«Όποιος βουλευτής εκλέγεται με σταυρό, διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση, είναι απλώς ψεύτης». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον πρωθυπουργό και αποτελούν την πιο κυνική και ευθεία ομολογία της διαφθοράς του πολιτικού συστήματος στη χώρα μας. Μάλιστα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο άνθρωπος που στις εκλογές του 2023 εξασφάλισε το 41% του εκλογικού σώματος, κερδίζοντας σχεδόν όλες τις εκλογικές περιφέρειες και αφήνοντας τον πολιτικό του αντίπαλο πίσω με 20 μονάδες διαφορά, μίλησε «από καρδιάς» και για τη δική του περίπτωση. Είπε ότι και ο ίδιος δεν προέχεται από πολιτική «παρθενογένεση», παραδεχόμενος εμμέσως ότι για να κερδίσει μία έδρα στη Βουλή έκανε ρουσφέτια, όπως φυσικά και η πολιτική του οικογένεια, η οποία μετρά παραπάνω από έναν αιώνα ύπαρξης στα πολιτικά δρώμενα της χώρας.
Τι ήθελε λοιπόν να μας πει ο Κυριάκος Μητσοτάκης με αυτά τα επιχειρήματα; Ότι στην Ελλάδα ανθεί η αδιαφάνεια, η έλλειψη δικαιοσύνης, ότι για να πετύχεις τον στόχο σου πρέπει να χρησιμοποιείς πλάγια μέσα και πως οι εξουσίες συντηρούνται μέσα από τις συναλλαγές. Πολλοί είναι εκείνοι - ανάμεσά τους κι εγώ - που υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη δήλωση, αποτέλεσμα των πιέσεων από τις τελευταίες αποκαλύψεις για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αποτελεί την επίσημη παραδοχή της ήττας και της χρεωκοπίας του πολιτικού συστήματος από τους εκπροσώπους του.
Μόνο που ο πρωθυπουργός, φερόμενος πονηρά και βλέποντας ότι η παράταξή του κινδυνεύει να καταντήσει «αποσυνάγωγος» (η φράση ανήκει στον Αντώνη Σαμαρά), αποφάσισε να μην πιει μόνος του μέχρι τέλος το “πικρό ποτήρι”. Έτσι, λοιπόν, σκέφτηκε σε αυτό το “Βατερλό” να πάρει μαζί του κι άλλους, όπως τους πολιτικούς του αντιπάλους, την ιστορία του τόπου και προφανώς τους θεσμούς, στους οποίους έβαλε κυριολεκτικά μπουρλότο, γκρεμίζοντας συθέμελα την αξιοπιστία τους στα μάτια των πολιτών.
Γιατί, όταν ακούς τον εκλεγμένο ηγέτη σου να υποστηρίζει ότι οι πελατειακές σχέσεις είναι διαχρονικό φαινόμενο και αποτέλεσμα της εθνικής μας υστέρησης σε σχέση με την Ευρώπη, το συμπέρασμα που προκύπτει από τέτοιου είδους επισημάνσεις είναι ένα: Ζω σε μία διεφθαρμένη χώρα, που οι πολίτες της έχουν μάθει να χρησιμοποιούν δόλια μέσα για να επιβιώσουν κι εγώ, για να εξακολουθήσω να έχω πολιτική υπόσταση, είμαι αναγκασμένος να ακολουθώ αυτήν την πεπατημένη.
Δυστυχώς, η Ελλάδα, η χώρα που εξακολουθεί να επιβιώνει παρά τις αντιξοότητες εδώ και χιλιάδες χρόνια, χθες, χωρίς να το αντιληφθούν εξ ολόκληρου οι πολίτες της, υπέστη μία πρωτόγνωρη εθνική ταπείνωση.
Ο άνθρωπος που αποτελεί τον εκπρόσωπο όλων ημών, ανεξαρτήτως αν τον έχουμε ψηφίσει ή δεν τον έχουμε ψηφίσει στο παρελθόν, αποφασίζει αυθαίρετα, για να καλύψει ένα σύστημα σκανδάλων και διαπλοκής, να κρυφτεί πίσω από τον λαό, πίσω από την ιστορία του, υποτιμώντας την παρουσία του στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Μας λέει ότι δε «φταίω εγώ και το κόμμα μου» για το σημερινό αξιακό και ηθικό τέλμα που έχουμε περιέλθει, καθώς πάντοτε συνέβαιναν τα ίδια και η κοινωνία λειτουργεί με βάση τις τακτικές που εφάρμοσαν οι βουλευτές που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Εμείς επομένως φταίμε που για να βρούμε το δίκιο μας με το κράτος πρέπει να περάσουμε πρώτα από την πόρτα του βουλευτή, εμείς φταίμε που η ανέχεια πολλές φορές και η αδυναμία επιβίωσης μάς κάνει να παρεκκλίνουμε από τον ορθό δρόμο, εμείς φταίμε στο φινάλε που, ενώ γνωρίζουμε τις μεθόδους που χρησιμοποιεί το πολιτικό σύστημα, εξακολουθούμε να τις επικροτούμε. Άρα δε φταίνε οι ηγέτες μας, αλλά εμείς σαν λαός που δεν αξίζουμε σε τέτοιους ηγέτες.
Η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι, πέραν από το “ξεγύμνωμα” της σαπίλας που κυριαρχεί, επέτυχε και κάτι άλλο. Μας έδειξε το πραγματικό πρόσωπο εκείνων που μας κυβερνούν και της γνώμης που έχουν εκείνοι για εμάς. Της οφείλουμε πολλά και είναι σίγουρο ότι θα φανεί η συμβολή της στην επόμενη μέρα για την Ελλάδα, που έχει αρχίσει να οικοδομείται αργά αλλά σταθερά.