Η προσωρινή κατάπαυση πυρός στη Μέση Ανατολή και τη Δυτική Ασία, με επίκεντρο το Ιράν και τις χώρες του Περσικού Κόλπου, με εξαίρεση το σφαγείο στον Λίβανο, όπου οι εισβολείς του Ισραήλ έχουνε επιδοθεί σε ωμά εγκλήματα πολέμου, γεννά ένα αίσθημα μερικής, έστω επιφανειακής, ανακούφισης, σχεδόν αντανακλαστικό. Όμως η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι οι εκεχειρίες σπάνια αποτελούν τέλος, συχνότερα λειτουργούν ως διάλειμμα ανασύνταξης πριν από τον επόμενο γύρο βίας. Όποιος επιχειρεί να προσεγγίσει την πρόσφατη σύγκρουση με όρους νικητών και ηττημένων, παραβλέπει το προφανές: πρόκειται για μια σύγκρουση όπου η ήττα είναι καθολική.
Η αμερικανική υπερδύναμη σε αδιέξοδο
Η επιλογή της Ουάσινγκτον να εμπλακεί ενεργά σε έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή αποδεικνύεται στρατηγικά ατελέσφορη και πολιτικά επιζήμια. Η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών εμφανίζεται εγκλωβισμένη σε μια λογική ισχύος που δεν παράγει αποτελέσματα, αλλά αντιθέτως διογκώνει την αστάθεια. Η προσδοκία μιας γρήγορης και “καθαρής” επικράτησης διαψεύστηκε. Αντί για επιβολή, προέκυψε εμπλοκή. Αντί για απομόνωση του Ιράν, ενισχύθηκαν οι γεωπολιτικοί του σύμμαχοι. Και αντί για εσωτερική αποσταθεροποίηση της Τεχεράνης, καταγράφηκε συσπείρωση, έστω και εύθραυστη.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η επιλογή αυτή όξυνε τις ήδη υπαρκτές ρωγμές. Η αντιπαράθεση μεταξύ διαφορετικών σχολών εξωτερικής πολιτικής δεν είναι πλέον υπόγεια, αλλά εκδηλώνεται ανοιχτά, υπονομεύοντας τη συνοχή της αμερικανικής στρατηγικής.
Το Ισραήλ και τα όρια της στρατιωτικής υπεροχής
Η ισραηλινή ηγεσία επένδυσε στη γνωστή συνταγή της στρατιωτικής υπεροχής ως εργαλείο επιβολής. Ωστόσο, η σύγκρουση ανέδειξε τα όρια αυτής της προσέγγισης. Η ισχύς λειτουργεί αποτελεσματικά όταν δε συναντά ισοδύναμη αντίσταση. Όταν όμως η αντίσταση υπάρχει, το αποτέλεσμα γίνεται απρόβλεπτο. Η εικόνα ενός κράτους που επιχειρεί να επιβάλει διά της βίας μια νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων δεν ενισχύει την ασφάλειά του, αντίθετα το απομονώνει. Η διεθνής αντίληψη μετατοπίζεται, και η πολιτική νομιμοποίηση φθίνει. Παράλληλα, η διατήρηση μιας κατάστασης διαρκούς έντασης δεν αποτελεί στρατηγική, αλλά παγίδα. Ένα κράτος που ζει σε καθεστώς μόνιμης σύγκρουσης, αργά ή γρήγορα φθείρεται - πολιτικά, κοινωνικά και θεσμικά.
Το Ιράν μεταξύ επιβίωσης και αδιεξόδων
Η Τεχεράνη μπορεί να επικαλείται την επιβίωσή της ως επιτυχία, όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η μη κατάρρευση δε συνιστά νίκη. Το καθεστώς παραμένει αντιμέτωπο με βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις: οικονομική ασφυξία, κοινωνική δυσαρέσκεια και ενδοεξουσιαστικές εντάσεις. Ταυτόχρονα, η περιφερειακή του στάση το καθιστά παράγοντα ανησυχίας για τους γείτονές του. Η επιρροή που ασκεί συνοδεύεται από καχυποψία, όχι από αποδοχή. Έτσι, η γεωπολιτική του θέση παραμένει εύθραυστη, παρά την ανθεκτικότητα που επιδεικνύει.
Η σιωπή των θεσμών και η κατάρρευση των κανόνων
Ίσως η πιο ανησυχητική διάσταση της σύγκρουσης είναι η απουσία αποτελεσματικής διεθνούς παρέμβασης. Οι θεσμοί που υποτίθεται ότι εγγυώνται την τήρηση του διεθνούς δικαίου εμφανίζονται αδύναμοι, αν όχι ανενεργοί. Ο ΟΗΕ είναι πλέον σε κατάσταση ανυπαρξίας. Όταν η ισχύς υπερισχύει των κανόνων, το σύστημα διολισθαίνει σε μια κατάσταση όπου επικρατεί ο ισχυρότερος. Και σε ένα τέτοιο περιβάλλον, καμία χώρα, ανεξαρτήτως μεγέθους, δεν είναι πραγματικά ασφαλής.
Εκεχειρία χωρίς βεβαιότητες
Η δίμηνη μερικώς ανάπαυλα δεν συνιστά λύση, αλλά αναστολή. Οι βασικές αιτίες της σύγκρουσης παραμένουν άθικτες, ενώ οι επιδιώξεις των εμπλεκομένων συνεχίζουν να κινούνται σε μαξιμαλιστική τροχιά.
Η αισιοδοξία, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να είναι συγκρατημένη. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν θα διατηρηθεί η εκεχειρία, αλλά αν υπάρχει πραγματική βούληση για μια διαφορετική πορεία. Και τελικά, πέρα από στρατηγικές, συμμαχίες και ισορροπίες, παραμένει ένα θεμελιώδες ερώτημα: τι ακριβώς επιτεύχθηκε μέσα από αυτή τη σύγκρουση που επέλεξαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν και για ποιον λόγο ξεκίνησε;
Ίσως η απάντηση σε αυτό να είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο απ’ όλα.