Υπάρχουν φωτογραφίες που δεν είναι απλά ντοκουμέντα, είναι κατηγορητήρια και συνάμα υποδείγματα στάση ζωής, ηρωικές γιατί οι ήρωες δεν παίρνουν πόζα, απλά είναι άνθρωποι, με ζωές περίγυρο κοινωνικό, ασχολίες και μια πορεία που διακόπτεται βίαια για πάντα, αλλά αυτοί περνούν την “όχθη” των ζωντανών με ένα ασίγαστο πάθος για ζωή, αυτό τους κάνει ήρωες. Φωτογραφίες που δε δείχνουν απλώς ανθρώπους, αλλά αποκαλύπτουν το μέτρο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και γι’ αυτό συγκινούν, φορτίζουν, αλλά και κραυγάζουν στην ξηρασία του μέλλοντός μας...
Οι εικόνες που ήρθαν πρόσφατα στο φως από την Πρωτομαγιά του 1944, λίγο πριν από την εκτέλεση των 200 στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, όπως παλιότερα στο Κοντομαρί, δε μοιάζουν με τίποτε άλλο στη νεότερη ιστορία μας. Δεν είναι φωτογραφίες θανάτου. Είναι φωτογραφίες υπέρβασης.
Δε βλέπεις ανθρώπους που οδηγούνται στο τέλος. Βλέπεις ανθρώπους που, με ανθρώπινο φόβο για το βιολογικό τους τέλος, έχουν ήδη νικήσει τον φόβο του θανάτου.
Και αυτή είναι η πιο επικίνδυνη κατάσταση για κάθε μορφής κατακτητή. Οι 200 ήταν κομμουνιστές, πολιτικοί κρατούμενοι, άνθρωποι που είχαν περάσει χρόνια σε φυλακές και εξορίες, Έλληνες πατριώτες και όχι συνεργάτες των Γερμανών. Οι Γερμανοί δεν τους συνέλαβαν εκείνη την ημέρα - τους είχαν ήδη έτοιμους, καταγεγραμμένους, “αρχειοθετημένους” από το ελληνικό κράτος της Μεταξικής δικτατορίας, που τους μεταβίβασε πακέτο στη νέα τάξη πραγμάτων της κατακτημένης Ελλάδας.
Τους πήραν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου και τους οδήγησαν στον τοίχο, ως αντίποινα για την εκτέλεση ενός Γερμανού στρατηγού.
Και τότε συνέβη κάτι που δεν εξηγείται εύκολα με όρους βιολογίας ή ψυχολογίας: ο πρωτογενής ανθρώπινος φόβος υποχώρησε μπροστά στη συλλογική συνείδηση. Όταν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται μόνος, ο θάνατος χάνει την απόλυτη εξουσία του.
Οι φωτογραφίες το αποδεικνύουν: πρόσωπα ήρεμα, βλέμματα καθαρά, σώματα όρθια. Καμία υστερία, καμία παράκληση, καμία διάλυση της προσωπικότητας. Σαν να βαδίζουν προς μια τελετή, όχι προς εκτέλεση. Αυτό που βλέπουμε είναι η στιγμή όπου η ιδέα γίνεται ισχυρότερη από το ένστικτο επιβίωσης.
Ανάμεσά τους και ο Μικρασιάτης πρόσφυγας από το Αρκαλοχώρι, ο Ναπολέων Σουκατζίδης, που αρνήθηκε να αντικατασταθεί στη λίστα των εκτελεσμένων, παρότι μπορούσε. Ο διοικητής του στρατοπέδου τού πρότεινε να σωθεί - εκείνος προτίμησε να πεθάνει μαζί με τους συντρόφους του.
Δεν είναι ηρωισμός θεατρικός. Είναι η πιο σκληρή μορφή αξιοπρέπειας: η άρνηση να επιβιώσεις εις βάρος των άλλων.
Γι’ αυτό τα βλέμματά τους στοιχειώνουν. Δεν είναι βλέμματα θυμάτων. Είναι βλέμματα ανθρώπων που επέλεξαν.
Η εκτέλεση των 200 της Πρωτομαγιάς του 1944 δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός. Ήταν μέρος ενός τεράστιου κύματος τρομοκρατίας που εξαπέλυσε η ναζιστική-γερμανική Κατοχή σε όλη τη χώρα. Από τα Καλάβρυτα μέχρι τον Χορτιάτη, από το Δίστομο μέχρι την Κρήτη, η Ελλάδα υπέστη ένα μοναδικό “παζλ” ολοκαυτωμάτων και σφαγών-εκτελέσεων. Δεκάδες χιλιάδες άμαχοι εκτελέστηκαν, χωριά αφανίστηκαν, η οικονομία λεηλατήθηκε, ο πληθυσμός λιμοκτόνησε. Δεν ήταν πόλεμος. Ήταν τιμωρία ενός λαού που τόλμησε να αντισταθεί.
Κι όμως, ο βασικός θύτης της καταστροφής, η Γερμανία, δεν πλήρωσε ποτέ πραγματικά για όσα έκανε στην Ελλάδα.
Οι γερμανικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο παραμένουν ανοιχτή πληγή. Όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ηθικά.
Δεν πρόκειται για ζήτημα εκδίκησης. Πρόκειται για δικαιοσύνη και ιστορική τάξη. Ένα κράτος που δεν αναγνωρίζει πλήρως το έγκλημά του αφήνει χώρο στην επανάληψη.
Και το πιο προκλητικό είναι ότι σήμερα η ίδια χώρα λειτουργεί ως οικονομικός επιτηρητής της Ελλάδας, επιβάλλοντας πολιτικές λιτότητας σε μια κοινωνία που εκείνη είχε καταστρέψει.
Η Ιστορία, αν είχε ειρωνεία, θα χαμογελούσε πικρά.
Η μεταπολεμική Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω στο σύνθημα «Ποτέ ξανά». Σήμερα μοιάζει να λειτουργεί με το «Ποιος θυμάται;».
Η ίδια ήπειρος που γνώρισε τον φασισμό, τον ναζισμό, επανεξοπλίζεται, αναζητά νέους εχθρούς και αποδέχεται μια τεχνοκρατική διακυβέρνηση χωρίς ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο.
Και η Ελλάδα, αντί να επικαλείται το ιστορικό της δικαίωμα, συμπεριφέρεται σαν μικρός οφειλέτης που φοβάται να μιλήσει στον τραπεζίτη.
Οι φωτογραφίες των 200 δε συγκινούν μόνο. Καταγγέλλουν.
Καταγγέλλουν τη δική μας εποχή, όπου η πολιτική έχει μετατραπεί σε διαχείριση, η συλλογικότητα σε ατομισμό και η αξιοπρέπεια σε ρητορικό σχήμα. Εκείνοι πέθαιναν για ιδέες. Εμείς συζητάμε αν αξίζει να ψηφίσουμε. Εκείνοι αντιμετώπιζαν πολυβόλα. Εμείς φοβόμαστε τον λογαριασμό του ρεύματος και την κοινωνική απομόνωση.
Δεν είναι κατηγορία-είναι σύγκριση.
Τότε, όπως και τώρα, υπήρχαν δύο Ελλάδες. Η Ελλάδα της αντίστασης και η Ελλάδα της προσαρμογής. Η Ελλάδα που πενθούσε και η Ελλάδα που εξηγούσε γιατί «καλά τους έκαναν».
Η μαρτυρία ανθρώπων της εποχής δείχνει ότι ακόμη και μετά την εκτέλεση υπήρχαν συμπολίτες στο Κολωνάκι, που ανακουφίζονταν επειδή οι νεκροί ήταν «κομμουνιστές».
Το κτήνος δε χρειάζεται πλειοψηφία. Του αρκεί η αδιαφορία.
Οι 200 κομμουνιστές δεν ανήκουν σε κόμμα, ούτε σε ιδεολογία, είναι ό,τι είναι αλλά στο συλλογικό υποσυνείδητο είναι κάτι πολύ παραπάνω και από την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Ανήκουν στην ιστορική μνήμη ενός λαού. Ανήκουν στην ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί να αρνηθεί να ζήσει χωρίς ελευθερία.
Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη τους δεν είναι ο θάνατός τους, αλλά ο τρόπος που τον αντιμετώπισαν. Η ήρεμη αξιοπρέπεια.
Η συλλογικότητα που νίκησε τον φόβο. Η επίγνωση ότι η ζωή χωρίς τιμή είναι χειρότερη από τον θάνατο.
Σήμερα η Ελλάδα δε βρίσκεται υπό στρατιωτική κατοχή. Βρίσκεται υπό οικονομική και πολιτική επιτήρηση. Δεν υπάρχουν εκτελεστικά αποσπάσματα, υπάρχουν αξιολογήσεις, δείκτες, spreads, funds.
Αλλά η ουσία της εξάρτησης παραμένει. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι η κοινωνία έχει συνηθίσει. Η παραίτηση έχει γίνει φυσιολογική κατάσταση.
Τα βλέμματα των 200 από την Καισαριανή είναι ίσως το πιο ισχυρό μάθημα πολιτικής φιλοσοφίας χωρίς λόγια.
Δείχνουν τι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος όταν πάψει να φοβάται.
Και θέτουν ένα άβολο ερώτημα προς εμάς:
Τι θα έκαναν εκείνοι αν έβλεπαν τη σημερινή Ελλάδα;
Θα τη θεωρούσαν ελεύθερη ή απλώς διαφορετικά υποταγμένη;
Η μνήμη δεν είναι τελετή. Είναι ευθύνη.
Γιατί αν ξεχάσουμε πώς πέθαναν, θα ξεχάσουμε και γιατί έζησαν. Και τότε η χώρα δε θα χρειάζεται κατακτητές. Θα αρκεί ο εαυτός της.