Μητσοτάκης
Φωτ. ΙΝΤΙΜΕ

Συνταγματική αναθεώρηση ή συνταγματικό μπάζωμα;

Απόψεις
Συνταγματική αναθεώρηση ή συνταγματικό μπάζωμα;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η κυβέρνηση εργαλειοποιεί τη διαδικασία αναθεώρησης, προκειμένου να αλλάξει την ατζέντα στη δημόσια σφαίρα

Το μπάζωμα ως πολιτική στρατηγική, δεν είναι μια τυχαία επιλογή, πλέον αποδεικνύεται στρατηγική βάθους και συνέχειας. Η προαναγγελθείσα από χθες, συνταγματική αναθεώρηση από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, δεν αποτελεί ούτε θεσμική τομή ούτε απόπειρα εκδημοκρατισμού του πολιτεύματος.

Συνιστά μια συνειδητή και μεθοδευμένη επιχείρηση συνταγματοποίησης των πολιτικών και θεσμικών της αποτυχιών, ενός επιτελικού κράτους 6ετίας που την κοινωνία των πολλών δεν την ωφέλησε, μαζί κι ενός πολιτικού συστήματος που επί μια 30ετία εξάντλησε τα θεσμικά όρια και ζει την παρακμή του, ώστε αυτές να μετατραπούν από προσωρινές παρεκκλίσεις σε μόνιμο καθεστώς. Δεν πρόκειται για αναθεώρηση· πρόκειται για συνταγματικό μπάζωμα: για την κάλυψη σκανδάλων, αυθαιρεσιών και αποτυχιών με τον μανδύα της “μεταρρύθμισης”.

Η συντηρητική αυτή αναδίπλωση έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα συμφέροντα και τις αξίες της κοινωνικής πλειοψηφίας. Και κυρίως: δεν είναι τυχαία ως προς τον χρόνο.

Γιατί τώρα – η φυγή προς τα εμπρός

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανοίγει το ζήτημα της Συνταγματικής Αναθεώρησης πατώντας σε τρεις σαφείς πυλώνες. Πρώτον, επιδιώκει μια φυγή προς τα εμπρός.

Η κυβέρνησή του βρίσκεται σε παρατεταμένη πολιτική και δημοσκοπική στασιμότητα, φθορά ήθους και παρακμής βασικών συντελεστών της με αλαζονική συμπεριφορά, με βαριά σκιά από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, τις αγροτικές κινητοποιήσεις, τις αποκαλύψεις για κρατικές ευθύνες σε εργατικά δυστυχήματα, τις υποκλοπές, την ακρίβεια, την υποτίμηση της άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων στο όνομα του κατευνασμού στα εθνικά θέματα, αλλά και το ανοιχτό τραύμα των Τεμπών, που πλέον εισέρχεται στη δικαστική του φάση.

Η συνταγματική αναθεώρηση λειτουργεί ως αντιπερισπασμός: μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης από το “ποιος ευθύνεται” στο “ποιος μεταρρυθμίζει”. Δεύτερον, επιχειρεί τον εγκλωβισμό της αντιπολίτευσης, κυρίως της τύποις αξιωματικής , του ΠΑΣΟΚ.

Η Χαριλάου Τρικούπη διανύει περίοδο εσωκομματικής αστάθειας, και η συζήτηση για τη στάση της σε κρίσιμα άρθρα της αναθεώρησης λειτουργεί ως επιταχυντής αντιφάσεων και εσωτερικών συγκρούσεων. Αντί για ανάδειξη των καυτών ζητημάτων της κοινωνίας, θα σπεύσει να μας αποδείξει πόσο “υπεύθυνη” αντιπολίτευση είναι , με προτάσεις για το Σύνταγμα, ενώ “καίγεται η γούνα μας”". Τρίτον –και καθοριστικότερο– διότι γνωρίζει άριστα ο πρωθυπουργός, ότι όποιος θέτει την ατζέντα, κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο. Το Μέγαρο Μαξίμου πετά τη “βόμβα” της αναθεώρησης για να συσκοτίσει το πολιτικό περιβάλλον, να διαχύσει τη συζήτηση σε τεχνικά ζητήματα και να μεταφέρει τα πυρά στην αντιπολίτευση.

Τα άρθρα-κλειδιά του μπαζώματος

Άρθρο 16 – Το “Σκόιλ Ελικίκου” με συνταγματικό μανδύα

Η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ανώτατη παιδεία δεν αποσκοπεί στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης, αλλά στη νομιμοποίηση ενός ήδη διαμορφωμένου τοπίου: κολλέγια της κακιάς ώρας που βαφτίζονται πανεπιστήμια, χωρίς εγκαταστάσεις, χωρίς ακαδημαϊκές εγγυήσεις, χωρίς επιστημονική λογοδοσία. Πρόκειται για το “Σκόιλ Ελικίκου” σε συνταγματική εκδοχή.

Άρθρο 86 – Όχι κατάργηση, αλλά καλλωπισμός

Η κυβέρνηση μιλά επιμελώς για “αλλαγή” και όχι για κατάργηση του άρθρου 86. Στόχος παραμένει η διατήρηση του πολιτικού ελέγχου της δίωξης των υπουργών, ώστε η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία να εξακολουθεί να καλύπτει παρανομούντα στελέχη. Μετά από τόσα σκάνδαλα, η αναθεώρηση αυτή δεν είναι μεταρρύθμιση· είναι όρος πολιτικής επιβίωσης.

Άρθρο 103 - Η μονιμότητα ως εχθρός

Η σύνδεση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων με τη διαρκή αξιολόγηση ενεργοποιεί συνειδητά τον κοινωνικό αυτοματισμό. Δεν στοχεύει στους επίορκους, αλλά στη δημιουργία ενός μηχανισμού εκφοβισμού και πειθάρχησης. Στόχος είναι να απομακρύνονται «ενοχλητικοί» υπάλληλοι που τολμούν να στέκονται εμπόδιο, όπως εκείνοι που αποκάλυψαν το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Άρθρο 24 - Το περιβάλλον ως εμπόδιο

Η αναθεώρηση του άρθρου 24, διαχρονικός στόχος της πολιτικής σκέψης του πολιτικού οίκου Μητσοτάκη από τη δεκαετία του ’90, αποσκοπεί στην αποδόμηση της περιβαλλοντικής προστασίας, ώστε παραλίες, δάση και βουνά να «αξιοποιηθούν» από ημετέρους.

Ηγεσία Δικαιοσύνης - Στάχτη στα μάτια

Η εξαγγελλόμενη αλλαγή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων παρουσιάζεται ως δήθεν εγγύηση ανεξαρτησίας. Στην πραγματικότητα, δεν αποκόπτει την εκτελεστική εξουσία(προσοχή για εκτελεστική μιλάμε αυτό είναι το κρίσιμο) , όχι γενικά για την Βουλή-(ούτε ένα κράτος Δικαστών συνιστά τομή αλλά κατάπτωση)- από τον έλεγχο της Δικαιοσύνης, αλλά επιχειρεί να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων μια βαριά θεσμική δυσπιστία.

Ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί - Η φτώχεια ως συνταγματική επιταγή

Η συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής “πειθαρχίας” μεταφράζεται σε μόνιμη λιτότητα και σε συνταγματοποίηση του στραγγαλισμού του κοινωνικού κράτους.

Τι θα πει πραγματική Συνταγματική Αναθεώρηση

Το πρόβλημα δεν είναι αν χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση. Χρειάζεται, σας λέμε , χθες κιόλας . Το πρόβλημα είναι ποια αναθεώρηση και από ποιους. Η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά και η πλειοψηφία του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος, έχοντας υπονομεύσει συστηματικά το κράτος δικαίου, δεν διαθέτει την ελάχιστη θεσμική αξιοπιστία για να εμφανίζεται ως εγγυητής του μέλλοντος.

Δημοκρατία και κοινοβουλευτισμός

Μια ουσιαστική αναθεώρηση θα όφειλε να επαναφέρει τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος: να αναπροσδιορίσει τον ρόλο του Πρωθυπουργού, να αναβαθμίσει ουσιαστικά τον ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας, να καταστήσει τις Εξεταστικές Επιτροπές πραγματικά εργαλεία ελέγχου και όχι κομματικά άλλοθι. Η νομοθετική εξουσία της Βουλής να μην είναι παρακολούθημα της εκάστοτε εκτελεστικής και μάλιστα προθάλαμος των πειθήνιων βουλευτών προς υπουργοποίηση. Θα όφειλε να οριοθετήσει συνταγματικά το εκλογικό σύστημα και να αποδιαπλέξει το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.

Κράτος δικαίου και Δικαιοσύνη

Κεντρικός άξονας μιας πραγματικής αναθεώρησης θα έπρεπε να είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη: πλήρης αποκλεισμός της κυβέρνησης από την επιλογή της ηγεσίας της, αφαίρεση από τη Βουλή της αρμοδιότητας δίωξης υπουργών, ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου, ουσιαστικός έλεγχος των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου.

Το αδιέξοδο της συναίνεσης

Υπάρχει άραγε κάποιος που να πιστεύει ότι η σημερινή κυβέρνηση μπορεί να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση; Ότι μπορεί να ζητήσει συναίνεση, όταν έχει μετατρέψει τη θεσμική εξαπάτηση σε μέθοδο διακυβέρνησης;Εδώ, αναπόφευκτα, τελειώνει η επιστήμη και αρχίζει η επικράτεια της μικροπολιτικής.

Η σιωπή για τα πραγματικά μέτωπα

Η επιλογή της συνταγματικής αναθεώρησης ως κεντρικού πολιτικού γεγονότος δεν γίνεται σε πολιτικό κενό. Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως θεσμικός αναμορφωτής, σειρά κρίσιμων εθνικών, κοινωνικών και δημοκρατικών μετώπων παραμένουν ανοιχτά – και σκόπιμα υποβαθμισμένα.

Η τραγωδία των Τεμπών δεν αποτελεί απλώς ένα δυστύχημα υπό δικαστική διερεύνηση. Είναι το πιο συμπυκνωμένο παράδειγμα κρατικής απορρύθμισης, ιδιωτικοποιήσεων χωρίς έλεγχο, θεσμικής ανευθυνότητας και επικοινωνιακής συγκάλυψης.

Το ίδιο ισχύει και για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου η διάχυση ευθυνών, η απουσία ουσιαστικής λογοδοσίας και η εργαλειοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών αποκάλυψαν τη γύμνια του “επιτελικού κράτους”.

Στο ίδιο κάδρο εντάσσονται οι υποκλοπές: ένα πρωτοφανές σκάνδαλο παραβίασης του πυρήνα του κράτους δικαίου, που αντιμετωπίστηκε όχι με κάθαρση, αλλά με θεσμικό κουκούλωμα. Η Δικαιοσύνη βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της αμφισβήτησης, όχι επειδή “δεν κάνει τη δουλειά της”, αλλά επειδή λειτούργησε μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο πολιτικής πίεσης και ελέγχου.

Παράλληλα, η διάλυση της αγροτιάς εξελίσσεται σε αργή κοινωνική καταστροφή. Οι αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με το αυξημένο κόστος παραγωγής, τις στρεβλώσεις των επιδοτήσεων, την εξάρτηση από ευρωπαϊκά κονδύλια και την πλήρη απουσία εθνικής αγροτικής στρατηγικής.

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι εξαίρεση, αλλά σύμπτωμα ενός μοντέλου που αντιμετωπίζει την ύπαιθρο ως δεξαμενή επιδοτήσεων και όχι ως παραγωγικό πυλώνα. Στα εθνικά ζητήματα, η εικόνα δεν είναι λιγότερο ανησυχητική. Η εξωτερική πολιτική κινείται συχνά χωρίς στρατηγικό βάθος, με την Ελλάδα να εμφανίζεται δεδομένη σε συμμαχίες, χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα, και με κρίσιμα ζητήματα κυριαρχίας και ενεργειακής ασφάλειας να παραμένουν θολά.

Αντιπολίτευση χωρίς πρόταση, συναίνεση χωρίς κοινωνία

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η στάση μεγάλου μέρους της αντιπολίτευσης αποδεικνύεται εξίσου προβληματική. Κόμματα που αδυνατούν να διατυπώσουν μια συνεκτική, εναλλακτική πρόταση προς την κοινωνία, εγκαταλείπουν τα ανοιχτά κοινωνικά και εθνικά μέτωπα και σπεύδουν να εμπλακούν στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Αντί να τεθούν στο επίκεντρο ζητήματα όπως τα Τέμπη, οι υποκλοπές, η αγροτική κρίση, η ακρίβεια, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η διάλυση των ελεγκτικών μηχανισμών και η απαξίωση της Δικαιοσύνης, η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται σε ένα θεσμικό πεδίο υψηλής αφαίρεσης, όπου η κυβέρνηση έχει το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας. Έτσι διαμορφώνεται μια συναίνεση χωρίς κοινωνία: μια συζήτηση μεταξύ κομμάτων και επιτελείων, αποκομμένη από τα πραγματικά προβλήματα, που λειτουργεί τελικά ως βαλβίδα εκτόνωσης της πολιτικής πίεσης προς την κυβέρνηση. Η συνταγματική αναθεώρηση μετατρέπεται σε πεδίο μικροκομματικών ισορροπιών και όχι σε εργαλείο δημοκρατικής ανασυγκρότησης.

Μεταρρυθμίσεις χωρίς εμπιστοσύνη

Καμία συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη θεσμική ισορροπία όταν έχει προηγηθεί η συστηματική υπονόμευσή της. Καμία μεγαλεπήβολη εξαγγελία δεν μπορεί να καλύψει το έλλειμμα εμπιστοσύνης που έχει σωρευτεί.Όταν το κράτος δικαίου τραυματίζεται από τις υποκλοπές, όταν η Δικαιοσύνη αμφισβητείται λόγω πολιτικών παρεμβάσεων, όταν η αγροτιά εγκαταλείπεται, όταν εθνικά ζητήματα αντιμετωπίζονται επικοινωνιακά και όχι στρατηγικά, τότε η επίκληση του Συντάγματος δεν είναι λύση. Είναι υπεκφυγή.

Σε αυτό το σημείο, η συνταγματική αναθεώρηση παύει να είναι θεσμική διαδικασία και μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο αυτοσυντήρησης. Και εδώ, αναπόφευκτα, δεν μιλάμε πια για επιστήμη ή για θεσμούς. Μιλάμε για εξουσία.

Το Σύνταγμα ως πεδίο μάχης, όχι ως φύλλο συκής

Κι εδώ, στο τέλος, ας ειπωθεί ωμά: το ζήτημα δεν είναι αν θα “ανοίξει” η Συνταγματική Αναθεώρηση. Το ζήτημα είναι ποιοι την ανοίγουν, πότε και γιατί. Διότι ένα πολιτικό σύστημα που δεν αντέχει να απαντήσει στα Τέμπη, στις υποκλοπές, στη διάλυση της αγροτιάς, στην αποδόμηση της εθνικής κυριαρχίας και στη θεσμική αιχμαλωσία της Δικαιοσύνης, δεν προσφεύγει στο Σύνταγμα για να το θωρακίσει. Προσφεύγει για να κρυφτεί πίσω του.

Η εθνική κυριαρχία δεν υπονομεύεται μόνο με εξωτερικές πιέσεις ή γεωπολιτικούς συσχετισμούς. Υπονομεύεται πρωτίστως όταν το εσωτερικό πολιτικό σύστημα παραιτείται από την κοινωνία, όταν η εξωτερική πολιτική αποσυνδέεται από τη λαϊκή νομιμοποίηση και όταν η εσωτερική αποσύνθεση βαφτίζεται «σταθερότητα». Ένα κράτος που παρακολουθεί τους πολίτες του, αλλά δεν μπορεί να προστατεύσει τις υποδομές του· που διαχειρίζεται επιδοτήσεις χωρίς παραγωγή και ανάπτυξη· που μετατρέπει τη Δικαιοσύνη σε διοικητικό παράρτημα, δεν πάσχει από συνταγματικά κενά. Πάσχει από πολιτική παρακμή.

Και ας θυμίσουμε κάτι απολύτως συγκεκριμένο, όχι θεωρητικό, προς όλους τους βουλευτές – αριθμητικά, θεσμικά, αμείλικτα: σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, ένα άρθρο μπορεί να αναθεωρηθεί αν συγκεντρώσει 180 ψήφους στην παρούσα Βουλή και 151 ψήφους στην επόμενη. Αν όμως σήμερα δεν συγκεντρώσει 180 ψήφους, τότε το ίδιο άρθρο μπορεί να αναθεωρηθεί μόνο εφόσον συγκεντρώσει 180 ψήφους και στην επόμενη Βουλή. Δεν πρόκειται για τεχνική λεπτομέρεια.

Πρόκειται για ασφαλιστική δικλίδα του ίδιου του Συντάγματος, ώστε η αναθεώρηση να μην είναι προϊόν συγκυριακών πλειοψηφιών ή πολιτικού τακτικισμού, αλλά αποτέλεσμα διαχρονικής πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης.

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News