Στο διεθνές δίκαιο, η υποχρέωση συμμόρφωσης των κρατών δεν απορρέει αποκλειστικά από τη συμμετοχή τους σε διεθνείς συμβάσεις. Παράλληλα προς το διεθνές συμβατικό δίκαιο λειτουργεί το εθιμικό διεθνές δίκαιο, το οποίο διαμορφώνεται μέσω της γενικής και σταθερής πρακτικής των κρατών, συνοδευόμενης από την πεποίθηση ότι η πρακτική αυτή επιβάλλεται από νομική υποχρέωση (opinio juris). Οι κανόνες που έχουν αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα δεσμεύουν όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως του αν έχουν υπογράψει ή κυρώσει τις διεθνείς συμβάσεις που τους κωδικοποιούν. Η διάκριση αυτή είναι καίρια για την κατανόηση της νομικής θέσης της Τουρκίας στο διεθνές σύστημα, αλλά και για την ερμηνεία της ελληνικής προσφυγής του 1976 στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ) σχετικά με την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.
Η Τουρκία δεν έχει κυρώσει ορισμένες από τις πλέον θεμελιώδεις διεθνείς συμβάσεις του σύγχρονου διεθνούς δικαίου. Ενδεικτικά, δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών του 1969, η οποία ρυθμίζει το σύνολο σχεδόν των ζητημάτων που αφορούν τη σύναψη, την ερμηνεία, την ισχύ και τη λήξη των διεθνών συνθηκών. Παρά τη μη κύρωσή της, η Τουρκία δεσμεύεται από τους βασικούς κανόνες που η Σύμβαση αυτή κωδικοποιεί και οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί από τη νομολογία του ΔΔΧ ως εθιμικού χαρακτήρα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η θεμελιώδης αρχή pacta sunt servanda, σύμφωνα με την οποία κάθε διεθνής συνθήκη δεσμεύει τα συμβαλλόμενα κράτη και πρέπει να εκτελείται καλόπιστα. Επίσης, δεσμευτική είναι η υποχρέωση καλής πίστης κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των συνθηκών, όπως και οι βασικοί ερμηνευτικοί κανόνες που στηρίζονται στο γράμμα, το σκοπό και το αντικείμενο της συνθήκης. Εθιμικό χαρακτήρα έχουν ακόμη οι κανόνες περί ακυρότητας συνθηκών λόγω εξαναγκασμού, καθώς και η αρχή της θεμελιώδους μεταβολής περιστάσεων (rebus sic stantibus), η οποία, ωστόσο, εφαρμόζεται μόνο υπό εξαιρετικά αυστηρές προϋποθέσεις. Αντιθέτως, ορισμένες τεχνικές ή διαδικαστικές ρυθμίσεις της Σύμβασης της Βιέννης δεν έχουν εθιμική ισχύ και, ως εκ τούτου, δεν δεσμεύουν μη συμβαλλόμενα κράτη.
Στο πεδίο του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, η Τουρκία δεν έχει κυρώσει όλα τα Πρόσθετα Πρωτόκολλα των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949. Παρά ταύτα, δεσμεύεται από τις βασικές αρχές προστασίας των αμάχων, την αρχή της διάκρισης μεταξύ στρατιωτικών και μη στρατιωτικών στόχων, την αρχή της αναλογικότητας, καθώς και την απαγόρευση επιθέσεων κατά του άμαχου πληθυσμού. Οι κανόνες αυτοί θεωρούνται εθιμικοί και, σε μεγάλο βαθμό, έχουν αναχθεί σε κανόνες jus cogens, από τους οποίους δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση.
Ακόμη πιο σαφής είναι η κατάσταση σε σχέση με τη Σύμβαση για την Απαγόρευση και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας του 1948. Ανεξαρτήτως της συμβατικής συμμετοχής ενός κράτους, η απαγόρευση της γενοκτονίας έχει αναγνωριστεί τόσο ως εθιμικός κανόνας όσο και ως κανόνας jus cogens, δεσμεύοντας το σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Το ίδιο ισχύει και για βασικές απαγορεύσεις του διεθνούς δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η απαγόρευση βασανιστηρίων, η απαγόρευση δουλείας και η υποχρέωση σεβασμού στοιχειωδών εγγυήσεων δίκαιης δίκης, οι οποίες δεσμεύουν όλα τα κράτη ανεξαρτήτως συμβατικής κύρωσης.
Περαιτέρω, αν και δεν πρόκειται για διεθνή σύμβαση, τα Άρθρα της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του 2001 για τη διεθνή ευθύνη των κρατών έχουν αναγνωριστεί από το ΔΔΧ ως κωδικοποίηση εθιμικού διεθνούς δικαίου. Ως εκ τούτου, η Τουρκία δεσμεύεται από την υποχρέωση παύσης κάθε διεθνώς παράνομης πράξης, την υποχρέωση επανόρθωσης και την υποχρέωση μη αναγνώρισης καταστάσεων που δημιουργούνται κατά παράβαση θεμελιωδών κανόνων διεθνούς δικαίου.
Η σημασία όλων των ανωτέρω αναδεικνύεται ιδίως στο πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας.
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS) συχνά χαρακτηρίζεται ως το «Σύνταγμα των Ωκεανών», όχι μόνο λόγω του εύρους της ρυθμιστικής της εμβέλειας, αλλά και επειδή αποτελεί προϊόν ευρείας πολιτικής συναίνεσης στο διεθνές σύστημα. Παρά τη σχεδόν καθολική αποδοχή της, ορισμένα κράτη δεν την έχουν κυρώσει όπως π.χ. οι ΗΠΑ, το Ισραήλ, η Βενεζουέλα, η Τουρκία, κ.ά, επιλέγοντας συνειδητά να διατηρήσουν ευελιξία στη θαλάσσια πολιτική τους. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ένα κρίσιμο πολιτικο-νομικό ερώτημα: σε ποιο βαθμό η UNCLOS δεσμεύει τα μη συμβαλλόμενα κράτη, ιδίως όταν μεγάλο μέρος των διατάξεών της προβάλλεται ως εθιμικό διεθνές δίκαιο.
Από πολιτική άποψη, η αναγνώριση του εθιμικού χαρακτήρα βασικών ρυθμίσεων της UNCLOS λειτουργεί ως μηχανισμός «έμμεσης καθολικότητας».
Μέσω της επίκλησης του εθίμου, η διεθνής κοινότητα επιχειρεί να περιορίσει τη δυνατότητα ισχυρών κρατών να αποφεύγουν δεσμεύσεις που θεωρούν αντίθετες προς τα στρατηγικά τους συμφέροντα. Το εθιμικό δίκαιο, σε αντίθεση με το συμβατικό, δεν απαιτεί ρητή συναίνεση, γεγονός που το καθιστά ισχυρό εργαλείο κανονιστικής πίεσης στο διεθνές σύστημα.
Πράγματι, βασικές διατάξεις της UNCLOS αντανακλούν σήμερα παγιωμένους εθιμικούς κανόνες. Το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κανόνα που, αν και αρχικά αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικών αντιπαραθέσεων, κατέληξε να γίνει καθολικά αποδεκτός. Ομοίως, η αρχή της αβλαβούς διέλευσης συνιστά θεμελιώδη ισορροπία μεταξύ της κυριαρχίας του παράκτιου κράτους και της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, εξυπηρετώντας τόσο κρατικά συμφέροντα ασφάλειας όσο και παγκόσμιες εμπορικές ανάγκες.
Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα παρουσιάζει το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας. Η αναγνώρισή της ως εγγενούς δικαιώματος του παράκτιου κράτους (ipso facto και ab initio) έχει ισχυρές γεωπολιτικές συνέπειες, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα αμφισβήτησης θαλάσσιων δικαιωμάτων μέσω απλής άρνησης συμβατικής δέσμευσης. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει συμβάλει καθοριστικά στη μετατροπή των σχετικών διατάξεων της UNCLOS σε εθιμικό δίκαιο, ενισχύοντας τη νομική θέση κρατών που επιδιώκουν σταθερότητα και προβλεψιμότητα στις θαλάσσιες σχέσεις.
Αντίστοιχα, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αλληλεπίδρασης πολιτικής πρακτικής και νομικής κανονικοποίησης. Παρότι πρόκειται για θεσμό που συστηματοποιήθηκε μέσω της UNCLOS, η εκτεταμένη ανακήρυξη ΑΟΖ από κράτη παγκοσμίως και η γενικευμένη αποδοχή του ορίου των 200 ναυτικών μιλίων έχουν προσδώσει σε βασικά στοιχεία του καθεστώτος αυτού εθιμικό χαρακτήρα. Ωστόσο, από πολιτική σκοπιά, παραμένει σαφές ότι επιμέρους υποχρεώσεις συνεργασίας ή περιορισμοί υπέρ τρίτων κρατών δεν γίνονται εξίσου εύκολα αποδεκτοί ως εθιμικοί, ιδίως όταν συγκρούονται με εθνικές στρατηγικές εκμετάλλευσης πόρων.
Αντιθέτως, οι θεσμικές και διαδικαστικές διατάξεις της UNCLOS διατηρούν καθαρά συμβατικό χαρακτήρα. Οι μηχανισμοί υποχρεωτικής επίλυσης διαφορών, το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας και το καθεστώς της Περιοχής και της Διεθνούς Αρχής Θαλάσσιου Βυθού (International Seabed Authority-ISA ), η αρμοδιότητά της αφορά στην προστασία και τον έλεγχο στη χρήση των πόρων του θαλάσσιου βυθού που εκτείνεται στα διεθνή ύδατα, προϋποθέτουν ρητή αποδοχή περιορισμών στην κρατική κυριαρχία. Από πολιτική άποψη, η απροθυμία ορισμένων κρατών να δεσμευθούν από τα όργανα αυτά αντανακλά φόβους απώλειας ελέγχου σε κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας και φυσικών πόρων.
Ουσιαστικά, η δεσμευτικότητα της UNCLOS για μη συμβαλλόμενα κράτη αποτελεί προϊόν δυναμικής αλληλεπίδρασης μεταξύ δικαίου και πολιτικής. Τα κράτη αυτά δεν μπορούν να αγνοήσουν τις εθιμικές διατάξεις της Σύμβασης, οι οποίες λειτουργούν ως ελάχιστο κανονιστικό πλαίσιο στο διεθνές σύστημα. Ωστόσο, διατηρούν περιθώρια πολιτικού ελιγμού έναντι των καθαρά συμβατικών και θεσμικών της ρυθμίσεων. Η UNCLOS, συνεπώς, δεν αποτελεί απλώς νομικό κείμενο, αλλά πεδίο άσκησης διεθνούς πολιτικής ισχύος, όπου το εθιμικό δίκαιο λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ συναίνεσης και εξαναγκασμού.
Η άρνηση ενός κράτους, όπως της Τουρκίας, να αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (International Court of Justice – ICJ) αποτελεί συχνό φαινόμενο στη διεθνή πρακτική και δεν συνιστά εξαίρεση από το ισχύον διεθνές σύστημα. Το ζήτημα που ανακύπτει δεν αφορά την ύπαρξη ή μη νομικών δεσμεύσεων, αλλά τον μηχανισμό μέσω του οποίου αυτές ελέγχονται και, ενδεχομένως, επιβάλλονται. Η διάκριση μεταξύ της δεσμευτικότητας των κανόνων του διεθνούς δικαίου και της δικαιοδοσίας του ΔΔΧ είναι κρίσιμη για την κατανόηση της λειτουργίας της διεθνούς έννομης τάξης.
Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν διαθέτει sui generis δικαιοδοσία, δηλαδή δικαιοδοσία που ισχύει αυτομάτως για όλα τα κράτη χωρίς τη συναίνεσή του.
Σύμφωνα με το άρθρο 36 του Καταστατικού του, η δικαιοδοσία του θεμελιώνεται αποκλειστικά στη συναίνεση των κρατών, η οποία μπορεί να δοθεί είτε εκ των προτέρων είτε ad hoc. Συνεπώς, κράτος που δεν έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του ΔΔΧ δεν υποχρεούται να παραστεί ενώπιόν του ούτε δεσμεύεται από αποφάσεις που αφορούν διαφορές στις οποίες δεν έχει συναινέσει.
Η απουσία αυτή, ωστόσο, δεν συνεπάγεται απαλλαγή από τις ουσιαστικές υποχρεώσεις του διεθνούς δικαίου.
Πρώτον, το κράτος εξακολουθεί να δεσμεύεται από το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Το διεθνές έθιμο, ως πηγή δικαίου κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Καταστατικού του ΔΔΧ, δεσμεύει όλα τα κράτη ανεξαρτήτως της αποδοχής συγκεκριμένων δικαιοδοτικών μηχανισμών. Κανόνες όπως η απαγόρευση χρήσης βίας, η αρχή της κυριαρχικής ισότητας, βασικές ρυθμίσεις του δικαίου της θάλασσας και θεμελιώδεις κανόνες κρατικής ευθύνης ισχύουν αυτοτελώς, χωρίς να απαιτείται δικαστική επικύρωση. Το ΔΔΧ δεν δημιουργεί τους κανόνες αυτούς, αλλά τους διαπιστώνει και τους ερμηνεύει· συνεπώς, η μη αναγνώριση της δικαιοδοσίας του δεν επηρεάζει τη νομική τους ισχύ.
Δεύτερον, το κράτος δεσμεύεται από τις διεθνείς συνθήκες που έχει κυρώσει. Η αρχή pacta sunt servanda επιβάλλει την καλή πίστη στην τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων, ανεξαρτήτως του αν υπάρχει δικαστικός μηχανισμός επίλυσης διαφορών. Η παραβίαση μιας συνθήκης εξακολουθεί να συνιστά διεθνώς παράνομη πράξη, ακόμη και αν δεν μπορεί να υπαχθεί σε δικαστική κρίση χωρίς συναίνεση.
Τρίτον, ιδιαίτερη κατηγορία δεσμευτικών κανόνων αποτελούν οι κανόνες αναγκαστικού διεθνούς δικαίου (jus cogens). Οι κανόνες αυτοί δεσμεύουν όλα τα κράτη χωρίς εξαίρεση και δεν υπόκεινται σε αποκλίσεις μέσω συναίνεσης ή άρνησης δικαιοδοσίας. Η απαγόρευση γενοκτονίας, βασανιστηρίων ή επιθετικού πολέμου θέτει όρια στην κρατική κυριαρχία που υπερβαίνουν τη βούληση των κρατών.
Ελλείψει δικαστικής δικαιοδοσίας, η συμμόρφωση ενός κράτους με το διεθνές δίκαιο διασφαλίζεται κυρίως μέσω πολιτικών και θεσμικών μηχανισμών. Το διπλωματικό κόστος, η απώλεια διεθνούς νομιμοποίησης, η επιβολή νόμιμων αντίμετρων από άλλα κράτη και η συλλογική πίεση μέσω διεθνών οργανισμών λειτουργούν ως υποκατάστατα της δικαστικής επιβολής. Το διεθνές δίκαιο, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί λιγότερο ως σύστημα καταναγκασμού και περισσότερο ως πλαίσιο ρύθμισης και νομιμοποίησης της διεθνούς συμπεριφοράς.
Οπότε, η μη αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης δεν συνεπάγεται νομικό κενό ή απαλλαγή από διεθνείς υποχρεώσεις. Το κράτος δεν δεσμεύεται από το δικαστήριο, αλλά εξακολουθεί να δεσμεύεται πλήρως από το διεθνές δίκαιο. Η διαφοροποίηση αυτή αναδεικνύει τον εγγενώς πολιτικό χαρακτήρα της διεθνούς έννομης τάξης, όπου η ισχύς των κανόνων δεν εξαρτάται αποκλειστικά από δικαστικούς μηχανισμούς, αλλά από τη δυναμική αλληλεπίδραση δικαίου, ισχύος και διεθνούς νομιμοποίησης.
Η Τουρκία υιοθετεί σαφή θέση σχετικά με τις διαφορές της με την Ελλάδα, όπως καταγράφονται στα επίσημα έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών. Οι κύριοι άξονες αυτής της θέσης περιλαμβάνουν τις θαλάσσιες ζώνες και την ελευθερία ναυσιπλοΐας, την εναέρια κυριαρχία και τον έλεγχο του FIR Αθηνών, την στρατιωτικοποίηση των νησιών, καθώς και την προειδοποίηση μέσω του casus belli. Η τουρκική θέση στηρίζεται σε διεθνείς συνθήκες, κυρίως στη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και στις μεταγενέστερες συμφωνίες περί αποστρατιωτικοποίησης νησιών, και διαμορφώνεται με γνώμονα την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων στο Αιγαίο.
Θαλάσσιες Ζώνες και Χωρικά Ύδατα
Η Τουρκία αμφισβητεί τις ελληνικές μονομερείς ενέργειες επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο. Σύμφωνα με την τουρκική θέση, οποιαδήποτε επέκταση πέραν των 6 ναυτικών μιλίων συνιστά περιορισμό των τουρκικών δικαιωμάτων στις διεθνείς θάλασσες και επηρεάζει αρνητικά την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Η Άγκυρα υπογραμμίζει ότι η λύση για τις θαλάσσιες ζώνες θα πρέπει να προκύψει μέσω διμερούς συμφωνίας και στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, αντί για μονομερείς ελληνικές αποφάσεις. Η Τουρκία τονίζει επίσης ότι η υφαλοκρηπίδα και οι ζώνες οικονομικής εκμετάλλευσης δεν μπορούν να οριστούν μονομερώς, αλλά απαιτούν διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η μέση γραμμή δημιουργεί συγκρουόμενα συμφέροντα.
Εναέρια Κυριαρχία και FIR Αθηνών
Η Τουρκία θεωρεί ότι η Ελλάδα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο όταν επιδιώκει μονομερή έλεγχο του εναέριου χώρου και του FIR Αθηνών πέραν των χωρικών υδάτων. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι το ελληνικό FIR καλύπτει περιοχές που υπερβαίνουν τα κυριαρχικά δικαιώματα των ελληνικών νησιών και ότι η επέκταση αυτή περιορίζει την ελευθερία πτήσεων της Τουρκίας. Η τουρκική θέση επισημαίνει ότι η εναέρια κυριαρχία πρέπει να ακολουθεί διεθνή πρότυπα και να μην παραβιάζει τα δικαιώματα γειτονικών κρατών, ειδικά σε περιοχές με νησιά κοντά στις τουρκικές ακτές.
Στρατιωτικοποίηση Νησιών
Η Τουρκία υπογραμμίζει ότι η στρατιωτικοποίηση πολλών ελληνικών νησιών του Αιγαίου παραβιάζει τη Συνθήκη της Λωζάνης και τις μεταγενέστερες συμφωνίες περί αποστρατιωτικοποίησης. Η Αθήνα κατηγορείται από την Τουρκία ότι δημιουργεί τετελεσμένα στρατιωτικής φύσης, ενισχύοντας την ασφάλεια της Ελλάδας με τρόπο που αυξάνει την ένταση στην περιοχή και περιορίζει τα τουρκικά δικαιώματα. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών αποτελεί νομική υποχρέωση που πρέπει να τηρείται αυστηρά και αποτελεί βασικό στοιχείο για την ειρηνική επίλυση των διαφορών.
Casus belli
Σύμφωνα με την επίσημη θέση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο όρος «casus belli» δεν αποτελεί νομικό όρο σύμφωνα με το σύστημα του ΟΗΕ, αλλά προβάλλεται ως πολιτική δήλωση ή προειδοποίηση ενόψει πιθανής μονομερούς ενέργειας της Ελλάδας. Το ΥΠΕΞ της Τουρκίας διευκρινίζει ότι πρόκειται για προειδοποιητικό πολιτικό σήμα και όχι για αυτόματη νομική αιτία πολέμου. Παρά το γεγονός αυτό, η απόφαση του 1995 εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από επίσημους κύκλους και αξιωματούχους στην Τουρκία ως πολιτικό επιχείρημα για την αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε μονομερή επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων πάνω από τα 6 ναυτικά μίλια.
Ωστόσο, η επίκληση αυτή δεν διαθέτει ρητή νομική βάση στο διεθνές δίκαιο, όπως ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, ενώ η ελληνική πλευρά την θεωρεί παράνομη απειλή χρήσης βίας, αντίθετη με τους κανόνες περί απαγόρευσης απειλής ή χρήσης βίας.
Διπλωματική Προσέγγιση και Διεθνές Δίκαιο
Η Τουρκία προτάσσει τη σημασία του διαλόγου και των διμερών διαπραγματεύσεων ως μέσο επίλυσης των διαφορών, ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζεται το δικαίωμα της να προστατεύει τα εθνικά της συμφέροντα. Η Άγκυρα αναφέρεται επανειλημμένα στην ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου, επισημαίνοντας ότι οι μονομερείς ελληνικές ενέργειες συχνά παραβιάζουν τις συνθήκες και τα συμφωνηθέντα πλαίσια. Η Τουρκία θεωρεί ότι μόνο μέσα από ισότιμες διμερείς συνομιλίες μπορεί να διασφαλιστεί η ειρηνική συνύπαρξη και η σταθερότητα στο Αιγαίο.
Επίσης η τουρκική νομικο-πολιτική βιβλιογραφία στο πεδίο του διεθνούς δικαίου και ειδικότερα του δικαίου της θάλασσας χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης, αλλά και από σαφή στρατηγικό προσανατολισμό. Οι αναλύσεις των Deniz Bölükbaşı (Turkey and Greece: The Aegean Disputes), Ahmet Davutoğlu (Το στρατηγικό βάθος, Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και Yücel Acer (The Aegean Maritime Disputes and International Law) δεν μπορούν να ιδωθούν ως απλές δογματικές τοποθετήσεις, αλλά ως παρεμβάσεις σε ένα πεδίο όπου το διεθνές δίκαιο λειτουργεί ταυτόχρονα ως κανονιστικό πλαίσιο και ως εργαλείο πολιτικής νομιμοποίησης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ότι, αν και οι εν λόγω συγγραφείς γνωρίζουν το ισχύον διεθνές δίκαιο, εν τούτοις το ερμηνεύουν με τρόπο που σε ορισμένες πτυχές αποκλίνει από την επικρατούσα διεθνή αντίληψη.
Κοινό στοιχείο των προσεγγίσεών τους είναι η συστηματική επιφυλακτικότητα απέναντι στην αναγνώριση εθιμικού χαρακτήρα σε βασικές διατάξεις της UNCLOS. Ενώ η διεθνής θεωρία και νομολογία αναγνωρίζουν ότι θεμελιώδεις κανόνες, όπως το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας και βασικά στοιχεία της ΑΟΖ, έχουν παγιωθεί ως εθιμικό διεθνές δίκαιο, οι εν λόγω συγγραφείς τείνουν να αμφισβητούν είτε την ύπαρξη επαρκούς κρατικής πρακτικής είτε την ύπαρξη opinio juris. Η στάση αυτή έρχεται σε αντίφαση με τη γενικευμένη εφαρμογή των κανόνων αυτών από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών, συμπεριλαμβανομένων και κρατών που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη της UNCLOS.
Ιδιαίτερα εμφανής είναι η αντίφαση στη θεώρηση της υφαλοκρηπίδας. Ενώ η διεθνής νομολογία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας υφίστανται ipso facto και ab initio, ανεξάρτητα από ανακήρυξη ή συμφωνία, ορισμένες τουρκικές αναλύσεις επιχειρούν να συνδέσουν την πλήρη ενεργοποίησή τους με ειδικές γεωγραφικές ή πολιτικές συνθήκες. Η προσέγγιση αυτή συγκρούεται με τον εθιμικό χαρακτήρα του κανόνα, όπως αυτός έχει διαμορφωθεί ήδη από τη δεκαετία του 1960.
Ο Deniz Bölükbaşı, με την εμπειρία του στη θαλάσσια πολιτική και το διεθνές δίκαιο, εστιάζει κυρίως στην κρατική πρακτική και τη στρατηγική ερμηνεία της UNCLOS. Το 1991, ενώ υπηρετούσε ως Σύμβουλος στην τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα, υπήρξε στόχος βομβιστικής επίθεσης από την οργάνωση 17 Νοέμβρη, από την οποία τραυματίστηκε. Συμμετείχε ενεργά στις πρώτες φάσεις των διερευνητικών επαφών (που ξεκίνησαν το 2002) ως επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας. Αν και αναγνωρίζει τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, υποστηρίζει ότι η εφαρμογή τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για περιοχές με αμφισβητούμενα κυριαρχικά δικαιώματα. Η προσέγγιση αυτή ενισχύει τη γενικότερη στρατηγική γραμμή της τουρκικής βιβλιογραφίας, σύμφωνα με την οποία το δίκαιο είναι εργαλείο πολιτικής και όχι απόλυτη δεσμευτική κανονιστική αρχή
Στο έργο του Davutoğlu, η απόκλιση από το διεθνές δίκαιο είναι περισσότερο θεωρητική και λιγότερο δογματική. Το διεθνές δίκαιο παρουσιάζεται ως προϊόν συσχετισμών ισχύος και όχι ως αυτόνομο κανονιστικό σύστημα. Αν και η προσέγγιση αυτή έχει ερμηνευτική αξία, οδηγεί σε υποβάθμιση της δεσμευτικότητας κανόνων που, ανεξαρτήτως πολιτικών ισορροπιών, έχουν αποκτήσει καθολική ισχύ. Η μετατροπή του δικαίου σε απλό εργαλείο στρατηγικής αφήγησης έρχεται σε ένταση με τον ίδιο τον ισχυρισμό περί διεθνούς νομιμότητας.
Ο Yücel Acer, υιοθετώντας πιο τεχνική νομική γλώσσα, εστιάζει συχνά σε στενή ερμηνεία της κρατικής πρακτικής και σε αυξημένα αποδεικτικά κριτήρια για την αναγνώριση εθίμου. Ωστόσο, η επιλεκτική αυτή αυστηρότητα δεν εφαρμόζεται με την ίδια ένταση σε περιπτώσεις που ευνοούν τις τουρκικές θέσεις, γεγονός που εγείρει ζητήματα εσωτερικής συνοχής της επιχειρηματολογίας.
Εν γένει, οι θέσεις των Bölükbaşı, Davutoğlu και Acer δεν συνιστούν άγνοια του διεθνούς δικαίου, αλλά συνειδητή αναθεωρητική ερμηνεία του. Η βασική τους αντίφαση έγκειται στο ότι, ενώ επικαλούνται το διεθνές δίκαιο ως πλαίσιο επιχειρηματολογίας, ταυτόχρονα αμφισβητούν τη δεσμευτικότητα κανόνων που έχουν ευρέως αναγνωριστεί ως εθιμικοί. Η αντίφαση αυτή αναδεικνύει τον βαθμό στον οποίο το διεθνές δίκαιο, ιδίως στο πεδίο της θάλασσας, λειτουργεί όχι μόνο ως σύστημα κανόνων, αλλά και ως πεδίο σύγκρουσης νομικών αφηγήσεων και κρατικών στρατηγικών.
Η ελληνική θέση στο Δίκαιο της Θάλασσας χαρακτηρίζεται διεθνώς ως κατ’ εξοχήν νομιμοκρατική. Η Ελλάδα έχει κυρώσει την UNCLOS, αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και στηρίζει συστηματικά τις θέσεις της στη διεθνή νομολογία και στο εθιμικό διεθνές δίκαιο. Η προσέγγιση αυτή της προσδίδει σημαντικό πλεονέκτημα διεθνούς νομιμοποίησης. Ωστόσο, η πλήρης ευθυγράμμιση με το διεθνές δίκαιο δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν σημεία εσωτερικής έντασης ή επιλεκτικής εφαρμογής, τα οποία δημιουργούν νομικές και πολιτικές αντιφάσεις.
Πρώτο κρίσιμο σημείο αφορά τη διακήρυξη καθολικής ισχύος της UNCLOS ως εθιμικού δικαίου, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποδοχή της δικαιοδοσίας του ΔΔΧ. Η ελληνική επιχειρηματολογία υποστηρίζει ότι βασικές διατάξεις της UNCLOS δεσμεύουν όλα τα κράτη, ακόμη και μη συμβαλλόμενα, λόγω εθιμικού χαρακτήρα. Ωστόσο, ενώ η Ελλάδα προβάλλει αυτή την καθολικότητα, ταυτόχρονα επιμένει ότι η επίλυση διαφορών πρέπει να γίνει μέσω δικαστικής κρίσης. Εδώ ανακύπτει μια ένταση: αν οι κανόνες είναι πράγματι σαφείς και παγιωμένοι ως εθιμικοί, τότε η διαφορά δεν αφορά την ύπαρξη δικαιώματος αλλά την πολιτική άρνηση του άλλου μέρους. Η προσφυγή στη Χάγη λειτουργεί έτσι περισσότερο ως μηχανισμός επιβεβαίωσης και λιγότερο ως πραγματική αμφισβήτηση δικαίου, γεγονός που αποκαλύπτει την πολιτική διάσταση της νομικής στρατηγικής.
Δεύτερο σημείο αφορά το δικαίωμα πλήρους επήρειας των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες. Η ελληνική θέση στηρίζεται ορθά στο άρθρο 121 της UNCLOS και στη βασική αρχή ότι τα κατοικημένα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, εκτός αν πρόκειται για βράχους που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή οικονομική ζωή, οι οποίοι δεν διαθέτουν ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα (περίπτωση Ίμια μετά τα γεγονότα).
Ωστόσο, η διεθνής νομολογία του ICJ και άλλων δικαιοδοτικών οργάνων δείχνει ότι, στο στάδιο της οριοθέτησης, η επήρεια των νησιών συχνά περιορίζεται για λόγους ευθυδικίας. Η ελληνική ρητορική τείνει να προβάλλει το δικαίωμα πλήρους επήρειας ως σχεδόν απόλυτο, ενώ η ίδια η νομολογία που επικαλείται αναγνωρίζει περιθώρια προσαρμογής. Η αντίφαση εδώ δεν είναι νομική αλλά ερμηνευτική: η Ελλάδα προβάλλει το κανονιστικό επίπεδο του δικαιώματος, υποβαθμίζοντας τη νομολογιακή πρακτική της στάθμισης.
Τρίτο σημείο αφορά τη διάκριση μεταξύ ύπαρξης δικαιώματος και άσκησής του, ιδίως ως προς την αιγιαλίτιδα ζώνη των 12 ναυτικών μιλίων. Η Ελλάδα αναγνωρίζει ότι το δικαίωμα επέκτασης στα 12 ν.μ. αποτελεί εθιμικό κανόνα και έχει ήδη ασκηθεί στο Ιόνιο. Παρά ταύτα, η μη άσκηση του δικαιώματος στο Αιγαίο παρουσιάζεται ως πολιτική επιλογή χωρίς νομικές συνέπειες. Εδώ ανακύπτει μια ένταση: από τη μία πλευρά προβάλλεται η πλήρης νομική κατοχύρωση του δικαιώματος, από την άλλη η αναστολή της άσκησής του δημιουργεί de facto κατάσταση που χρησιμοποιείται από την αντίθετη πλευρά ως επιχείρημα περί «ειδικού καθεστώτος». Η Ελλάδα παραμένει νομικά συνεπής, αλλά πολιτικά ευάλωτη.
Τέταρτο σημείο εντοπίζεται στη στενή οριοθέτηση του αντικειμένου της διαφοράς προς δικαστική επίλυση. Η ελληνική θέση υποστηρίζει ότι μοναδική διαφορά είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η θέση αυτή είναι νομικά ισχυρή, αλλά ταυτόχρονα έρχεται σε ένταση με τη γενική αποδοχή της δικαιοδοσίας του ICJ ως οργάνου συνολικής ειρηνικής επίλυσης διαφορών. Η επιλεκτική αποδοχή αντικειμένου διαφορών δεν συνιστά νομική αντίφαση, αλλά αναδεικνύει τα όρια της δικαστικής προσφυγής ως εργαλείου πολιτικής στρατηγικής.
Όλοι καταλαβαίνουν ότι ελληνική πλευρά δεν αντιφάσκει με το διεθνές δίκαιο υπό την έννοια της παραβίασης ή της άρνησής του. Οι αντιφάσεις εντοπίζονται κυρίως στο επίπεδο της εφαρμογής και της αφήγησης: μεταξύ καθολικής επίκλησης εθιμικών κανόνων και πολιτικής διαχείρισης των συνεπειών τους, μεταξύ κανονιστικής καθαρότητας και νομολογιακής πραγματικότητας. Αυτές οι εντάσεις δεν αποδυναμώνουν τη νομική θέση της Ελλάδας, αλλά αποκαλύπτουν ότι ακόμη και η πιο νομιμοκρατική στρατηγική δεν μπορεί να αποκοπεί από τον συσχετισμό ισχύος και τις πολιτικές επιλογές που τη συνοδεύουν.
Η μη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο αποτελεί ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα διάστασης μεταξύ νομικού δικαιώματος και πολιτικής άσκησής του στο διεθνές σύστημα. Από την άποψη του διεθνούς δικαίου, δεν υφίσταται καμία αμφισβήτηση ότι η Ελλάδα διαθέτει πλήρες και αναγνωρισμένο δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης της έως τα 12 ν.μ., σύμφωνα με το άρθρο 3 της UNCLOS, το οποίο θεωρείται ευρέως εθιμικός κανόνας δεσμευτικός για όλα τα κράτη. Η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού στο Αιγαίο δεν μπορεί, συνεπώς, να ερμηνευθεί ως ένδειξη νομικής αδυναμίας, αλλά ως συνειδητή επιλογή στρατηγικής αυτοσυγκράτησης.
Κεντρικό ρόλο στην ελληνική στάση διαδραματίζει η τουρκική απόφαση του 1995, με την οποία η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο χαρακτηρίζεται ως casus belli. Νομικά, η απειλή χρήσης βίας για την άσκηση νόμιμου δικαιώματος αντίκειται ευθέως στο άρθρο 2 παρ. 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια. Ωστόσο, στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής, το casus belli λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής, όχι μέσω δικαίου αλλά μέσω κόστους. Το γεγονός ότι casus belli δεν συνεπάγεται αυτομάτως πόλεμο δεν αναιρεί τη σημασία του ως εργαλείου στρατηγικής πίεσης, καθώς αυξάνει τον κίνδυνο κλιμάκωσης και μεταφέρει το βάρος διαχείρισης της κρίσης στο κράτος που ασκεί το δικαίωμά του.
Η Ελλάδα, υιοθετώντας νομιμοκρατική προσέγγιση, επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα κράτους που δεν μεταβάλλει μονομερώς το status quo σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή. Η επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, αν και απολύτως σύννομη, θα μπορούσε να παρουσιαστεί διεθνώς ως κίνηση που αυξάνει την ένταση, ανεξαρτήτως της νομικής της βάσης. Η επιλογή μη άσκησης του δικαιώματος συνδέεται, επομένως, με τη διατήρηση της διεθνούς νομιμοποίησης και με τη στρατηγική επιδίωξη επίλυσης της διαφοράς μέσω δικαστικών ή ειρηνικών μηχανισμών.
Η ελληνική στάση δεν αποτελεί, ωστόσο, διεθνή ιδιομορφία. Η διεθνής πρακτική καταδεικνύει ότι κράτη με πλήρη νομικά δικαιώματα συχνά επιλέγουν να μην τα ασκήσουν άμεσα, όταν η άσκησή τους ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρή αποσταθεροποίηση. Ενδεικτικά, σε περιοχές όπως η Νότια Σινική Θάλασσα, κράτη με σαφή δικαιώματα βάσει της UNCLOS έχουν επιλέξει πολιτικές αυτοσυγκράτησης, προκειμένου να αποφύγουν ευθεία αντιπαράθεση με ισχυρότερους ή αναθεωρητικούς δρώντες. Αντίστοιχα, σε περιπτώσεις θαλάσσιων διαφορών στη Βόρεια Θάλασσα ή στη Θάλασσα της Ιαπωνίας, η προσωρινή μη άσκηση δικαιωμάτων έχει λειτουργήσει ως μέσο διαχείρισης της έντασης μέχρι την επίτευξη συμφωνιών ή δικαστικών λύσεων.
Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει ότι το διεθνές δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη υποχρέωση άμεσης άσκησης των δικαιωμάτων τους. Αντιθέτως, αναγνωρίζει περιθώρια πολιτικής εκτίμησης, ιδίως σε περιβάλλοντα υψηλής γεωπολιτικής ευαισθησίας. Στην ελληνική περίπτωση, η επιλογή μη επέκτασης στο Αιγαίο συνιστά μορφή στρατηγικής αυτοδέσμευσης, η οποία αποσκοπεί στη διατήρηση της πρωτοβουλίας στο πεδίο της διεθνούς νομιμότητας και στη μεταφορά της πίεσης στον αναθεωρητικό δρώντα.
Ωστόσο, η στάση αυτή ενέχει και εσωτερική ένταση. Ενώ η Ελλάδα υποστηρίζει ότι το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων αποτελεί απόλυτο και εθιμικά κατοχυρωμένο κανόνα, η μακροχρόνια μη άσκησή του δημιουργεί μια de facto κατάσταση, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί από την αντίθετη πλευρά ως επιχείρημα περί «ειδικού καθεστώτος» στο Αιγαίο. Έτσι, το casus belli, αν και νομικά ανυπόστατο, αποκτά πρακτική αποτελεσματικότητα, επιβεβαιώνοντας ότι στο διεθνές σύστημα η ισχύς ενός κανόνα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη νομική του εγκυρότητα, αλλά και από το κόστος της εφαρμογής του.
Η μη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διάκρισης μεταξύ νομικού δικαιώματος και πολιτικής στρατηγικής στο διεθνές σύστημα. Από νομική άποψη, η Ελλάδα διαθέτει πλήρες δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης της σύμφωνα με το άρθρο 3 της UNCLOS, το οποίο έχει εθιμικό χαρακτήρα και δεσμεύει όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως από το αν έχουν κυρώσει τη Σύμβαση. Η μη άσκηση του δικαιώματος δεν υποδηλώνει νομική αδυναμία, αλλά αποτελεί συνειδητή στρατηγική αυτοσυγκράτησης, προκειμένου να αποφευχθεί η κλιμάκωση σε ένα ήδη ευαίσθητο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής αυτής είναι η αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής για casus belli. Αν και νομικά η απειλή αυτή δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια —και δεν σημαίνει αυτόματα πόλεμο— λειτουργεί πολιτικά ως μηχανισμός κόστους και αποτροπής, επηρεάζοντας την ελληνική εκτίμηση κινδύνου. Η Ελλάδα, σε αυτό το πλαίσιο, επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα κράτους που σέβεται τη διεθνή νομιμότητα και ενεργεί εντός των θεσμικών ορίων, προτιμώντας τη διατήρηση της διεθνούς νομιμοποίησης από τη μονομερή άσκηση δικαιωμάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια στρατηγική ελληνική θέση θα μπορούσε να τεθεί ως εξής: η Ελλάδα είναι έτοιμη να συζητήσει ή να διαπραγματευτεί τις θαλάσσιες διαφορές μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία θα σεβαστεί βασικές θεμελιώδεις αρχές της UNCLOS και θα αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για την επίλυση διαφορών. Μια τέτοια θέση ενισχύει τη νομιμοκρατική διάσταση της ελληνικής στρατηγικής, μεταφέροντας τη συζήτηση από την αμφισβήτηση συγκεκριμένων νομικών κανόνων στην αναγκαιότητα αποδοχής ενός κοινού κανονιστικού πλαισίου.
Ιδιαίτερα ισχυρό διαπραγματευτικό επιχείρημα αποτελεί ότι η UNCLOS αποτελεί πλέον μέρος του ενωσιακού δικαίου. Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να τονίσει ότι η Τουρκία, αν επιθυμεί να ενταχθεί στην ΕΕ, δεν μπορεί να επιλέγει κανόνες «à la carte». Η αρχή της ομοιομορφίας του ενωσιακού δικαίου σημαίνει ότι η αποδοχή βασικών κανόνων της UNCLOS, που έχουν ενσωματωθεί στο δίκαιο της Ένωσης, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω πορεία ένταξης. Με άλλα λόγια, η Τουρκία δεν μπορεί να επικαλείται το διεθνές δίκαιο επιλεκτικά για να διεκδικήσει πλεονεκτήματα, ενώ αγνοεί υποχρεώσεις που έχουν γίνει τμήμα του ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου.
Ωστόσο, η ελληνική στρατηγική ενέχει και διαπραγματευτικούς περιορισμούς. Η Τουρκία έχει ιστορικά αρνηθεί την UNCLOS και τη δικαιοδοσία του ΔΔΧ, θεωρώντας ότι περιορίζουν τα στρατηγικά της συμφέροντα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Μια απόλυτη απαίτηση κύρωσης της Σύμβασης ή αναγνώρισης δικαιοδοσίας πριν από οποιονδήποτε διάλογο ενδέχεται να οδηγήσει σε αδιέξοδο ή σε ισχυρή ερμηνευτική ρητορική από την Τουρκία. Γι’ αυτό, η ελληνική στρατηγική μπορεί να αποκτήσει υψηλή αποτελεσματικότητα αν υιοθετήσει διαβαθμισμένη προσέγγιση: να απαιτεί αποδοχή βασικών αρχών της UNCLOS και δικαστική επίλυση των διαφορών, χωρίς να τίθεται απόλυτα ως προϋπόθεση η πλήρης κύρωση.
Κατ' ουσίαν, η Ελλάδα διαθέτει ισχυρά νομικά και διαπραγματευτικά επιχειρήματα για να συνδέσει την αναγνώριση της UNCLOS και τη δικαιοδοσία του ΔΔΧ με τη μελλοντική πορεία της Τουρκίας προς την ΕΕ. Το επιχείρημα αυτό ενισχύει τη θέση της Ελλάδας ως κράτους που ενεργεί μέσα σε κανόνες, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τις επιλογές της Τουρκίας σε μια στρατηγικά κρίσιμη διαπραγμάτευση. Η αποτελεσματικότητα της θέσης αυτής εξαρτάται όχι από την αποδοχή του δικαίου από την άλλη πλευρά, αλλά από την ικανότητα της Ελλάδας να μετατρέψει τη νομική ορθότητα σε πολιτικό και διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η ελληνική προσφυγή του 1976 στο ΔΔΧ για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Η Ελλάδα προσέφυγε μονομερώς, αφού η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Χάγης, υποστηρίζοντας ότι η υφαλοκρηπίδα των νησιών αποτελεί εθιμικό δικαίωμα και, ως εκ τούτου, δεσμεύει και την Τουρκία. Το επιχείρημα αυτό ήταν νομικά ορθό. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν εξέτασε ποτέ την ουσία της διαφοράς, ούτε έκρινε ποιο κράτος έχει δικαίωμα επί της υφαλοκρηπίδας. Η προσφυγή απορρίφθηκε αποκλειστικά λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, καθώς δεν υπήρχε συναίνεση και των δύο κρατών. Η Τουρκία δεν είχε αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του ΔΔΧ, ενώ και η ελληνική δήλωση αποδοχής περιείχε επιφύλαξη για διαφορές σχετικές με ζητήματα κυριαρχίας και συναφή δικαιώματα, στην οποία κρίθηκε ότι εμπίπτει και η υφαλοκρηπίδα. Επιπλέον, το Συνυποσχετικό της Βέρνης του 1976 θεωρήθηκε πολιτική συμφωνία αυτοσυγκράτησης και όχι ρητή βάση δικαιοδοσίας.
Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη θεμελιώδη αρχή ότι η δικαιοδοσία του ΔΔΧ είναι συναίνεση-εξαρτώμενη, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Καταστατικού, ενώ τα κράτη εξακολουθούν να δεσμεύονται από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των εθιμικών.
Σήμερα, η UNCLOS παρέχει ένα πιο σαφές νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση θαλάσσιων διαφορών. Το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο στο Αμβούργο (PCA/Arbitration under UNCLOS) μπορεί να εκδικάζει διαφορές μεταξύ κρατών για την ερμηνεία ή εφαρμογή της Σύμβασης, όπως προβλέπεται στα άρθρα 286–299. Ωστόσο, οι αποφάσεις του είναι μη δεσμευτικές μόνο για τα μέρη που έχουν αποδεχθεί τη διαδικασία, όπως καταδεικνύει η υπόθεση Φιλιππίνες vs Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (2016). Παρά την αναγνώριση συγκεκριμένων δικαιωμάτων των Φιλιππίνων, η Κίνα αρνήθηκε να συμμορφωθεί, υπογραμμίζοντας ότι η πρακτική επιβολή των αποφάσεων εξαρτάται από τη βούληση των κρατών.
Καλό είναι να ξέρουμε ότι και η Ταϊβάν συμμερίζεται την ίδια άποψη του Πεκίνου.
Η ελληνική στρατηγική αντλεί σημαντικά διδάγματα από αυτά τα παραδείγματα. Η UNCLOS και η δικαιοδοσία του ΔΔΧ ή των διαιτητικών οργάνων παρέχουν νομική και νομιμοκρατική βάση, ενώ οι αποφάσεις λειτουργούν ως μέσο επιβεβαίωσης και πολιτικής πίεσης, αλλά όχι ως απόλυτα αναγκαστική δύναμη. Η Ελλάδα, επομένως, συνδυάζει την νομική δεσμευτικότητα των εθιμικών κανόνων, τη διεθνή νομιμοποίηση και τις δυνατότητες δικαστικής επίλυσης με την πολιτική και διαπραγματευτική στρατηγική, μετατρέποντας το διεθνές δίκαιο σε εργαλείο διαπραγμάτευσης, αντί να το αντιμετωπίζει ως αυστηρά κανονιστικό περιορισμό. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει στην Ελλάδα να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά της, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα ελιγμών και αυτοσυγκράτησης σε ευαίσθητα γεωπολιτικά περιβάλλοντα, όπως το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος.
Στο σημείο αυτό καθίσταται αναγκαίο να αποσαφηνιστεί, με τρόπο ρητό και μεθοδολογικά συνεπή, ποια στοιχεία του Δικαίου της Θάλασσας έχουν παγιωθεί ως εθιμικό διεθνές δίκαιο και ποια εξακολουθούν να αντλούν δεσμευτικότητα αποκλειστικά από τη συμβατική τους κατοχύρωση στην UNCLOS. Η αποσαφήνιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία έναντι κρατών που, όπως η Τουρκία, επιχειρούν να θεμελιώσουν τη νομική τους στάση στην άρνηση κύρωσης της Σύμβασης ή στη συστηματική αμφισβήτηση της εθιμικής φύσης βασικών της διατάξεων.
Πρώτον, έχει καταστεί σαφές στη διεθνή θεωρία και νομολογία ότι ορισμένοι θεμελιώδεις κανόνες του Δικαίου της Θάλασσας δεσμεύουν όλα τα κράτη ανεξαρτήτως συμβατικής συναίνεσης. Το δικαίωμα καθορισμού αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί πλέον παγιωμένο εθιμικό κανόνα, όπως αποδεικνύεται τόσο από τη γενικευμένη κρατική πρακτική όσο και από την απουσία σοβαρής και συνεπούς αντίθετης opinio juris. Η τουρκική θέση, σύμφωνα με την οποία το Αιγαίο συνιστά «ειδική περίπτωση» που αποκλείει την εφαρμογή του κανόνα αυτού, δεν στηρίζεται σε αναγνωρισμένη εξαίρεση του εθιμικού δικαίου, αλλά σε πολιτική ερμηνεία γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων, οι οποίες ουδέποτε αναγνωρίστηκαν ως λόγος αναστολής γενικών κανόνων.
Αντίστοιχα, το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας έχει αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα ήδη πριν από την UNCLOS. Η διεθνής νομολογία, ιδίως από τη δεκαετία του 1960, έχει επανειλημμένα τονίσει ότι τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας υφίστανται ipso facto και ab initio και δεν εξαρτώνται ούτε από ανακήρυξη ούτε από συμφωνία. Η τουρκική επιχειρηματολογία, η οποία επιχειρεί να συνδέσει την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων αυτών με ειδικές γεωγραφικές συνθήκες ή με πολιτικές ισορροπίες, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τον εθιμικό χαρακτήρα του κανόνα και με τη σταθερή πρακτική του Διεθνούς Δικαστηρίου. Η επίκληση «ιδιαιτεροτήτων» δεν συνιστά νομικό επιχείρημα, αλλά απόπειρα επαναπολιτικοποίησης ενός κανόνα που έχει ήδη κανονικοποιηθεί.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει και το καθεστώς της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Παρότι η ΑΟΖ συστηματοποιήθηκε μέσω της UNCLOS, βασικά στοιχεία της —ιδίως η δυνατότητα ανακήρυξης ζώνης έως 200 ναυτικά μίλια και η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων επί φυσικών πόρων— έχουν αποκτήσει εθιμικό χαρακτήρα μέσω γενικευμένης και ομοιόμορφης κρατικής πρακτικής. Η τουρκική άρνηση αναγνώρισης της ΑΟΖ ως εθιμικού κανόνα βασίζεται σε αυστηρή και επιλεκτική ερμηνεία της κρατικής πρακτικής, η οποία, ωστόσο, δεν συμβιβάζεται με το γεγονός ότι ακόμη και κράτη μη συμβαλλόμενα στην UNCLOS εφαρμόζουν de facto το καθεστώς αυτό όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η επιλεκτική αυτή στάση υπονομεύει την εσωτερική συνοχή της τουρκικής νομικής επιχειρηματολογίας.
Δεύτερον, πρέπει να καταστεί σαφές ότι δεν έχουν όλες οι διατάξεις της UNCLOS εθιμικό χαρακτήρα. Οι θεσμικοί και διαδικαστικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών, καθώς και το καθεστώς της Περιοχής και της Διεθνούς Αρχής Θαλάσσιου Βυθού, προϋποθέτουν ρητή συμβατική αποδοχή.
Η τουρκική άρνηση αναγνώρισης της δικαιοδοσίας διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων δεν αποτελεί παραβίαση του διεθνούς δικαίου per se, αλλά αφορά το επίπεδο ελέγχου και επιβολής των κανόνων, όχι την ύπαρξή τους. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη: η απουσία δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται απουσία νομικών υποχρεώσεων.
Τρίτον, όσον αφορά τα νησιά, το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει σαφώς ότι τα κατοικημένα νησιά διαθέτουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Η διεθνής νομολογία έχει πράγματι εισαγάγει στάθμιση της επήρειας στο στάδιο της οριοθέτησης, για λόγους ευθυδικίας. Ωστόσο, η τουρκική προσέγγιση συχνά συγχέει σκοπίμως την ύπαρξη του δικαιώματος με τον τρόπο άσκησής του. Η μείωση επήρειας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν συνιστά άρνηση του δικαιώματος, ούτε μπορεί να γενικευθεί ως κανόνας αποκλεισμού των νησιών από θαλάσσιες ζώνες. Κάθε διαφορετική ερμηνεία αντιβαίνει τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα του διεθνούς δικαίου.
Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται σαφές ότι η τουρκική νομική επιχειρηματολογία δεν στηρίζεται σε άρνηση του διεθνούς δικαίου συνολικά, αλλά σε συνειδητή αναθεωρητική ερμηνεία των εθιμικών του κανόνων. Η αμφισβήτηση της ύπαρξης εθίμου εκεί όπου η κρατική πρακτική είναι γενικευμένη και η opinio juris σαφής δεν συνιστά νομική ουδετερότητα, αλλά στρατηγική επιλογή.
Για την Ελλάδα, η νομική πορεία που απορρέει από τα ανωτέρω είναι σαφής. Τα εθιμικά δικαιώματα που απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας δεν τίθενται υπό διαπραγμάτευση ούτε εξαρτώνται από τη συναίνεση τρίτων κρατών. Αντιθέτως, αντικείμενο πολιτικής επιλογής αποτελούν ο χρόνος, ο τρόπος και το πλαίσιο άσκησής τους, καθώς και οι μηχανισμοί επίλυσης διαφορών. Η μη άσκηση ενός εθιμικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δεν οδηγεί αυτομάτως σε απώλειά του, αλλά η παρατεταμένη αναστολή της άσκησής του δημιουργεί de facto καταστάσεις που ενδέχεται να αξιοποιηθούν αναθεωρητικά.
Συνεπώς, η ελληνική στρατηγική οφείλει να στηρίζεται σε σαφή κατανόηση του τι δεσμεύει όλους και του τι αποτελεί αντικείμενο πολιτικής διαχείρισης. Το διεθνές δίκαιο παρέχει στην Ελλάδα ισχυρό νομικό οπλοστάσιο· η αποτελεσματικότητά του, ωστόσο, εξαρτάται από τη μετατροπή της νομικής ορθότητας σε ενεργό στρατηγικό κεφάλαιο. Στο μέτρο που η Τουρκία επιλέγει να αμφισβητεί εθιμικούς κανόνες αντί να τους παραβιάζει ευθέως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο ρητορική, αλλά πρέπει να συνίσταται σε σταθερή, συνεπή και τεκμηριωμένη άσκηση των δικαιωμάτων που το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει.
Η κρίσιμη παράμετρος στις ελληνοτουρκικές συναντήσεις κορυφής δεν είναι η επίκληση της νομικής ορθότητας των ελληνικών θέσεων – αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό δεδομένη – αλλά ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται το πλαίσιο της συζήτησης. Στο διεθνές σύστημα, και ιδίως σε ένα περιβάλλον ασύμμετρης πίεσης, το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι μόνο τι δικαιούται ένα κράτος, αλλά αν και πώς αποδέχεται να τα ασκεί χωρίς να τα υποτάσσει στη συναίνεση τρίτων.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η προγραμματισμένη εγκατάσταση υποβρύχιου καλωδίου κοντά στην Κάσο. Από νομική άποψη, η Ελλάδα έχει πλήρη δικαιώματα να εκτελέσει το έργο, καθώς η περιοχή βρίσκεται εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης και της ΑΟΖ που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και τον εθιμικό κανόνα της UNCLOS. Ωστόσο, στην πράξη, η Τουρκία μπορεί να επιχειρήσει να ασκήσει πίεση ή να αρνηθεί οποιαδήποτε αναγνώριση αυτών των δικαιωμάτων, ακόμη και χωρίς νόμιμη βάση. Εδώ αναδεικνύεται η διακριτή διαφορά μεταξύ νομικού δικαιώματος και πολιτικής δυνατότητας άσκησής του υπό πίεση: το γεγονός ότι η Τουρκία αρνείται να αναγνωρίσει το δικαίωμα δεν ακυρώνει την ουσία του δικαίου, αλλά καθιστά πιο σύνθετη την πρακτική εφαρμογή του.
Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένες διατυπώσεις, ακόμη και αν εμφανίζονται ως μετριοπαθείς ή «εξομαλυντικές», ενέχουν σοβαρό στρατηγικό κίνδυνο. Η αναφορά σε ανάγκη «πρώτης πολιτικής συμφωνίας πριν από τις τεχνικές ή νομικές πτυχές» μετατοπίζει σιωπηρά το ζήτημα από το πεδίο του δικαίου στο πεδίο της διαπραγμάτευσης ισχύος. Υπονοεί ότι η άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων, όπως η τοποθέτηση υποβρύχιου καλωδίου, τελεί υπό αίρεση πολιτικής συναίνεσης, γεγονός που αντιστρέφει πλήρως τη νομιμοκρατική λογική της ελληνικής θέσης.
Αντίστοιχα, η επίκληση της αποφυγής «μονομερών ενεργειών» λειτουργεί ασύμμετρα. Στην τουρκική ρητορική, μονομερής ενέργεια θεωρείται μόνο η άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων, όχι η τουρκική αμφισβήτηση ή πίεση. Έτσι, μια φαινομενικά ουδέτερη διατύπωση καταλήγει να δεσμεύει μόνο τη μία πλευρά, δημιουργώντας ένα πλαίσιο αυτοπεριορισμού χωρίς αντίστοιχη δέσμευση του άλλου μέρους.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η ιδέα «παγώματος» δραστηριοτήτων μέχρι την επίτευξη συνολικής συμφωνίας. Μια τέτοια προσέγγιση, ανεξαρτήτως προθέσεων, παράγει de facto αναστολή άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Στην περίπτωση του καλωδίου, οποιοδήποτε «πάγωμα» θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αποδοχή ότι η Τουρκία έχει veto επί νόμιμων ελληνικών έργων, δημιουργώντας επικίνδυνο προηγούμενο.
Απέναντι σε αυτή τη λογική, η ελληνική θέση οφείλει να είναι σαφής, λιτή και απολύτως πλαισιωμένη στο διεθνές δίκαιο, χωρίς διδακτισμό αλλά και χωρίς υπαναχωρήσεις. Ο διάλογος μπορεί και πρέπει να αφορά τις εκκρεμείς διαφορές, ιδίως ζητήματα οριοθέτησης, όχι όμως την αναστολή ή αμφισβήτηση νόμιμων δραστηριοτήτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, όπως η εγκατάσταση του καλωδίου. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης: άλλο πράγμα η επίλυση διαφορών και άλλο η άσκηση δικαιωμάτων που δεν τελούν υπό διαπραγμάτευση.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν συνιστά πρόκληση ούτε κλιμάκωση. Αντιθέτως, διατηρεί το ζήτημα στο επίπεδο της νομιμότητας και αποτρέπει τη μετατόπισή του σε ένα πεδίο όπου το δικαίωμα μετατρέπεται σε αντικείμενο συναλλαγής. Η όποια αντίδραση ή ένταση εκ μέρους της Τουρκίας σε αυτή τη διατύπωση δεν αλλάζει το ουσιαστικό δεδομένο· απλώς επιβεβαιώνει ότι το πλαίσιο παραμένει εκεί όπου η Ελλάδα επιδιώκει να το κρατήσει.
Εξάλλου η Ελλάδα, πριν από τις εκλογές του 2015, κατέθεσε στις 14/1/2015 στα Ηνωμένα Εθνών δήλωση με την οποία επικαιροποιείται και συμπληρώνεται η δήλωση που είχε κάνει το 1994 για την αποδοχή της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔΧ) με βάση το άρθρο 36 παρ. 2 του Καταστατικού του Δικαστηρίου αυτού. Με βάση τη νέα Δήλωση, η οποία τέθηκε σε ισχύ από της καταθέσεως της, η χώρα μας, όπως και με τη Δήλωση του 1994, αποδέχεται μεν μονομερώς, αλλά αποκλειστικά έναντι των κρατών που έχουν προβεί σε αντίστοιχη Δήλωση, δυνάμει του άρθρου 36 παρ. 2, υπό τον όρο δηλαδή της αμοιβαιότητας, την υποχρεωτική δικαιοδοσία του ΔΔΧ σε σχέση με όλες τις νομικές διαφορές που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη.
Η νέα Δήλωση, εξαιρεί από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τις εξής δύο κατηγορίες διαφορών:
-διαφορές σχετικές με στρατιωτικές δραστηριότητες και μέτρα που λαμβάνονται από τη χώρα μας για την προστασία της κυριαρχίας και της εδαφικής της ακεραιότητας, για σκοπούς εθνικής άμυνας, καθώς και για την προάσπιση της εθνικής της ασφάλειας. Με τον τρόπο αυτό αποσαφηνίζεται η αντίστοιχη πρόβλεψη της Δήλωσης του 1994, η οποία εξαιρούσε από τη δικαιοδοσία του ΔΔΧ διαφορές για στρατιωτικά μέτρα αμυντικού χαρακτήρα, ειδικά στα νησιά.
– διαφορές σχετικές με τα σύνορα της Ελλάδος ή με ζητήματα εδαφικής κυριαρχίας, συμπεριλαμβανομένων των διαφορών για το εύρος και τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης και του εθνικού εναέριου χώρου. Με την εξαίρεση αυτή αποκλείονται από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όλες οι συνοριακές διαφορές και διαφορές σχετικές με την κυριαρχία επί ελληνικού εδάφους. Ρητή αναφορά στην αιγιαλίτιδα ζώνη και τον εθνικό εναέριο χώρο γίνεται για λόγους σαφήνειας. Πρόκειται για μια κατηγορία θεμάτων που ανήκουν στον σκληρό πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας, δηλαδή για ζητήματα καθορισμού των ορίων της ελληνικής επικρατείας και άρα της εδαφικής κυριαρχίας της χώρας μας που δεν νοείται να θεωρηθούν ως "αμιγώς νομικές διαφορές" και να αχθούν σε δικαστική κρίση με μονομερή πρωτοβουλία αλλού κράτους.
Πέραν των δύο παραπάνω ουσιαστικού περιεχομένου εξαιρέσεων, η νέα Δήλωση περιλαμβάνει και μια διαδικαστικού χαρακτήρα εξαίρεση. Πρόκειται για μια ρήτρα συνήθη στη σχετική διεθνή πρακτική που δεν αφορά μια συγκεκριμένη διαφορά την οποία η χώρα μας, λόγω της φύσης ή του αντικειμένου της, επιθυμεί να εξαιρέσει από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αλλά οποιεσδήποτε διαφορές μπορεί να υφίστανται μεταξύ της Ελλάδος και ενός άλλου κράτους το οποίο μπορεί στο μέλλον να αποδεχθεί μονομερώς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 2 του Καταστατικού, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες:
-το κράτος αυτό αποδέχεται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να προσφύγει κατά της χώρας μας σε σχέση με μια συγκεκριμένη διαφορά ή,
-το κράτος αυτό, αμέσως μετά την κατάθεση της δήλωσης αποδοχής της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του ΔΔΧ ή σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους από την κατάθεση της δήλωσης αυτής, προσφύγει μονομερώς κατά της χώρας μας.
Συνεπώς η χώρα μας έχει τη δυνατότητα, εντός της προθεσμίας των δώδεκα μηνών, να αξιολογήσει τη δήλωση του εν λόγω κράτους και να αποφασίσει εάν επιθυμεί ή όχι τη δικαιοδοτική επίλυση των διαφορών της με το κράτος αυτό από το ΔΔΧ. Εάν κρίνει ότι τούτο ενδέχεται να θίξει θέματα ζωτικού εθνικού συμφέροντος, η χώρα μας μπορεί, εντός της ως άνω δωδεκάμηνης προθεσμίας να αποσύρει ή να τροποποιήσει αναλόγως τη δική της δήλωση.
Τέλος, στη νέα Δήλωση ρητά προβλέπεται ότι η χώρα μας, ακόμα και στις περιπτώσεις που εξαιρεί ορισμένες διαφορές από τη δικαιοδοσία του ΔΔΧ, είναι έτοιμη να τις υποβάλει σε αυτό στη βάση συνυποσχετικού με το αντίδικο κράτος. Πρόκειται για πολιτική δήλωση που όμως αντανακλά την πάγια προσήλωση της χώρα μας στη δικαιοδοτική επίλυση των νομικών διαφορών.
Οι όροι που περιλαμβάνονται στη νέα Δήλωση εγκρίθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο ύστερα από εισήγηση του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Βενιζέλου ,ο οποίος υπέγραψε τη νέα Δήλωση και την κατέθεσε στο Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ μέσω της ελληνικής Μόνιμης Αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ.
Παράλληλα με την κατάθεση της ανωτέρω Δήλωσης του άρθρου 36 παρα. 2, η χώρα μας κατέθεσε στο ΓΓ των Ην. Εθνών και Δήλωση στο πλαίσιο της Σύμβασης του Δικαίου της θάλασσας (UNCLOS). Συγκεκριμένα, η Ελλάδα δήλωσε ότι εξαιρεί από τις δικαιοδοτικές διαδικασίες της εν λόγω Σύμβασης την επίλυση των διαφορών σχετικά με την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, οι οποίες στο εξής θα κρίνονται μόνον από το ΔΔΧ, εκτιμώντας ότι το ΔΔΧ έχει κατά πολύ πλουσιότερη εμπειρία σε θέματα οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών και εν γένει διαφορών διεθνούς δικαίου. Τη δυνατότητα εξαίρεσης των εν λόγω διαφορών τη δίδει η ίδια η Σύμβαση, στο άρθρο 298 αυτής, και έχουν κάνει χρήση της και άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Επισημαίνεται ότι η Ελλάδα συνεχίζει να δεσμεύεται από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου του Δικαίου της Θαλάσσης, για άλλες, πλην των ανωτέρω, διαφορές οι οποίες προβλέπονται από την εν λόγω Σύμβαση. Κατά τον τρόπο αυτό η πάγια ελληνική θέση για οριοθέτηση με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης απέκτησε και νομική υπόσταση.
Η κατάθεση των δηλώσεων αυτών κρίθηκε σκόπιμη μετά από ενδελεχή μελέτη των νομικών, πολιτικών και γεωπολιτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή μας, αλλά και στο ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.
Με άλλα λόγια, μια χώρα που επιλέγει να παραμένει εκτός βασικών συμβατικών πλαισίων του διεθνούς δικαίου και να αμφισβητεί τη δεσμευτικότητα θεμελιωδών κανόνων του, επιχειρεί στην πράξη να μετατοπίσει το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης από τα δικά της δικαιώματα στα δικαιώματα άλλου κράτους. Μια τέτοια στάση, ιδίως όταν συνοδεύεται από απειλές χρήσης βίας, καταδεικνύει ότι η σχετική στρατηγική δεν εδράζεται σε συνεκτική νομική επιχειρηματολογία, αλλά σε άσκηση πολιτικής πίεσης, σε απόκλιση από τη συστηματική λογική της διεθνούς έννομης τάξης.