Η σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν είναι μια απλή αντιπαράθεση “καλού-κακού”, ούτε μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά με όρους ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αν ήταν έτσι, η Ουάσινγκτον θα όφειλε να τηρεί την ίδια στάση και απέναντι στη Σαουδική Αραβία, μια χώρα που το 2025 κατέγραψε 356 εκτελέσεις, αριθμό-ρεκόρ, συχνά για αδικήματα που δε σχετίζονται με ανθρωποκτονίες, αλλά και για αντικαθεστωτική δράση. Αρκεί να δει κανείς τις Εκθέσεις της Διεθνούς Αμνησίας και του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW), που κάνουν λόγο για εγκεκριμένες κρατικές δολοφονίες και εξαφανίσεις αντιφρονούντων και ακτιβιστών, το 2022 εκτελέστηκαν 81 ακτιβιστές. Κι όμως, με το Ριάντ οι ΗΠΑ υπογράφουν συμφωνίες δισεκατομμυρίων σε άμυνα, ενέργεια, επενδύσεις.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν είναι αναμφίβολα ένα αυταρχικό θεοκρατικό καθεστώς με ένα “βουργουνδιανό σύστημα” εξουσίας, όπου η κοινωνία δεν πρέπει να αποκλίνει από την απόλυτη πειθαρχία. Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και η επίλεκτη Δύναμη Αλ Κουντς έχουν διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στη στήριξη ένοπλων οργανώσεων στη Μέση Ανατολή. Η Χαμάς και η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ στα Παλαιστινιακά Εδάφη, η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι Χούθι στην Υεμένη αποτελούν τρομοκρατικές ομάδες που κινούνται και χρηματίζονται από το Ιράν, από το Κατάρ, από εμπλοκή τους σε διακίνηση διαμαντιών, ξεπλύματος “μαύρου” χρήματος κ.λπ. Το Ισραήλ θεωρεί το Ιράν υπ’ αριθμόν ένα εχθρό του, αλλά και η περιφερειακή στρατηγική της Τεχεράνης έχει οικοδομηθεί πάνω σε αυτόν τον άξονα αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, αν η σύγκρουση περιοριζόταν μόνο σε ζητήματα ασφάλειας ή ιδεολογίας, δε θα είχε αποκτήσει τόσο βαθύ γεωοικονομικό χαρακτήρα. Το Ιράν τα τελευταία χρόνια επιτάχυνε την αποδολαριοποίηση των συναλλαγών του, όπως πωλήσεις πετρελαίου σε γουάν, διακανονισμούς εκτός του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος, αξιοποίηση εναλλακτικών δικτύων πληρωμών. Σε μια εποχή όπου η ισχύς των ΗΠΑ στηρίζεται όχι μόνο στα αεροπλανοφόρα αλλά και στο δολάριο, η πρόκληση αυτή δεν είναι αμελητέα.
Το λεγόμενο “πετροδολάριο” αποτέλεσε για δεκαετίες θεμέλιο της αμερικανικής παγκόσμιας ισχύος και αυτό γιατί το πετρέλαιο αποτιμάται σε δολάρια και τα κράτη συσσωρεύουν δολαριακά αποθέματα, αγοράζοντας αμερικανικά ομόλογα, χρηματοδοτώντας παράλληλα τα ελλείμματα της Ουάσινγκτον. Η κυριαρχία του δολαρίου δεν είναι απλώς νομισματικό προνόμιο, είναι εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, μηχανισμός επιβολής κυρώσεων, μέσο γεωπολιτικού ελέγχου. Όποιος επιχειρεί να δημιουργήσει παράλληλες δομές, αγγίζει νεύρο.
Η Τεχεράνη, σε συνεργασία με δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία, οι Brics, η Asean (Ένωση χωρών νοτιοανατολικής Ασίας), η CIS (Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών), επιχείρησε να ενταχθεί σε ένα πλέγμα οικονομικών σχέσεων που παρακάμπτει τη δυτική χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική. Και δεν πρόκειται μόνο για εμπόριο πετρελαίου, αλλά για μια ευρύτερη ιδέα, για έναν πολυπολικό κόσμο, όπου οι κυρώσεις της Ουάσινγκτον (το Ιράν βρισκόταν σε εμπάργκο για χρόνια) δε θα έχουν καθολική ισχύ. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν δεν είναι απλώς “ταραχοποιός”, αλλά κρίκος σε μια αλυσίδα αμφισβήτησης της αμερικανικής ηγεμονίας.
Η επιλεκτικότητα των ΗΠΑ στο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπονομεύει το ηθικό επιχείρημα της αντιπαράθεσης. Η Σαουδική Αραβία, παρά το αυταρχικό της καθεστώς, θεωρείται στρατηγικός εταίρος, έτσι αγοράζει αμερικανικά όπλα, στηρίζει την ενεργειακή σταθερότητα, δεν αμφισβητεί το δολάριο. Το Ιράν, αντίθετα, συνδυάζει αυταρχισμό με γεωπολιτική ανυπακοή και βέβαια η διαφορά δεν είναι ποιοτική στο εσωτερικό τους σύστημα, είναι στρατηγική στη διεθνή τους στάση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα. Αποτέλεσε άραγε ο Τραμπ ρήξη με την παγκοσμιοποίηση ή τη σκληρότερη εκδοχή της; Ο Τραμπ εμφανίστηκε ως πολέμιος των “άδικων” εμπορικών συμφωνιών και της αποβιομηχάνισης, αλλά ταυτόχρονα υιοθέτησε ακραία επιθετική στάση απέναντι στο Ιράν, αποχωρώντας από τη συμφωνία για τα πυρηνικά και επαναφέροντας συντριπτικές κυρώσεις.
Η πολιτική αυτή δεν στόχευε μόνο στον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος, αλλά ενίσχυε την οικονομική ασφυξία, επιχειρώντας να αποκόψει την Τεχεράνη από κάθε εναλλακτική χρηματοπιστωτική δίοδο. Η λογική ήταν σαφής: όποιος επιχειρεί να κινηθεί εκτός της αμερικανικής σφαίρας επιρροής θα πληρώνει βαρύ τίμημα. Η αποδολαριοποίηση δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα, αλλά κρίνεται ως πράξη γεωπολιτικής ανυπακοής.
Αυτό δε σημαίνει ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν κατ’ ανάγκην “διάλυση” του Ιράν με τη στενή έννοια, σημαίνει όμως ότι επιδιώκουν τον περιορισμό του σε περιφερειακή δύναμη, χωρίς ικανότητα να διαμορφώνει εναλλακτικά δίκτυα ισχύος. Σε έναν κόσμο όπου η οικονομία του χρέους, οι χρηματοπιστωτικές “φούσκες” και η “πράσινη μετάβαση” δημιουργούν νέες ανισορροπίες, η διατήρηση της νομισματικής πρωτοκαθεδρίας καθίσταται ζήτημα εθνικής ασφάλειας για την Ουάσινγκτον.
Και ίσως τελικά το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, αλλά το μήνυμα προς κάθε αναδυόμενη δύναμη που σκέφτεται να αμφισβητήσει το status quo. Σε έναν κόσμο που μεταβαίνει σε πολυπολικότητα, η μάχη για το νόμισμα, την ενέργεια και τα δίκτυα πληρωμών ίσως αποδειχθεί πιο καθοριστική από τους ίδιους τους πυραύλους.
Αν αυτό ισχύει, τότε η αντιπαράθεση με το Ιράν λειτουργεί και ως παράδειγμα προς αποφυγή για άλλες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, που εξετάζουν εναλλακτικά νομισματικά μπλοκ ή περιφερειακές συμμαχίες εκτός δυτικής επιρροής. Το δίλημμα που τίθεται είναι σαφές: ένταξη στο υπάρχον σύστημα με τους κανόνες της Ουάσινγκτον ή ρίσκο οικονομικής απομόνωσης και ασφυκτικών κυρώσεων. Σε αυτή τη σκακιέρα, η γεωοικονομία δε συνοδεύει απλώς τη γεωπολιτική, αλλά την καθοδηγεί.
Το Ιράν, με το δικό του αυταρχικό και συχνά επιθετικό μοντέλο, δεν είναι πρότυπο ελευθερίας. Όμως η σύγκρουση δεν μπορεί να αναλυθεί μονοδιάστατα. Πίσω από τη ρητορική περί “καθεστώτος-παρία” διακρίνεται η αγωνία μιας υπερδύναμης που βλέπει το παγκόσμιο μονοπώλιο ισχύος να διαβρώνεται. Και όσο η ισορροπία μετατοπίζεται, τόσο πιο έντονη θα γίνεται η σύγκρουση, όχι μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά στους δείκτες των χρηματιστηρίων, στα νομισματικά αποθέματα και στις αόρατες γραμμές των διεθνών πληρωμών.
* Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας.