Ζούμε ήδη μέσα στον πόλεμο - απλώς δεν τον λέμε έτσι, προσποιούμαστε απλά ότι ζούμε σχετικά... σταθερά κι ας γίνεται ακόμη και πλάι μας ή και εντός μας πόλεμος ως διαρκής κατάσταση.
Στον 20ό αιώνα, ο πόλεμος είχε ημερομηνίες. Είχε αρχή, κορύφωση και τέλος. Οι συγκρούσεις χαράσσονταν πάνω στον χάρτη και στη μνήμη της ανθρωπότητας: 1914-1918, 1939-1945... Υπήρχαν σύνορα, μέτωπα, στρατοί, στρατηγοί και συνθηκολογήσεις. Υπήρχαν πόλεις που βομβαρδίζονταν και κοινωνίες που περίμεναν την ημέρα της λήξης. Και στο τέλος υπήρχαν άνθρωποι που γύριζαν σπίτι.
Στον 21ο αιώνα όμως κάτι βαθύτερο έχει αλλάξει. Ο πόλεμος δε χρειάζεται πια κήρυξη. Δεν περιμένει διαγγέλματα, δε συνοδεύεται από τελετές έναρξης. Είναι ήδη εδώ. Κυκλοφορεί μέσα στα δίκτυα πληροφοριών, στις οικονομικές πιέσεις, στις γεωπολιτικές ισορροπίες, στους αόρατους μηχανισμούς επιτήρησης που λειτουργούν αδιάκοπα.
Η μεγάλη μεταβολή δεν είναι ότι ο πόλεμος έγινε πιο σπάνιος. Είναι ότι έγινε πιο διάχυτος. Και όταν κάτι διαχέεται στην καθημερινότητα, παύει να φαίνεται εξαιρετικό. Μετατρέπεται σε κανονικότητα.
Ο Γερμανός στοχαστής Ernst Jünger είχε μιλήσει ήδη από τον προηγούμενο αιώνα για την “ολική κινητοποίηση”. Στους μεγάλους πολέμους, έγραφε, δεν επιστρατεύονταν μόνο οι στρατοί, αλλά ολόκληρες κοινωνίες. Η οικονομία, η επιστήμη, η βιομηχανία, η καθημερινότητα στρατεύονταν σε έναν συνολικό μηχανισμό ισχύος.
Το πεδίο της σύγκρουσης μετακινήθηκε. Δε βρίσκεται μόνο στα χαρακώματα, αλλά στα καλώδια οπτικών ινών, στους δορυφόρους, στα κέντρα δεδομένων. Η πληροφορία δεν είναι απλώς όπλο. Είναι το ίδιο το πεδίο της μάχης. Και όταν το πεδίο είναι παντού, τότε και ο πόλεμος βρίσκεται παντού
Σήμερα όμως η κινητοποίηση αυτή δε χρειάζεται σειρήνες. Δε χρειάζεται διαταγές. Είναι μόνιμη και σιωπηλή.
Το κινητό τηλέφωνο στην τσέπη μας είναι ταυτόχρονα εργαλείο εργασίας, μέσο επικοινωνίας και μηχανισμός εντοπισμού. Η εργασία απλώνεται στον ελεύθερο χρόνο και η καθημερινότητα μετατρέπεται σε παραγωγή δεδομένων.
Ο πολίτης γίνεται κόμβος σε ένα τεράστιο δίκτυο ροών και πληροφοριών. Ο πολίτης δεν είναι, είναι τα δεδομένα του και μόνο αυτά, κυρίως αυτά.
Η στρατηγική ισχύος δεν αφορά πλέον μόνο το έδαφος αλλά τον χρόνο. Όποιος κινείται γρηγορότερα, αποφασίζει. Όποιος μεταδίδει πρώτος, διαμορφώνει την πραγματικότητα. Η ισχύς μετριέται σε χιλιοστά του δευτερολέπτου.
Από τους χρηματιστηριακούς αλγορίθμους μέχρι τα data center, και τους αλγορίθμους μέχρι και για τα υπερηχητικά όπλα, η δυναμική των δορυφόρων και τελικά ο ανταγωνισμός της ταχύτητας γίνεται καθοριστικός. Η πολιτική, η οικονομία και η τεχνολογία συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο πεδίο επιτάχυνσης.
Έτσι, το πεδίο της σύγκρουσης μετακινήθηκε. Δε βρίσκεται μόνο στα χαρακώματα, αλλά στα καλώδια οπτικών ινών, στους δορυφόρους, στα κέντρα δεδομένων. Η πληροφορία δεν είναι απλώς όπλο, είναι το ίδιο το πεδίο της μάχης.
Και όταν το πεδίο είναι παντού, τότε και ο πόλεμος βρίσκεται παντού.
Την ίδια στιγμή αλλάζει και η μορφή του στρατιώτη. Δεν εξαφανίζεται ο πόλεμος, εξαφανίζεται το πρόσωπο του πολεμιστή. Η σύγκρουση μεταφέρεται όλο και περισσότερο στις μηχανές: drones, αυτόνομα συστήματα, κυβερνοεπιθέσεις, ψηφιακά σαμποτάζ, πυραύλους και αντιβαλιστικά συστήματα μέσω οθονών και πλήκτρων.
Το χτύπημα μπορεί να εκτελείται από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, μπροστά σε μια οθόνη. Η ευθύνη διαχέεται σε αλυσίδες εντολών, σε τεχνικά πρωτόκολλα, σε αλγορίθμους.
Ο θάνατος γίνεται απόμακρος. Σχεδόν αφηρημένος. Ακόμη κι ένα μικρό παιδί είναι αριθμός, είναι στατιστική, σε λίγο καν παράπλευρη απώλεια, αλλά ενσωματωμένη στη λογική κόστους-οφέλους από και με τα συστήματα.
Όταν δεν υπάρχει εικόνα φέρετρου, η κοινωνία δυσκολεύεται να αντιληφθεί τη βία. Οι απώλειες μετατρέπονται σε αριθμούς και οι άνθρωποι σε «παράπλευρες απώλειες». Η εξαφάνιση του στρατιώτη είναι ταυτόχρονα και εξαφάνιση του μάρτυρα.
Παράλληλα, η λογική του πολέμου επιστρέφει προς τα μέσα. Οι μηχανισμοί ασφάλειας οργανώνουν όλο και περισσότερο την καθημερινότητα των κοινωνιών. Συστήματα παρακολούθησης, ανάλυση δεδομένων, προληπτική αστυνόμευση, τεχνητή νοημοσύνη που αξιολογεί κινδύνους πριν ακόμη εμφανιστούν.
Η πόλη μοιάζει όλο και περισσότερο με στρατόπεδο, όχι επειδή υπάρχει επίσημα πόλεμος, αλλά επειδή η απειλή θεωρείται μόνιμη.
Ο φιλόσοφος Michel Foucault είχε κάποτε ανατρέψει την περίφημη φράση του Κλαούζεβιτς λέγοντας ότι «η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα». Σήμερα αυτή η σκέψη μοιάζει σχεδόν περιγραφή της πραγματικότητας.
Οι συγκρούσεις διεξάγονται μέσα από οικονομικές κυρώσεις, ενεργειακούς ανταγωνισμούς, εμπορικούς πολέμους, ψηφιακές επιθέσεις και μάχες πληροφοριών. Η γεωπολιτική μετατρέπεται σε ένα πεδίο διαρκούς έντασης χωρίς σαφή όρια.
Την ίδια στιγμή, η λεγόμενη οικονομία της ευελιξίας υπόσχεται ελευθερία αλλά συχνά καταλήγει σε διαρκή διαθεσιμότητα. Ο εργαζόμενος καλείται να απαντά άμεσα, να κινείται γρήγορα, να είναι συνεχώς συνδεδεμένος.
Η ταχύτητα μετατρέπεται σε ηθική επιταγή. Η καθυστέρηση μοιάζει σχεδόν με αποτυχία. Η ακινησία αντιμετωπίζεται ως ύποπτη.
Σε αυτό το περιβάλλον, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης παύει να είναι εξαίρεση και μετατρέπεται σε κανόνα. Η άμυνα οργανώνεται σαν η κρίση να είναι ήδη παρούσα. Η ειρήνη δεν είναι πια ανάπαυση. Είναι διαχείριση κινδύνου.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία σε διαρκή συναγερμό. Ακόμη και χωρίς σειρήνες, το σύστημα λειτουργεί σαν να ακούγονται. Οι κυβερνήσεις επικαλούνται την ασφάλεια για να θεσπίσουν μέτρα και οι κοινωνίες συνηθίζουν σταδιακά στους περιορισμούς.
Η ειρήνη τότε αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με αντίθετο του πολέμου και περισσότερο με τη σιωπηλή του μεταμόρφωση.
Άλλωστε, όπως επισημαίνει και ο καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας Απόστολος Αποστόλου, «αν ο πόλεμος έχει όντως “τελειώσει” ως γεγονός, τότε έχει νικήσει ως κατάσταση, και αυτό είναι πιο επικίνδυνο από οποιαδήποτε μάχη με αρχή και τέλος».
Η διαπίστωση αυτή φωτίζει μια από τις πιο σκοτεινές πλευρές της εποχής μας. Γιατί ένας πόλεμος με αρχή και τέλος μπορεί να κριθεί. Μπορεί να υπάρξει ήττα, συμφιλίωση, ιστορική μνήμη.
Ένας πόλεμος όμως που μετατρέπεται σε περιβάλλον δεν τελειώνει ποτέ. Δεν έχει στιγμή λογοδοσίας, απόδοσης ευθύνης. Δεν έχει σιωπή μετά τις κανονιές. Γίνεται καθημερινότητα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα: ότι οι κοινωνίες αρχίζουν να συνηθίζουν την ένταση, όπως συνηθίζουν τον θόρυβο μιας πόλης. Τον ακούν συνεχώς, αλλά παύουν να τον προσέχουν.
Η πρόκληση λοιπόν δεν είναι μόνο να αποφύγουμε τις μεγάλες συγκρούσεις. Είναι να αναγνωρίσουμε τις μικρές, αόρατες μορφές τους, που διαμορφώνουν ήδη τον κόσμο.
Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι ένας πόλεμος που ξεσπά ξαφνικά. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ένας πόλεμος που έχει γίνει τόσο καθημερινός ώστε να περνά απαρατήρητος.
Η ειρήνη τότε αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με αντίθετο του πολέμου και περισσότερο με τη σιωπηλή του μεταμόρφωση.
Οι συγκρούσεις δεν έχουν πια απαραίτητα στρατούς και μέτωπα, έχουν αγορές, δίκτυα, πληροφορίες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ανησυχητική μεταβολή της εποχής μας. Αν ο πόλεμος έχει όντως “τελειώσει” ως γεγονός, αν δεν ανακοινώνεται πια με κηρύξεις και τελετές, τότε έχει μεταμορφωθεί σε κάτι βαθύτερο: σε κατάσταση. Σε κλίμα.
Σε τρόπο οργάνωσης του κόσμου. Και αυτό είναι πιο επικίνδυνο από κάθε παραδοσιακή σύγκρουση. Γιατί ένας πόλεμος με αρχή και τέλος μπορεί να κριθεί.
Ένας πόλεμος όμως που γίνεται περιβάλλον δεν τελειώνει ποτέ. Δεν έχει στιγμή λογοδοσίας. Δεν έχει σιωπή μετά τις κανονιές.
Γίνεται καθημερινότητα. Και τότε η μεγαλύτερη νίκη του δεν είναι η κατάκτηση εδαφών. Είναι ότι οι κοινωνίες παύουν να τον αναγνωρίζουν. Αυτός είναι ο πόλεμος που σήμερα όλοι μας τον αναπνέουμε, ο πόλεμος που, όταν παύει να είναι γεγονός, γίνεται καθεστώς, αμέτοχος σε αυτόν τελικά κανείς μας και το αίμα του μας πνίγει όλους, ακόμη χειρότερα, γίνεται η μόνη κληρονομιά μας στις επόμενες γενιές, δεν έχουμε πλέον τον νου μας στο παιδί, ούτε στο να γλιτώσει, ε και τότε δεν υπάρχει καν λόγος...