Μητσοτάκης Ερντογάν
Φωτ. ΑΡ

Η διπλωματία των φωτογραφιών, της εικόνας και η ουσία που λείπει

Απόψεις
Η διπλωματία των φωτογραφιών, της εικόνας και η ουσία που λείπει

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αυτό που ουδείς αναφέρει είναι τι αγοράζουμε όταν λέμε “ήρεμα νερά” και κυρίως... με ποιο τίμημα

Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα ολοκληρώθηκε μέσα σε ένα κλίμα δηλώσεων, ευγενικών χειραψιών και της γνώριμης ρητορικής περί “θετικού κλίματος”. Οι συζητήσεις για το αν έπρεπε να γίνει το ταξίδι, μετά από μια NAVTEX αορίστου διάρκειας και τη μόνιμη επαναφορά των τουρκικών αξιώσεων εις βάρος της ελληνικής κυριαρχίας, μπήκαν στο συρτάρι. 

Επικοινωνιακά από χθες αναλωνόμαστε στο πόσο καλό ήταν το κλίμα, την επικύρωση συνέχειας των “ήρεμων νερών” και άλλα τέτοια εύπεπτα και πανηγυρικά, στο όριο της απόλυτης ευφορίας αφηγήματα. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται από τις φωτογραφίες ή τα πλάνα. Κρίνεται από το τι μένει όταν σβήνουν τα φώτα. Και αυτό που μένει είναι ένα ερώτημα: τι ακριβώς αγοράζουμε όταν μιλάμε για “ήρεμα νερά”; Και κυρίως, με ποιο τίμημα; 

Η ψευδαίσθηση ότι ο διάλογος ρυθμίζει τη θερμοκρασία 

Μας ειπώθηκε - ξανά - ότι οι διμερείς συναντήσεις δε σημαίνουν υποχωρήσεις. Ότι είναι χρήσιμες για να κρατούν χαμηλά τη θερμοκρασία. Ότι η επικοινωνία αποτρέπει την ένταση. Ωραία ακούγονται. Μόνο που η ιστορία των ελληνοτουρκικών δε λειτουργεί με ευχολόγια. Η στάθμη της έντασης δεν καθορίζεται από το πόσες φορές συναντώνται οι ηγέτες. Καθορίζεται από τις προτεραιότητες της Άγκυρας. Από το πού έχει στραμμένη την προσοχή της. Από το τι εξυπηρετεί κάθε φορά την εσωτερική της πολιτική και τη γεωστρατηγική της ατζέντα. 

Η βεβαιότητα ότι η Ελλάδα επιδιώκει πάση θυσία την ηρεμία μειώνει τον παράγοντα αβεβαιότητας στους τουρκικούς υπολογισμούς

Όταν η Τουρκία έχει ανοικτό μέτωπο ανατολικά και νότια, όταν η συγκυρία επιβάλλει συγκράτηση στο δυτικό της μέτωπο, η ένταση πέφτει. Όχι επειδή πείστηκε, αλλά επειδή δεν τη συμφέρει. 

Κι όταν ξανασυμφέρει, η θερμοκρασία ανεβαίνει - ανεξαρτήτως διαλόγων και χαμόγελων.

Τα “ήρεμα νερά” ως στρατηγική παραχώρηση 

Ας το πούμε καθαρά: όταν η Αθήνα διακηρύσσει ως αυτοσκοπό τα “ήρεμα νερά”, στέλνει ένα μήνυμα σταθερότητας προς την Τουρκία. Ότι δεν πρόκειται να αιφνιδιάσει. Ότι δε θα εκμεταλλευτεί τη συγκυρία. Ότι δε θα ανοίξει μέτωπο. Για την Άγκυρα αυτό είναι δώρο.
Διότι η βεβαιότητα ότι η Ελλάδα επιδιώκει πάση θυσία την ηρεμία μειώνει τον παράγοντα αβεβαιότητας στους τουρκικούς υπολογισμούς. Και η αποτροπή βασίζεται ακριβώς σε αυτό: στην αβεβαιότητα του αντιπάλου. 

Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν και σε ποιο κλίμα οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν. Το ερώτημα είναι αν, στο όνομα της ηρεμίας, σταδιακά εθιζόμαστε στην ιδέα της “συνδιαχείρισης” ως λύσης. Αν η μη κλιμάκωση μεταφράζεται σε σιωπηρή αποδοχή ότι υπάρχουν “διαφορές” προς ρύθμιση πέραν της μίας και μόνης, της οριοθέτησης ΑΟΖ, που αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας. 

Κερδίζουμε χρόνο. Αλλά τι παραχωρούμε για να τον κερδίσουμε; 

Η πολιτική επιβίωση και ο πειρασμός του κατευνασμού 

Η ελληνική κυβέρνηση βαδίζει προς μια δύσκολη εκλογική αναμέτρηση. Δεν επιθυμεί κρίση. Δε θέλει κι άλλη “στραβή στη βάρδια της”. Το ίδιο ισχύει, σε διαφορετικό πλαίσιο, και για τον Ερντογάν. 

Αυτή η σύμπτωση συμφερόντων γεννά ηρεμία. Όχι επειδή λύθηκαν τα προβλήματα, αλλά επειδή κανείς δε θέλει να τα δει να εκρήγνυνται τώρα. 

Εδώ όμως ελλοχεύει ο κίνδυνος: όταν η αποφυγή κρίσης γίνεται υπέρτατη πολιτική προτεραιότητα, τότε η αποτροπή περνά σε δεύτερη μοίρα. Και όταν η αποτροπή εξασθενεί, η κρίση απλώς μετατίθεται χρονικά - συχνά σε δυσμενέστερες συνθήκες.

Η εμπειρία του 2020 έδειξε ότι, όταν η Αθήνα αντέδρασε αποφασιστικά, προστέθηκε αβεβαιότητα στους τουρκικούς σχεδιασμούς. Αυτή η αβεβαιότητα είναι που “αγοράζει” ειρήνη, όχι οι διακηρύξεις καλής θέλησης.

Ο χρόνος που κερδίζεις πρέπει να επενδύεται, όχι να καταναλώνεται. Αν πράγματι τα “ήρεμα νερά” μας δίνουν χρόνο, τότε ο χρόνος αυτός οφείλει να αξιοποιείται. Όχι επικοινωνιακά. Ουσιαστικά. 

Η μόνη γλώσσα που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην Άγκυρα είναι η ισχύς. Η απτή, επιχειρησιακή, μετρήσιμη ισχύς. Αυτή που καθιστά σαφές ότι οι στόχοι της δεν μπορούν να επιβληθούν στο πεδίο. 

Αυτό σημαίνει εξοπλισμούς με πλήρη επιχειρησιακή επάρκεια.

Σημαίνει όπλα για τις πλατφόρμες.

Σημαίνει απροσπέλαστο πλέγμα πυραυλικής-αντιπυραυλικής ισχύος αποτροπής στα νησιά μας στο Ανατολικό Αιγαίο.

Σημαίνει ιεράρχηση αναγκών με κριτήριο την αποτρεπτική αποτελεσματικότητα - όχι τις ισορροπίες δημοσίων σχέσεων και μια ενεργή διπλωματία στη βάση των δικών μας συμφερόντων ως απόλυτη προτεραιότητα ακόμη και στις συμμαχίες που ανήκουμε, στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

Σημαίνει επίσης σοβαρή συζήτηση για τις “αόρατες” πτυχές της άμυνας: ετοιμότητα, διαθεσιμότητα, διακλαδικότητα, ανθεκτικότητα υποδομών. Όχι μόνο μεγάλες ανακοινώσεις και παραλαβές. Η αποτροπή δε χτίζεται με δελτία Τύπου. 

Ο φόβος του πολιτικού κόστους 

Την επομένη της συνάντησης, ο δημόσιος διάλογος δεν περιστράφηκε γύρω από το πώς ενισχύεται η άμυνα και η αιχμή της, η αποτροπή. Περιστράφηκε γύρω από τα εσωκομματικά, τις πιθανές πολιτικές πρωτοβουλίες, τις “απειλές” για τα εκλογικά ποσοστά. Η αγωνία δεν ήταν εθνική. Ήταν εκλογική.

Όταν η βασική ανησυχία είναι μήπως η ρητορική περί εθνικών θεμάτων αποδειχθεί δημοσκοπικά επιζήμια, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι διπλό: αφενός ότι το ζήτημα “πονάει”, αφετέρου ότι η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την κριτική ως πολιτικό κίνδυνο - όχι ως αφορμή για αναθεώρηση στρατηγικής. Και αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Όσο περισσότερο φοβάσαι τη συζήτηση περί εξωτερικής πολιτικής, τόσο περισσότερο ενισχύεις εκείνους που την αναδεικνύουν.

Η αποτροπή δεν είναι σύνθημα, είναι προϋπόθεση κυριαρχίας 

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρεί την ηρεμία αυτονόητη. Ούτε να την αντιμετωπίζει ως επικοινωνιακή επιτυχία. Η ηρεμία είναι παράγωγο ισχύος. Και η ισχύς είναι ο μόνος σταθερός παράγοντας στους τουρκικούς υπολογισμούς.

Αν τα “ήρεμα νερά” σημαίνουν απλώς μετάθεση προβλημάτων και εθισμό σε μια λογική χαμηλών προσδοκιών, τότε το τίμημα μπορεί να αποδειχθεί βαρύ. Διότι κάθε φορά που αποδέχεσαι τη συζήτηση περί “διαφορών” χωρίς να τις οριοθετείς αυστηρά, κάθε φορά που θεωρείς τη μη κλιμάκωση επιτυχία ανεξαρτήτως πλαισίου, μετακινείς ανεπαίσθητα τη γραμμή. Και οι γραμμές, όταν μετακινούνται σιωπηλά, κάποια στιγμή παύουν να αναγνωρίζονται.

Η χώρα χρειάζεται καθαρή στρατηγική: Όχι κατευνασμό με αντάλλαγμα χρόνο. Όχι συνδιαχείριση με αντάλλαγμα ηρεμία. Όχι επικοινωνιακή σταθερότητα με αντάλλαγμα κυριαρχικά δικαιώματα. Χρειάζεται αυτό που διαχρονικά λειτουργεί: Αποτροπή. Σοβαρή, συστηματική, αθόρυβη αλλά αδιαμφισβήτητη αποτροπή. 

Διότι τα “ήρεμα νερά” δε σου τα χαρίζουν. Τα σέβονται μόνο όταν ξέρουν ότι, αν τα ταράξουν, το κόστος θα είναι δυσβάστακτο, αφόρητα δυσβάστακτο.
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News