Υπάρχουν αναρτήσεις που σε προκαλούν να σταματήσεις το σκρολάρισμα. Όχι γιατί σε πείθουν, αλλά γιατί σε υποχρεώνουν να συγκρίνεις. Να βάλεις δίπλα-δίπλα την κυβερνητική αφήγηση περί «αυξήσεων δύο μισθών τον χρόνο» με το καλάθι του σούπερ-μάρκετ, που αδειάζει πριν φτάσει το τέλος του μήνα.
«Σταματήστε για λίγο να σκρολάρετε, είναι σημαντικό», λέει ο πρωθυπουργός, εξηγώντας ότι η νέα φορολογική κλίμακα αποτυπώνεται ήδη στη μισθοδοσία Ιανουαρίου και στοχεύει στη στήριξη χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων. Το όφελος, όπως τονίζει, μπορεί να ξεπεράσει και τους δύο μισθούς ετησίως.
Στην πράξη, όμως, οι περισσότεροι εργαζόμενοι μετρούν αυξήσεις της τάξης του... καφέ φίλτρου. Δύο, πέντε, δέκα ευρώ. Κι αν.
Η εικόνα επίσης που περιγράφει η έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΒΕΕ δε θυμίζει “πάρτι” κατανάλωσης. Έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το εισόδημα φτάνει μέχρι τις 18 του μήνα. Μεσοσταθμικά, επαρκεί για 23 ημέρες. Το 54% αναγκάζεται να περικόψει ακόμη και βασικές ανάγκες. Το 83,5% δεν μπορεί να αποταμιεύσει ούτε ένα ευρώ. Ένα στα τέσσερα νοικοκυριά έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο.
Και η πίεση δεν περιορίζεται στους “αδύναμους”. Τα μεσαία εισοδήματα - έως 25.000 ευρώ ετησίως - βιώνουν την ίδια ασφυξία. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά δηλώνουν σε ποσοστό 60% ότι η κατάστασή τους χειροτέρεψε το 2025. Οι συνταξιούχοι ακολουθούν με 59,4%.
Όσο για τα έκτακτα; Το 55,7% αδυνατεί ή δυσκολεύεται υπερβολικά να καλύψει μια ανάγκη 500 ευρώ. Σε μια εποχή όπου ένα χαλασμένο ψυγείο ή μια ιατρική εξέταση μπορεί να τινάξει τον οικογενειακό προϋπολογισμό στον αέρα.
Η κυβέρνηση επιμένει στη μείωση φόρων ως κεντρικό εργαλείο ανακούφισης. Όμως οι ίδιοι οι πολίτες, σύμφωνα με την έρευνα, ιεραρχούν πρώτα την αύξηση μισθών και συντάξεων (68,4%) και μετά τη μείωση φόρων και τελών (51,3%). Η διαφορά δεν είναι τεχνική. Είναι ουσίας: όταν το εισόδημα δεν επαρκεί, η φορολογική ελάφρυνση μοιάζει “σταγόνα στον ωκεανό”.
Στα παραδείγματα που παρουσιάστηκαν: «23χρονος με καθαρό μισθό 980 ευρώ εμφανίζεται να φτάνει τα 1.071 ευρώ και να κερδίζει 1.283 ευρώ ετησίως. Πολύτεκνος με 1.809 ευρώ καθαρά υποτίθεται ότι θα δει αποδοχές 2.102 ευρώ, με ετήσιο όφελος 4.100 ευρώ».
Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Η πραγματικότητα λιγότερο. Πόσοι 23χρονοι αμείβονται με 980 ευρώ καθαρά; Πόσοι πολύτεκνοι στον ιδιωτικό τομέα φτάνουν τα 1.809 ευρώ; Και πόσοι από αυτούς νιώθουν πράγματι ότι «μηδενίστηκε» το φορολογικό τους βάρος;
Ώρα να υπενθυμίσουμε πως το 2026 μπήκε με νέες αυξήσεις στα ράφια. Ελαιόλαδο, κρέας, τυροκομικά, γαλακτοκομικά, ζυμαρικά. Η ενέργεια, οι μεταφορές και το κόστος παραγωγής περνούν αυτούσια στην τελική τιμή. Το “καλάθι του νοικοκυριού” παραμένει περισσότερο επικοινωνιακό εργαλείο παρά ανάχωμα ακρίβειας. Οι έλεγχοι για αισχροκέρδεια ανακοινώνονται κάθε χρόνο με την ίδια ένταση και ξεχνιούνται με την ίδια ταχύτητα.
Το Ευρωβαρόμετρο συμπληρώνει την εικόνα: 41% των Ευρωπαίων ζητούν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού και του κόστους ζωής. Η οικονομία και οι θέσεις εργασίας ακολουθούν. Δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα η ανασφάλεια. Είναι ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Όμως εδώ το πρόβλημα έχει και μια ιδιαιτερότητα: την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική αφήγηση και την καθημερινή εμπειρία. Όταν το κράτος μιλά για «μεγάλη διαφορά» και ο πολίτης μετρά ψιλά στο πορτοφόλι, το πρόβλημα δεν είναι λογιστικό. Είναι αξιοπιστίας.
Οι αυξήσεις που δεν ακουμπούν την τσέπη δεν ανάβουν λιβάνι αισιοδοξίας. Δε γεμίζουν το ψυγείο. Δε μειώνουν το άγχος της 18ης του μήνα.
Κι αν κάτι αξίζει να σταματήσει το σκρολάρισμα, δεν είναι τα υποσχόμενα excel των φορολογικών ελαφρύνσεων. Είναι το ερώτημα που πλανάται πάνω από κάθε ταμείο σούπερ-μάρκετ: πόσο απέχει η πολιτική εξαγγελία από την πραγματική ζωή;
Μέχρι να κλείσει αυτό το χάσμα, οι αυξήσεις θα μένουν ψηφιακές. Και η ακρίβεια απολύτως πραγματική.
Αυξήσεις μισθών λοιπόν, που δεν ακουμπούν ούτε τα καρβουνάκια ούτε το λιβάνι για λιβάνισμα!