Τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια και πάντως όχι ανεξάρτητα από το τι μας άφησε σαν “προίκα” η πανδημία και ο φόβος που γέννησε, παρατηρείται όλο και πιο έντονα ένα φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Κάποιοι το αποκαλούν σαφή «συντηρητικοποίηση» της κοινωνίας, άλλοι «εσωστρέφεια», άλλοι αποτέλεσμα της «φτώχιας» σε όλα τα επίπεδα και άλλοι αντίδραση στον «ακραίο δικαιωματισμό», που όπως λένε προηγήθηκε.
Όπως και να το δει κανείς, όπως και να το ερμηνεύσει, η ανησυχητική διάσταση που έχει το ζήτημα δεν αφορά μόνο στο ότι επιστρέφουν “παλιακές” αντιλήψεις, αλλά και το ότι αυτές εκφράζονται πλέον και από νέους ανθρώπους. Ανθρώπους που μεγάλωσαν σε μια εποχή όπου ζητήματα όπως αυτό της άμβλωσης θεωρούνταν λυμένα και ήταν θεσμικά κατοχυρωμένα.
Η “αναβίωση” αυτής της συζήτησης γύρω από τις αμβλώσεις δεν είναι τόσο πρόσφατη όσο κάποιοι θέλουν να δείξουν, για να χαρακτηρίσουν “προσωπικότητες” ή να “ξεγυμνώσουν” προθέσεις. Όποιος παρακολουθεί λιγάκι τα social media, εδώ και καιρό και με αφορμή πλείστες όσες υποθέσεις, το έχει καταλάβει. Κοινώς, η συζήτηση μπορεί σε κάποιους να μοιάζει ότι έρχεται από το πουθενά, αλλά επιτρέψτε μου να έχω τη γνώμη ότι αποτελεί “σύμπτωμα” της εποχής, με όχημα μια αδιανόητη αντίδραση ακόμη και νέων ανθρώπων, σε μια υποτιθέμενη έλλειψη ηθικής, που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί συνδέεται με το συγκεκριμένο θέμα και όχι με άλλα ζητήματα (!).
Δεκαετίες μετά τη θεσμική κατοχύρωση του δικαιώματος αυτού, γυναίκες - ακόμη και νέες γυναίκες - αναγκάζονται ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια να υπερασπίζονται κάτι που μέχρι πρότινος φαινόταν αυτονόητο. Και μάλιστα, πολλές φορές, νιώθουν την ανάγκη να επικαλούνται τις πιο ακραίες περιπτώσεις, όπως εγκυμοσύνες που προέκυψαν από βιασμό ή αιμομιξία. Σαν να μην αρκεί από μόνο του το δικαίωμα μιας γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα και τη ζωή της.
Υποτίθεται ότι αυτά τα είχαμε αφήσει πίσω μας και όχι επειδή εξαφανίστηκαν οι διαφωνίες, αλλά επειδή η κοινωνία - και η Πολιτεία - είχαν καταλήξει σε μια στοιχειώδη συμφωνία, πως το ζήτημα της άμβλωσης αφορά πρωτίστως την ίδια τη γυναίκα και το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια με ασφάλεια για το σώμα της και τη ζωή της. Υποτίθεται ότι είχαμε αφήσει πίσω μας το ότι δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο ηθικού εκβιασμού, κοινωνικής ενοχοποίησης ή πολιτικής εργαλειοποίησης ένα τέτοιο θέμα. Κι όμως, σήμερα, όλα αυτά επανέρχονται και μάλιστα με ορμή.
Γιατί άραγε αυτό; Γιατί τόση συντήρηση; Γιατί τόσος θυμός και τόση ένταση γύρω από ένα θέμα που είναι βαθιά κοινωνικό και ακόμη πιο βαθιά ανθρώπινο και, κατά τη γνώμη μου, εντελώς προσωπικό;
Σε νομικό επίπεδο, τα πράγματα είναι σαφή. Το έμβρυο διαθέτει δικαιώματα ως κυοφορούμενο, υπό την προϋπόθεση ότι θα γεννηθεί ζωντανό, δικαιώματα που θεμελιώνονται στον Αστικό Κώδικα. Παράλληλα, υπάρχει συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις αμβλώσεις, με αυστηρά χρονικά και ιατρικά όρια, που οφείλουν να τηρούνται. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι η απουσία κανόνων, ούτε κάποιο νομικό κενό, είναι κάτι άλλο και πραγματικά δεν καταλαβαίνω γιατί ανοίγει, και μάλιστα αυτή τη χρονική στιγμή, αυτή η συζήτηση.
Όχι, δε με ανησυχεί η άποψη του ενός ή της μίας. Με ανησυχεί, όμως, το γεγονός ότι ένα θέμα επιστρέφει σήμερα και είναι πιο φορτισμένο και πιο στρεβλό από ποτέ. Καλυμμένο με τον μανδύα του ενδιαφέροντος σε μια ανόητη βάση που συνδέει το ζήτημα της υπογεννητικότητας και έχει “οσμή” μιας ηθικολογίας που θυμίζει τις πιο “σκοτεινές” εποχές, ιδίως για τις γυναίκες.
Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στη γενικότερη ανασφάλεια της εποχής, τη φαστ φουντ και αλά καρτ αντίληψη των δικαιωμάτων, ή και έναν σύγχρονο “καθωσπρεπισμό” που αγνοεί το πραγματικό ως ανάγκη και εκχωρεί ζωτικό χώρο στο “και καλά ηθικό”.
Βαθιά και σκοτεινή προβληματική αυτή, όχι γιατί μπορώ να σκεφτώ κάποιον που θα υποστήριζε ότι δε μας χρειάζεται “ηθική”, αλλά που το έχω δει να συμβαίνει με ευκολία κάποιος να βγάζει “χολή” για τη γυναίκα που κάνει άμβλωση, με την επισήμανση ότι την ίδια ώρα μια άλλη γυναίκα προσπαθεί με όση δύναμη έχει ή και όση δύναμη δεν έχει για να φέρει στον κόσμο ένα παιδί.
Πάλι οι γυναίκες στο επίκεντρο της προβληματικής, ε;
Σε περιόδους κοινωνικής, οικονομικής ή αξιακής κρίσης, ο συντηρητισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Οι κοινωνίες τείνουν να αναδιπλώνονται, να αναζητούν “σταθερές” σε παλιά σχήματα, να ελέγχουν τα σώματα και τις επιλογές και πρώτα απ’ όλα τα σώματα των γυναικών.
Όχι, αυτή δεν είναι μια συζήτηση για χειραφέτηση ή “ανήθικες” γυναίκες που κανείς δεν τις ρώτησε πώς ένιωσαν, τι σκέφτηκαν, τι φοβήθηκαν...
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ξανασυζητάμε. Είναι ο τρόπος που το κάνουμε και ποιους ή ποιες χρησιμοποιούμε ως “όχημα”. Όταν η άμβλωση αποσπάται από το κοινωνικό της πλαίσιο και μετατρέπεται σε αφηρημένο ηθικό δίλημμα, όταν αγνοείται η πραγματικότητα των γυναικών και αντικαθίσταται από θεωρητικά σχήματα και εύκολες καταδίκες, όταν το αυτονόητο παύει να είναι αυτονόητο, τότε το να ρίχνεις με τη στάση σου νερό σε αυτόν τον “μύλο’ δεν είναι απλά “άγνοια”, αλλά “ανοησία”.
Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας: να υπερασπιστούμε ξανά όχι μόνο τα δικαιώματα, αλλά και τη μνήμη. Να θυμηθούμε γιατί κάποια ζητήματα λύθηκαν. Και να μην επιτρέψουμε να παρουσιαστεί η οπισθοδρόμηση ως “διάλογος”.