Τα fake news δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο. Εκείνο που είναι καινούργιο είναι η ταχύτητα, η κλίμακα και η ένταση με την οποία διακινούνται. Σε κάθε πολεμική σύγκρουση της σύγχρονης εποχής, από τον πόλεμο στο Ιράκ έως τη συνεχιζόμενη ανάφλεξη στη Γάζα, η παραπληροφόρηση αποτελεί βασικό εργαλείο στρατηγικής.
Στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή, όπου η ιστορία, η γεωπολιτική και οι θρησκευτικές εντάσεις συμπλέκονται εδώ και δεκαετίες, τα fake news δεν είναι απλώς παράπλευρη απώλεια της ενημέρωσης, είναι μέρος του οπλοστασίου.
Η προπαγάνδα ήταν πάντοτε σύμμαχος του πολέμου. Από τα φυλλάδια του Α’ και Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έως τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις που στόχευαν στο ηθικό του αντιπάλου, η διαχείριση της πληροφορίας υπήρξε καθοριστικός παράγοντας. Σήμερα όμως η μάχη μεταφέρθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πλατφόρμες όπως το Facebook και το X (πρώην Twitter) και το Τικ Τοκ λειτουργούν ως επιταχυντές περιεχομένου, χωρίς σύνορα και χωρίς επαρκή φίλτρα. Μια ψευδής εικόνα, ένα παλιό βίντεο που παρουσιάζεται ως πρόσφατο ή μια κατασκευασμένη μαρτυρία μπορούν μέσα σε λίγα λεπτά να κάνουν τον γύρο του κόσμου. Γιατί όμως τα fake news αποτελούν τόσο κρίσιμο εργαλείο της πολεμικής μηχανής; Πρώτον, γιατί διαμορφώνουν το αφήγημα. Σε κάθε σύγκρουση, το ποιος εμφανίζεται ως θύμα και ποιος ως θύτης επηρεάζει καθοριστικά τη διεθνή κοινή γνώμη. Η μάχη της εικόνας συχνά προηγείται της μάχης στο πεδίο. Μια φωτογραφία κατεστραμμένου νοσοκομείου, αληθινή ή παραποιημένη, μπορεί να προκαλέσει κύμα οργής και διπλωματικές πιέσεις. Ένα βίντεο που αποδίδεται στον αντίπαλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει στρατιωτική κλιμάκωση.
Δεύτερον, τα fake news στοχεύουν στο ηθικό. Η διάδοση ψευδών πληροφοριών περί μεγάλων απωλειών ή επικείμενων επιθέσεων μπορεί να σπείρει πανικό στον άμαχο πληθυσμό. Σε περιοχές όπως το Ισραήλ ή τα παλαιστινιακά εδάφη, όπου οι κοινωνίες ζουν υπό συνεχή απειλή, η ψυχολογική διάσταση του πολέμου είναι εξίσου σημαντική με τη στρατιωτική. Η αβεβαιότητα διαβρώνει την κοινωνική συνοχή και ενισχύει τα άκρα.
Επίσης, τα fake news λειτουργούν ως εργαλείο διεθνούς πίεσης. Κράτη και μη κρατικοί δρώντες γνωρίζουν ότι η διεθνής νομιμοποίηση είναι κρίσιμη. Η στοχευμένη παραπληροφόρηση μπορεί να επηρεάσει αποφάσεις οργανισμών, να προκαλέσει διαδηλώσεις σε τρίτες χώρες ή να επηρεάσει εκλογικές διαδικασίες. Η πληροφορία γίνεται διπλωματικό όπλο. Η τεχνολογία ενισχύει αυτή τη δυναμική. Τα λεγόμενα AI fake news βίντεο δηλαδή που δημιουργούνται με τεχνητή νοημοσύνη και εμφανίζουν πολιτικούς ή στρατιωτικούς ηγέτες να λένε ή να κάνουν πράγματα που ποτέ δε συνέβησαν αποτελούν πλέον υπαρκτή απειλή. Σε μια περιοχή όπου οι εντάσεις είναι διαρκείς, ένα τέτοιο κατασκεύασμα θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανεξέλεγκτες αντιδράσεις πριν ακόμη διαψευστεί.
Παράλληλα, η πολυπλοκότητα της Μέσης Ανατολής διευκολύνει τη σύγχυση. Η ύπαρξη πολλών ένοπλων οργανώσεων, αντικρουόμενων αφηγήσεων και βαθιά ριζωμένων ιστορικών τραυμάτων δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την παραπληροφόρηση. Όταν η αλήθεια είναι ήδη δύσκολο να διασταυρωθεί, το ψέμα βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί.
Δεν πρέπει βεβαίως να αγνοούμε και την ευθύνη των ίδιων των Μέσων Ενημέρωσης. Η πίεση για ταχύτητα, για αποκλειστικότητα, για κλικ συχνά οδηγεί σε αναπαραγωγή μη επιβεβαιωμένων πληροφοριών. Σε περιόδους κρίσης, η δημοσιογραφική δεοντολογία δοκιμάζεται. Η ανάγκη για άμεση ενημέρωση συγκρούεται με την ανάγκη για ακρίβεια. Τα fake news, ωστόσο, δε διακινούνται μόνο από οργανωμένα κέντρα προπαγάνδας. Συχνά αναπαράγονται άκριτα από απλούς χρήστες, που κινούνται από θυμό, φόβο ή ιδεολογική ταύτιση. Η συναισθηματική φόρτιση που προκαλεί ένας πόλεμος μετατρέπει τον καθένα σε πιθανό φορέα παραπληροφόρησης.
Mία κοινοποίηση αρκεί για να ενισχύσει ένα ψευδές αφήγημα. Στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή, όπου κάθε γεγονός μπορεί να έχει παγκόσμιες επιπτώσεις, η διαχείριση της πληροφορίας είναι ζήτημα ασφάλειας. Η παραπληροφόρηση μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες πολιτικές αποφάσεις, σε βεβιασμένες στρατιωτικές κινήσεις ή σε διεύρυνση του χάσματος μεταξύ λαών που ήδη δυσκολεύονται να συνυπάρξουν. Η απάντηση δεν είναι απλή. Η λογοκρισία δεν αποτελεί λύση, καθώς μπορεί να εργαλειοποιηθεί εξίσου επικίνδυνα. Αντίθετα, απαιτείται ενίσχυση της παιδείας στα Μέσα Ενημέρωσης, επένδυση σε μηχανισμούς διασταύρωσης πληροφοριών και διαφάνεια από τις ίδιες τις πλατφόρμες.
Η κριτική σκέψη είναι το πιο αποτελεσματικό αντίδοτο. Σε τελική ανάλυση, ο πόλεμος της πληροφορίας δε διεξάγεται μόνο ανάμεσα σε κράτη. Διεξάγεται μέσα στις κοινωνίες, στις οθόνες μας, στα κινητά μας τηλέφωνα. Η φλεγόμενη Μέση Ανατολή αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η αλήθεια γίνεται συχνά το πρώτο θύμα της σύγκρουσης και όσο οι κοινωνίες παραμένουν διχασμένες και οι τεχνολογίες ανεξέλεγκτες, τα fake news θα συνεχίσουν να αποτελούν βασικό εργαλείο κάθε πολεμικής μηχανής.
Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι μόνο να κερδηθεί μια μάχη στο πεδίο. Είναι να διαφυλαχθεί η ίδια η έννοια της αλήθειας. Γιατί χωρίς κοινά αποδεκτά γεγονότα, καμία ειρήνη δεν μπορεί να εδραιωθεί σε σταθερές βάσεις. Όσο τα fake news κάνουν τη δουλειά τους, οι πόλεμοι θα είναι ακήρυχτοι.