Με περιγραφές που επικεντρώνονται στον Επιτάφιο, την Ανάσταση, τη Λαμπρή, γεμάτες Ελλάδα, φως, πίστη, που υπερτερούν των ανησυχιών, του φόβου και του θανάτου. Με προσωπικές πινελιές, παράδοση, μνήμη. Με ημερολογιακές καταγραφές, διηγήματα, απομνημονεύματα, ποιήματα. Μεγάλα έργα, που βραβεύτηκαν, μελοποιήθηκαν, ερμηνεύτηκαν, πολιτικοποιήθηκαν, έδεσαν και έγιναν ένα με τον “σταυρό” του καθενός από μας.
Με την ευχή να νικά το φως τα σκοτάδια μας. Καλή Ανάσταση!!
Γράφει ο Γιώργος Σεφέρης: «Χθες, Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον Επιτάφιο. Κάποτε να μου θυμίσεις να σου πω την ιστορία των Επιταφίων μου... Λογάριασαν πολύ στη ζωή μου. Σε κάθε κόχη που έστριβα, έβλεπα χθες, καθώς στεκόμουν επίσημος και τελετουργικός με το κερί στο χέρι, κι έναν Επιτάφιο.
Ο χτεσινός πλούτισε τη συλλογή μου. Ήταν ο πιο καθωσπρέπει που είδα ποτέ μου. Φράγκικη πολυφωνία (Η ζωή εν τάφω είχε γίνει Τραβιάτα ξεψυχισμένη): Φράκα. Άσπρα γάντια. Χρυσαφικά. Κόκκινα κι άσπρα ροδοπέταλα, τόσο περιποιημένα, που μοιάζαν από celluloid. Κι η απαραίτητη εγγλεζοχιώτικη προφορά: κατ (h) ετ (h) έθης Κριστ (h) έ.
Ο ωραιότερος και ο πιο αληθινός που είδα ήταν εκείνος που περνούσε με κλαπαδόρες κάτω από τον Παρθενώνα, τ’ Αϊ-Δημήτρη του Λουμπαρδιάρη. Συλλογίστηκα και τη Στέρνα και μου φάνηκε καλή και σωστή στον τόνο της. Λέω να τη δημοσιέψω το Σεπτέμβρη, μόνη...
Τι λες; Μου μένει ακόμη ένας Επιτάφιος εδώ, κι έπειτα θα μπορέσω να αντικρίσω το Αιγαίο. Είναι όμως τόσο μακριά κάποτε ο άγιος Επιτάφιος...» (“Μέρες Β’” του Γιώργου Σεφέρη, εκδ. “Ίκαρος”, 1975. Η καταγραφή στο ημερολόγιο του ποιητή αντιστοιχεί στις 30 Απριλίου 1932, περίοδο κατά την οποία εργάζεται στο Λονδίνο ως διευθύνων του Ελληνικού Γενικού Προξενείου).
Ο Νίκος Καζαντζάκης, Μ. Σάββατο στην Ιερουσαλήμ, εξιστορεί: «Άξαφνα τα μαυροκέφαλα ολόδρωτα πλήθη τρικύμισαν - καινούργιοι προσκυνητές Αραβίτες χιμούνε στην αυλή με τα εξαφτέρουγα και τα φανάρια τους και τις μεγάλες, του μπογιού τους, λαμπάδες.
Οι Αραβίτες σκληρίζουν ξεφρενιασμένοι. Ένας γέρος ανεβαίνει απάνω στους ώμους της ανθρωπομάζας, πηδά από ώμο σε ώμο, αφρίζοντας, κρατάει δύο γδυμνά σπαθιά και σπαθίζει τον αγέρα. Χορεύει απάνω στους ώμους, σκληρίζει, τα μάτια του έγιναν όλο ασπράδι, τα κεριά που έχει τυλίξει τη μέση του λιώνουν μέσα στη βαριά ζέστη και στάζουν.
Σε λίγο καταφτάνουν οι Αρμένηδες, τα λάβαρα σαλεύουν στον αγέρα, τα μικρά του ψαλτικού χορού, ντυμένα με κίτρινα πουκάμισα, υψώνουν μέσα στον μουντόν αγέρα τη δροσερή φωνή τους.
Έρχουνται οι Κόφτες, οι Σύροι, οι Αβησσυνοί, οι τσομπάνηδες, οι Βεδουίνοι, οι Μαρωνίτες, πέντε έξι λιναρόξανθοι Ρούσοι, απ’ όλη την απέραντη Ρουσία, μερικοί Αμερικανοί, κρύοι και κωμικοί μέσα στο φλογερό τούτο ασιατικό καμίνι.
Έρχουνται οι γυναίκες οι Βηθλεμίτισσες, με τ’ αψηλά χωνωτά κεφαλοδεσίματά τους και με τις ολάσπρες μπόλιες.
Κύματα πολύχρωμα, επιθετικά, ένας ρυθμός γοργός, πολεμικός, σα να καταφτάνουν στρατέματα. Ξεχείλισε ο ναός, σκαρφάλωσαν οι πιστοί πάνω στις κολόνες, καβαλίκεψαν τα στασίδια, κρεμάστηκαν απάνω στο γυναικωνίτη...» (Από το “Ταξιδεύοντας”, εκδ. “Σεράπειον”, 1927, πλέον εκδ. “Διόπτρα”).
«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στον Επιτάφιο:
«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, Άνοιξη γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω.
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις, άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης.
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα.
Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι, και τα δέντρα και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι.
Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα, κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τα αστέρια και τα πλάτια τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.
Και μούλεες, γιε, πως ολ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας, και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας».
Στη “Μέρα της Λαμπρής” του Διονύση Σολωμού: «Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη και από κει κινημένο, αργοφυσούσε τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι, που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα: Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα. Χριστός Ανέστη!
Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες ομπροστά στους αγίους και φιληθείτε φιληθείτε γλυκά, χείλη με χείλη, πέστε Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.
Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφισμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι όπου κρατούνε οι χριστιανοί στο χέρι».
Ο Στράτης Μυριβήλης αποτυπώνει το Πάσχα με έντονο το στοιχείο της νοσταλγίας, της πίστης. Της αντίθεσης ανάμεσα στην εαρινή αναγέννηση και τη φρίκη του πολέμου.
Ξεχωρίζει το διήγημα “Η Κεροδοσιά”, όπου στρατιώτες στα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου προσπαθούν να αναστήσουν το πνεύμα της Ανάστασης.
Ο Κώστας Βάρναλης, στην ποιητική του συλλογή “Σκλάβοι Πολιορκημένοι” του 1929, έγραψε το ποίημα “Οι πόνοι της Παναγιάς”.
Η Παναγία, πριν ακόμη γεννήσει τον Χριστό, αναφέρεται σε όλα αυτά που θα περάσει ο μονάκριβός της από τους ανθρώπους. Ποίημα που έχει μελοποιηθεί από τον Λουκά Θάνο και το έχουν ερμηνεύσει οι Νίκος Ξυλούρης και Γιάννης Χαρούλης.
“Οι Πόνοι της Παναγιάς” (απόσπασμα):
«Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική; Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις. Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή, που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.
Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό, θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό, από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μαχητές, δεν είσαι συ για το σταυρό. Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης. Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ, να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό, να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...
Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής, κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν. Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής. Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά. Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο... - Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!».