Συχνά το Άρθρο 86 παρουσιάζεται ως προβληματική ή ατελής κληρονομιά της Μεταπολίτευσης. Η ερμηνεία αυτή είναι βολική, αλλά ιστορικά ανακριβής. Η ειδική ποινική μεταχείριση των υπουργών δεν γεννήθηκε το 1975. Προϋπήρχε και ήταν θεμελιωμένη στα ελληνικά συντάγματα ήδη από τον 19ο αιώνα.
Το Σύνταγμα του 1952, σε πλήρη θεσμική συνέχεια με τα Συντάγματα του 1864 και του 1911, ρύθμιζε την ποινική ευθύνη των υπουργών μέσω ειδικού καθεστώτος, με σύντομες αποσβεστικές προθεσμίες και κοινοβουλευτικό έλεγχο της δίωξης. Ο νόμος ΦΠΣΤ/1877, που παρέμεινε σε ισχύ, καθιστούσε την ποινική ευθύνη εξαιρετική, χρονικά περιορισμένη και πολιτικά φιλτραρισμένη.
Η λογική αυτής της ρύθμισης δεν ήταν δημοκρατική, αλλά μοναρχική. Ο βασιλιάς ήταν συνταγματικά ανεύθυνος· οι υπουργοί λειτουργούσαν ως θεσμικοί φορείς ευθύνης για τις πράξεις του, χωρίς όμως να υπάγονται στο κοινό ποινικό δίκαιο. Η ευθύνη δεν αποσκοπούσε στην απονομή δικαιοσύνης, αλλά στη διατήρηση της κυβερνητικής λειτουργικότητας και της πολιτικής σταθερότητας.
Η Μεταπολίτευση κατήργησε τον μονάρχη, αλλά δεν κατήργησε τον μηχανισμό εξαίρεσης. Το φίλτρο απλώς μεταφέρθηκε: από το Στέμμα στη Βουλή. Έτσι, ένας θεσμός σχεδιασμένος για ένα ημι-μοναρχικό καθεστώς επιβίωσε σχεδόν αλώβητος σε ένα τυπικά φιλελεύθερο δημοκρατικό σύστημα.
Υπό αυτή την έννοια, το Άρθρο 86 δεν είναι ατυχές κατάλοιπο της Μεταπολίτευσης. Είναι η απόδειξη ότι η θεσμική ρήξη του 1974–1975 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στο πεδίο της ποινικής λογοδοσίας της εκτελεστικής εξουσίας.
Πρόκειται για ιστορική συνέχεια, όχι για ιστορικό λάθος. Και όπως κάθε συνέχεια, συντηρείται επειδή γίνεται αποδεκτή.
Είναι συμφωνία.
Μια συμφωνία ανάμεσα στους πολιτικούς και στο σύστημα που τους ανέχεται, ανάμεσα στους πολίτες και στη δυνατότητα να διατηρούν τη ρητορική οργή χωρίς να την μετατρέπουν σε ουσιαστική απαίτηση λογοδοσίας. Το Άρθρο 86 επιβιώνει γιατί εξυπηρετεί. Και εξυπηρετεί περισσότερα από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά: εξυπηρετεί την πολιτική εξουσία, αλλά εξίσου εξυπηρετεί και την κοινωνία που ανέχεται παθητικά την ανισότητα στην ευθύνη.
Αν το Άρθρο 86 ήταν απλώς ένα θεσμικό λάθος, θα είχε διορθωθεί εδώ και δεκαετίες. Αν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή άγνοιας, θα είχε εξαφανιστεί κάτω από τη βαρύτητα της κοινωνικής απαξίωσης. Όμως παραμένει, επειδή επιτρέπει στο πολιτικό σύστημα να λειτουργεί εντός ασφαλών πλαισίων, όπου η ευθύνη ενεργοποιείται επιλεκτικά, καθυστερημένα και πάντα υπό συνθήκες πολιτικού ελέγχου. Η περίφημη παραγραφή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια· είναι η καρδιά του άρθρου, το εργαλείο που κάνει τη λογοδοσία να εξαρτάται από τον χρόνο και τη βούληση των κομματικών συσχετισμών.
Στην πράξη, το Άρθρο 86 μετατρέπει την ποινική κρίση σε πολιτικό συσχετισμό και τη δικαιοσύνη σε παιχνίδι αντοχής.
Τα σκάνδαλα δεν παραγράφονται τυχαία, αλλά μέσα από την ίδια τη διαδικασία του Άρθρου 86.
Η Βουλή δεν αποτυγχάνει· σχεδιάστηκε έτσι ώστε να μην αποδώσει ουσιαστική ευθύνη. Ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος· λειτουργεί υπέρ της εξουσίας. Και όταν το παράθυρο λήξει, το σύστημα μπορεί να επικαλεστεί τυπική νομιμότητα, ανακοινώνοντας ότι «δεν γίνεται πια τίποτα».
Υπάρχει όμως και μια λιγότερο προφανής λειτουργία: το Άρθρο 86 προστατεύει την κυβέρνηση όχι μόνο απέναντι στη δικαιοσύνη, αλλά και απέναντι στα ίδια της τα μέλη. Όσο η ποινική ευθύνη περνά από τη Βουλή, η ευθύνη γίνεται κομματική. Η σιωπή επιβραβεύεται, η διαφωνία τιμωρείται. Το μήνυμα είναι σαφές σε κάθε υπουργικό γραφείο: μείνε εντός γραμμής και θα καλυφθείς, διαφορετικά θα βρεις τη διαδικασία «ευέλικτη». Δεν πρόκειται για δυσλειτουργία. Είναι τρόπος λειτουργίας.
Και η κοινωνία; Η κοινωνία ανέχεται. Η ανοχή δεν είναι αδιαφορία· είναι πρακτική επιλογή. Το Άρθρο 86 επιτρέπει μια μόνιμη καταγγελτική στάση, χωρίς να απαιτείται ρήξη. Όλοι μπορούν να φωνάζουν για τη διαφθορά, αλλά κανείς δεν πληρώνει το κόστος της ευθύνης. Έτσι, η οργή εκτονώνεται, η ευθύνη διαχέεται, και το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική και κοινωνική συμφωνία: η πολιτική εξουσία προστατεύεται, η κοινωνία διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι συμμετέχει στην εποπτεία, και η λογοδοσία παραμένει μια έννοια υπό όρους. Όταν λοιπόν η συζήτηση για την αναθεώρηση του Άρθρου 86 επανέρχεται το 2026, δεν προκύπτει από ωριμότητα ή από διάθεση θεσμικής διόρθωσης. Προκύπτει από κόπωση: το άρθρο δεν αντέχει πια ούτε ως πρόσχημα. Και η πιθανότερη εξέλιξη είναι μια ακόμη αναθεώρηση που θα διατηρεί τον πυρήνα ανέπαφο: λίγο διαφορετικές λέξεις, λίγο περισσότερος χρόνος, ίδια ουσία.
Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να σταματήσει εδώ. Το Άρθρο 86 εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα για τη δημοκρατία.
Πρώτο: μπορεί μια φιλελεύθερη δημοκρατία να συνυπάρξει με θεσμικές εξαιρέσεις για όσους ασκούν την εκτελεστική εξουσία;
Δεύτερο: η κοινωνία είναι διατεθειμένη να δεχθεί ότι η εξουσία δεν λογοδοτεί όταν κοστίζει;
Και τρίτο: ποιο είναι το πολιτικό κόστος της ατολμίας; Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε το πολιτικό σύστημα πρέπει να προσαρμοστεί και όχι απλώς να συντηρεί τη συμφωνία.
Οι υπερασπιστές του Άρθρου 86 επικαλούνται τον κίνδυνο ποινικοποίησης της πολιτικής. Υποστηρίζουν ότι χωρίς ειδική προστασία, κάθε υπουργός θα δικάζεται για πολιτικές αποφάσεις, ότι η κυβέρνηση θα παραλύει υπό τη δικαστική πίεση. Αλλά η εμπειρία των ώριμων ευρωπαϊκών δημοκρατιών καταρρίπτει αυτόν τον φόβο.
Στη Γαλλία, στη Γερμανία, στις σκανδιναβικές χώρες, οι υπουργοί υπάγονται στο κοινό ποινικό δίκαιο, με ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις, χωρίς να διαλύεται το πολιτικό σύστημα. Το άρθρο δεν σώζει την πολιτική· σώζει την ψευδαίσθηση του ελέγχου της εξουσίας. Η πολιτική δεν φοβάται τη δικαιοσύνη· φοβάται να μην ελέγχει το πότε και το πώς θα εμφανιστεί.
Από αυτή τη διαπίστωση προκύπτει η πρώτη πρόταση δράσης: αποσύνδεση της ποινικής δίωξης υπουργών από τη Βουλή. Η ευθύνη δεν μπορεί να είναι κομματική. Πρέπει να μεταφερθεί σε ανεξάρτητα δικαστικά σώματα ή, ιδανικά, σε Συνταγματικό Δικαστήριο που θα έχει την αρμοδιότητα να ελέγχει όλα τα πολιτικά πρόσωπα χωρίς χρονοκαθυστέρηση ή κομματική παρέμβαση.
Η δεύτερη πρόταση αφορά τη διάταξη της παραγραφής: πρέπει να καταργηθεί η ειδική, ταχεία παραγραφή για υπουργούς. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να είναι χρονικό παιχνίδι.
Η τρίτη πρόταση είναι η ενίσχυση της κοινωνικής εποπτείας: ανεξάρτητοι ελεγκτικοί μηχανισμοί, εκτελεστικοί νόμοι που πρέπει να εφαρμοστούν, διαφάνεια στα οικονομικά και στις πολιτικές αποφάσεις.
Το Άρθρο 86 δεν είναι θέμα τεχνικής μόνο. Είναι ζήτημα κουλτούρας. Η πολιτική και η κοινωνία πρέπει να αποφασίσουν αν θα αποδεχθούν ότι η εξουσία δικαιούται εξαίρεση. Η κατάργησή του θα είναι πολιτική και κοινωνική δοκιμασία: πρώην υπουργοί θα καθίσουν στο εδώλιο χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς χρονικά όρια, χωρίς προστασία. Τότε θα φανεί αν η ελληνική κοινωνία θέλει πραγματική λογοδοσία ή αν απλώς προτιμά να τη φαντάζεται.
Η αλλαγή δεν είναι νομική· είναι πολιτισμική και θεσμική.
Απαιτεί:
Αποκατάσταση της ισορροπίας εξουσιών: περιορισμό του ρόλου του Πρωθυπουργού, ενίσχυση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, ανεξάρτητο από κομματικές σκοπιμότητες.
Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης: αποκλεισμός της κυβέρνησης από την επιλογή ηγεσίας δικαστηρίων, δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατάργηση ειδικών παραγραφών.
Διαφάνεια και λογοδοσία: έλεγχος ΜΜΕ, εξισορρόπηση εκλογικού συστήματος, διαφάνεια στις δημόσιες αποφάσεις.
Εκπαιδευτική και πολιτισμική συνείδηση: ενημέρωση των πολιτών για το πραγματικό περιεχόμενο της ευθύνης, ώστε η κοινωνία να μην μένει παθητική απέναντι στις εξαιρέσεις.
Αυτές δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες· είναι οι θεσμικές αλλαγές που θα κάνουν το ελληνικό πολιτικό σύστημα να λειτουργήσει όπως κάθε δημοκρατία που σέβεται τη λογοδοσία. Χωρίς αυτές, η αναθεώρηση του 2026 θα είναι μια ακόμη θεατρική επανάληψη: πιο προσεκτικές λέξεις, λίγο μεγαλύτερος χρόνος, ίδιος πυρήνας.
Και το Άρθρο 86 θα συνεχίσει να λειτουργεί ως συμφωνία που εξυπηρετεί την εξουσία, προστατεύει τους αδύναμους από την ευθύνη και επιτρέπει στους πολίτες να παριστάνουν την εποπτεία χωρίς να πληρώνουν τίποτα.
Το Άρθρο 86 δεν χρειάζεται «βελτίωση». Χρειάζεται υπέρβαση. Η λογική των επιμέρους διορθώσεων προϋποθέτει ότι το πρόβλημα είναι τεχνικό. Δεν είναι. Όσο παραμένει, η λογοδοσία θα είναι υπό όρους και η ισότητα απέναντι στον νόμο θα παραμένει ρητορική.
Το Άρθρο 86 δεν ανήκει σε μια “δύσκολη μεταπολιτευτική στιγμή”. Ανήκει σε μια μακρά παράδοση θεσμικής εξαίρεσης της εξουσίας από τη λογοδοσία. Όσο παραμένει, η δημοκρατία λειτουργεί με έναν ενσωματωμένο αναχρονισμό.
Η κατάργησή του δεν θα είναι απλώς νομική μεταρρύθμιση. Θα είναι η πρώτη πραγματική θεσμική τομή που αναγνωρίζει ότι η εκτελεστική εξουσία δεν δικαιούται ιστορικά προνόμια. Και αυτό, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θα δείξει αν η ελληνική δημοκρατία είναι διατεθειμένη να ολοκληρώσει τη ρήξη που εδώ και δεκαετίες αναβάλλει.