Υπάρχει μια κατηγορία νέων ανθρώπων που μεγαλώνει δίπλα μας τα τελευταία χρόνια και δυστυχώς όλο και πιο συχνά γίνεται πρωταγωνίστρια σε περιστατικά βίας, εκφοβισμού και ακραίας αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Είναι τα παιδιά που δεν έμαθαν ποτέ να παίρνουν πρωτοβουλίες.
Που μεγάλωσαν μέσα σε ένα προστατευμένο, σχεδόν αποστειρωμένο περιβάλλον, όπου κάποιος άλλος φρόντιζε πάντα να λύνει τα προβλήματα για λογαριασμό τους.
Συνήθως αυτός ο κάποιος ήταν και είναι η μητέρα ή ο μπαμπάς. Πρόκειται για παιδιά που, ενώ έχουν ενηλικιωθεί, συνεχίζουν να ζουν σε μια ιδιότυπη γυάλα. Μια γυάλα όπου δεν υπάρχουν ευθύνες, δεν υπάρχουν συνέπειες και φυσικά δεν υπάρχει αυτοκριτική. Αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν ότι έχουν πιει τη ζωή με το κουτάλι. Ότι ξέρουν τα πάντα. Ότι κανείς δεν μπορεί να τους πει τι να κάνουν. Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική. Γιατί αυτά τα παιδιά δεν έχουν μάθει να σέβονται κανέναν.
Δεν έχουν μάθει να αποδέχονται όρια. Δεν έχουν μάθει ότι η κοινωνία λειτουργεί με κανόνες και όταν συναντούν μπροστά τους έναν κανόνα, μια παρατήρηση ή μια αυθεντία, όπως για παράδειγμα έναν δάσκαλο ή μία καθηγήτρια, η αντίδρασή τους δεν είναι ο διάλογος. Είναι η πρόκληση. Είναι η ειρωνεία. Είναι ο εκφοβισμός.
Το τραγικό περιστατικό με την καθηγήτρια στη Θεσσαλονίκη ήρθε να υπενθυμίσει με τον πιο ωμό τρόπο μια πραγματικότητα που εδώ και χρόνια πολλοί αρνούνται να δουν. Μια πραγματικότητα που δεν αφορά μόνο ένα σχολείο ή μια πόλη. Αφορά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Αφορά τα “αγόρια πασάδες” και τα “κορίτσια πριγκίπισσες”.
Τα παιδιά που μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι είναι το κέντρο του κόσμου. Ότι όλα περιστρέφονται γύρω από τις δικές τους επιθυμίες. Ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να τους χαλάσει τη διάθεση. Αυτή η στρεβλή αντίληψη δε γεννήθηκε από μόνη της. Καλλιεργήθηκε συστηματικά μέσα στο σπίτι. Η “μαμά κουκουβάγια” και σε αρκετές περιπτώσεις και ο απόντας ή αδιάφορος πατέρας φρόντισε να δημιουργήσει ένα παιδί που δεν αμφισβητεί ποτέ τον εαυτό του. Που θεωρεί ότι πάντα φταίνε οι άλλοι.
Αν το παιδί μαλώσει στο σχολείο, φταίει ο δάσκαλος. Αν πάρει κακό βαθμό, φταίει ο καθηγητής. Αν δημιουργήσει πρόβλημα στην τάξη, φταίνε οι συμμαθητές. Ποτέ το ίδιο και όταν το παιδί βρεθεί αντιμέτωπο με τις συνέπειες των πράξεών του, η μαμά ή ο μπαμπάκας είναι πάντα εκεί για να “καθαρίσει”. Να πάρει τηλέφωνο στο σχολείο. Να κάνει φασαρία. Να απειλήσει. Να κατηγορήσει τους πάντες. Το παιδί μαθαίνει έτσι ένα πολύ επικίνδυνο μάθημα, ότι δηλαδή δε θα πληρώσει ποτέ το τίμημα των πράξεών του. Αυτό το μοντέλο ανατροφής δημιουργεί ανθρώπους χωρίς όρια. Χωρίς ενσυναίσθηση. Χωρίς την ικανότητα να αντιληφθούν ότι οι πράξεις τους επηρεάζουν τους άλλους.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια αυξάνονται τα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί μιλούν για παιδιά που αμφισβητούν τα πάντα, αλλά ταυτόχρονα δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη. Ο εκπαιδευτικός έχει μετατραπεί σε εύκολο στόχο.
Όταν ένας μαθητής γνωρίζει ότι στο σπίτι του θα τον υπερασπιστούν ό,τι και αν κάνει, τότε δεν έχει κανέναν λόγο να συγκρατηθεί. Αντίθετα αισθάνεται σχεδόν παντοδύναμος και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Γιατί αυτά τα παιδιά δε θα μείνουν για πάντα μέσα σε μια σχολική αίθουσα. Αύριο θα βγουν στην κοινωνία. Θα γίνουν εργαζόμενοι, επαγγελματίες, πολίτες. Είναι τα παιδιά που θα πατήσουν οπουδήποτε για να μην κλείσει ο δρόμος προς τη δική τους επιτυχία, που είναι γεμάτος με την απόλυτη απαξίωση των πράξεών τους. Το χειρότερο είναι πως δεν κάνουν ποτέ αυτοκριτική γιατί πολύ απλά δεν έμαθαν να κάνουν. Τι είδους κοινωνία όμως “χτίζεται” όταν μια ολόκληρη γενιά έχει μάθει ότι οι κανόνες είναι για τους άλλους; Όταν η έννοια της ευθύνης θεωρείται σχεδόν προσβολή; Όταν η αυτοκριτική απουσιάζει πλήρως;
Η Ελλάδα του 2026 μοιάζει να αντιμετωπίζει μια σιωπηλή κρίση αξιών. Μια κρίση που δε φαίνεται στα οικονομικά στοιχεία, ούτε στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Φαίνεται όμως στα σχολεία, στις σχολικές αυλές και στις τάξεις. Βεβαίως και δεν αναφέρομαι στην πλειοψηφία, μιας και πολλά είναι τα “φωτεινά” παραδείγματα νέων ανθρώπων που τιμούν την αξιοπρέπειά τους. Δυστυχώς για κάποιους, όλα είναι εύκολα γιατί στο σπίτι τους έχουν μάθει ότι η αυθεντία δεν αξίζει σεβασμό. Η ευθύνη των γονέων εδώ είναι τεράστια και όμως σπάνια συζητείται με ειλικρίνεια. Γιατί είναι πιο εύκολο να κατηγορούμε το σχολείο, το εκπαιδευτικό σύστημα, την κοινωνία, και είναι πιο δύσκολο να κοιτάξουμε στον καθρέφτη. Η υπερπροστατευτικότητα δεν είναι αγάπη. Είναι μια μορφή εγωισμού των γονιών που δεν αντέχουν να δουν το παιδί τους να δυσκολεύεται. Να αποτυγχάνει να μαθαίνει από τα λάθη του. Έτσι όμως δε μεγαλώνουν δυνατούς ανθρώπους. Μεγαλώνουν εύθραυστους χαρακτήρες που αντιδρούν με οργή κάθε φορά που η πραγματικότητα δε συμφωνεί με τις προσδοκίες τους. Φοβισμένα τυπάκια που πίσω από την πλάτη... σκάβουν λάκκους και γεμίζουν με “χολή” τα πάντα και τότε βέβαια η σύγκρουση με την κοινωνία είναι αναπόφευκτη.
Η ελληνική οικογένεια έχει πολλά προτερήματα. Είναι δεμένη, υποστηρικτική, προστατευτική. Όμως σε πολλές περιπτώσεις περνάει σε μια επικίνδυνη υπερβολή. Μια υπερβολή που δημιουργεί ανθρώπους ανίκανους να σταθούν μόνοι τους και τελικά ανίκανους να σεβαστούν τους άλλους. Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό αλλά εξαιρετικά δύσκολο: μέχρι πότε; Μέχρι πότε οι γονείς θα δικαιολογούν τα πάντα στο όνομα της αγάπης; Μέχρι πότε η κοινωνία θα κάνει πως δε βλέπει το πρόβλημα; Μέχρι πότε οι εκπαιδευτικοί θα μένουν απροστάτευτοι απέναντι σε συμπεριφορές που δεν έχουν καμία σχέση με την παιδεία; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας. Τα παιδιά χρειάζονται αγάπη, αλλά χρειάζονται και όρια. Χρειάζονται στήριξη, αλλά χρειάζονται και ευθύνη. Χρειάζονται γονείς που δε θα λειτουργούν ως δικηγόροι τους απέναντι σε κάθε λάθος, αλλά ως άνθρωποι που θα τα βοηθήσουν να καταλάβουν τι σημαίνει σεβασμός. Γιατί διαφορετικά θα συνεχίσουμε να παράγουμε γενιές ανθρώπων που πιστεύουν ότι ο κόσμος τούς ανήκει. Είναι αυτά τα “σιωπηλά” τυπάκια που με τη λογική του Πόντιου Πιλότου δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη και ταυτόχρονα δηλώνουν “αρχηγοί” και τότε, όταν η πραγματικότητα τούς διαψεύσει, η σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη.
Τα παιδιά της “μαμάς κουκουβάγιας” δεν είναι απλώς ένα οικογενειακό ζήτημα. Είναι ένα κοινωνικό πρόβλημα που μεγαλώνει σιωπηλά και όσο το αγνοούμε, τόσο θα πλησιάζουμε σε μια κοινωνία όπου ο σεβασμός θα θεωρείται αδυναμία και η αλαζονεία δικαίωμα. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει αμείλικτο και δεν είναι άλλο από το αν θα συνεχίσουμε να μεγαλώνουμε πρίγκιπες και πασάδες ή θα αρχίσουμε επιτέλους να μεγαλώνουμε πολίτες;
Φτάνει με τους “μάγκες πασάδες” και τις “ωραίες πριγκίπισσες”.