως βρίσκεται η πιο “πιπεράτη” διάσταση της υπόθεσης. Σε μια εποχή όπου η πολιτική αγορά λειτουργεί όλο και περισσότερο με όρους άμεσης κατανάλωσης - γρήγορα αποτελέσματα, απλές λύσεις, καθαρές αφηγήσεις - η πρόταση μιας πιο σύνθετης, πιο αργής, σχεδόν υπαρξιακής πολιτικής μοιάζει αντισυμβατική, αν όχι αντιεμπορική. Είναι σαν να ζητάς από ένα κοινό που έχει συνηθίσει στα σύντομα βίντεο να καθίσει να διαβάσει ένα μακροσκελές δοκίμιο. Μπορεί να συμβεί, αλλά απαιτεί κάτι περισσότερο από καλή θέληση: απαιτεί πειθώ, συνέπεια και, κυρίως, μια αίσθηση αυθεντικότητας που δεν μπορεί να κατασκευαστεί πρόχειρα.
Αν κάτι μπορεί να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα ότι ο βράχος αυτή τη φορά ίσως σταθεί λίγο πιο ψηλά, είναι ακριβώς αυτή η αυθεντικότητα. Όχι ως επικοινωνιακό τέχνασμα, αλλά ως πραγματική στάση απέναντι στην πολιτική πράξη. Να ειπωθούν αλήθειες που δεν είναι ευχάριστες, να αναγνωριστούν λάθη χωρίς αστερίσκους, να τεθούν στόχοι που δεν εξαντλούνται στον επόμενο εκλογικό κύκλο. Είναι μια δύσκολη επιλογή, ίσως και ριψοκίνδυνη. Αλλά η εναλλακτική - η ανακύκλωση των ίδιων μοτίβων με ελαφρώς διαφορετική διατύπωση - έχει ήδη δοκιμαστεί και έχει δείξει τα όριά της.
Ο Σίσυφος, στο τέλος του δοκιμίου του Καμύ, είναι ευτυχισμένος όχι επειδή νίκησε, αλλά επειδή κατανόησε. Ίσως αυτό να είναι και το κρυφό διακύβευμα για κάθε πολιτικό οργανισμό που βρίσκεται σε μια φάση παρατεταμένης αναζήτησης: να κατανοήσει πραγματικά τη θέση του στον κόσμο, να αποδεχτεί τα όριά του χωρίς να παραιτηθεί από τις φιλοδοξίες του, να βρει έναν τρόπο να συνεχίσει που να μη βασίζεται αποκλειστικά στην προσδοκία της τελικής δικαίωσης.
Το συνέδριο της 29ης Μαρτίου μπορεί να ήταν ένα βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση ή μπορεί να ήταν απλώς άλλη μια στάση σε έναν δρόμο που συνεχίζει να ανηφορίζει. Η ιστορία δε γράφεται με τις προθέσεις, αλλά με τα αποτελέσματα. Και αυτά, όπως πάντα, θα κριθούν έξω από τις αίθουσες των συνεδρίων, εκεί όπου ο λαός - αυτός ο απρόβλεπτος, συχνά αντιφατικός αλλά τελικά καθοριστικός παράγοντας - αποφασίζει ποιοι βράχοι αξίζει να σπρωχτούν και ποιοι μπορούν να μείνουν εκεί που βρίσκονται.