Η τοπική αυτοδιοίκηση διαχρονικά προβάλλεται ως το αντίβαρο στο απρόσωπο, συγκεντρωτικό κράτος. Ως ο θεσμός που βρίσκεται “πιο κοντά στον πολίτη”, που αφουγκράζεται τις ανάγκες της γειτονιάς, που παρεμβαίνει άμεσα στα μικρά αλλά κρίσιμα ζητήματα της καθημερινής ζωής. Στην πράξη, όμως, η απόσταση μοιάζει συχνά εξίσου μεγάλη αφού οι πολίτες βλέπουν κατά περιπτώσεις προβλήματα να χρονίζουν, αιτήματα να μετατρέπονται σε αρμοδιότητες χωρίς υπεύθυνο και επικείμενες παρεμβάσεις να αναβάλλονται επ’ αόριστον.
Έτσι η πολιτική στην αυτοδιοίκηση φαίνεται πολλές φορές να μιμείται τις παθογένειες του κεντρικού κράτους με “όχημα” την επικοινωνιακή διαχείριση για λόγους (κενών) εντυπώσεων. Γιατί οι υποσχέσεις αργά ή γρήγορα δεν θα είναι σε θέση να κρύψουν την εικόνα μιας πόλης που φθείρεται μέρα με τη μέρα.
Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη γνώσης. Είναι η απουσία πολιτικού θάρρους να επενδύσεις στα αυτονόητα ή ακόμη χειρότερα η ατολμία να μιλήσεις με ειλικρίνεια προεκλογικά για το τι εν τέλει μπορείς και το τι δεν μπορείς να κάνεις.
Η πολιτική της “κορδέλας”, τα καθημερινά δελτία τύπου και οι εβδομαδιαίες ανασκοπήσεις ελάχιστα έως καθόλου αφορούν τους πολίτες. Κυρίως τους αφορά η πολιτική που δεν εξαγγέλλεται σε κάθε προεκλογική κούρσα σαν χιλιοειπωμένο ποίημα αλλά που λύνει το πρόβλημα σε χρόνο πραγματικό.
Η φροντίδα της καθημερινότητας δεν είναι δευτερεύουσα πολιτική αλλά ο “πυρήνας” και αν ένα αυτοδιοικητικό σχήμα είναι αποτελεσματικό ή όχι αυτό δεν κρίνεται μόνο από τα μεγαλεπίβολα σχέδια επι χάρτου. Αν λοιπόν η αυτοδιοίκηση δεν αποδεικνύει στην πράξη ότι είναι ο πιο άμεσος και ανθρώπινος θεσμός πολιτικής εξουσίας, τότε η απογοήτευση θα συνεχίσει να βαθαίνει μαζί με τις λακκούβες στους δρόμους.