Κάμερα τηλεοπτική
Φωτ. pexels.com

Όσοι γνωρίζουν, η δημοσιογραφία είναι άποψη και όχι προβολή

Απόψεις
Όσοι γνωρίζουν, η δημοσιογραφία είναι άποψη και όχι προβολή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η “δημοσιογραφία του εύκολου θορύβου” συνεχίζει να καταλαμβάνει χώρο στην επικαιρότητα και τα media

Ζούμε σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος δεν παράγεται πλέον μόνο στις αίθουσες σύνταξης, στα τηλεοπτικά πάνελ ή στις σελίδες των εφημερίδων. Παράγεται και αναπαράγεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα στα social media. Εκεί όπου ο καθένας μπορεί να αυτοχαρακτηριστεί “δημοσιογράφος”, “πολιτικός αναλυτής”, “ειδικός”, χωρίς φίλτρο, χωρίς ευθύνη, χωρίς καν την υποχρέωση στοιχειώδους τεκμηρίωσης και κάπου εδώ αρχίζει το πρόβλημα. 

Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα σε περιόδους πολιτικής έντασης, βλέπουμε να πληθαίνουν τα λεγόμενα “πυροτεχνηματικά σχόλια”. Αναρτήσεις με βαρύγδουπους τίτλους, υπαινιγμούς, μισές αλήθειες και πολλές σκοπιμότητες. Κείμενα γραμμένα όχι για να ενημερώσουν, αλλά για να προκαλέσουν θόρυβο. Όχι για να φωτίσουν την πραγματικότητα, αλλά για να τη διαστρεβλώσουν. Όχι για να βοηθήσουν τον πολίτη να κατανοήσει, αλλά για να τον επηρεάσουν. Εδώ τίθεται το καίριο ερώτημα πόσο ακόμα θα ανεχόμαστε αυτήν την κατάσταση; 

Διότι άλλο πράγμα η κριτική και άλλο πράγμα η κατευθυνόμενη ανάλυση. Άλλο πράγμα ο δημοσιογραφικός σχολιασμός και άλλο η πολιτική εργαλειοποίηση του λόγου. Η δημοσιογραφία, όσο σκληρή και αν είναι, οφείλει να υπηρετεί την αλήθεια, όχι την ατζέντα. Να ελέγχει την εξουσία, όχι να γίνεται προέκτασή της. Να ενοχλεί με επιχειρήματα, όχι να δηλητηριάζει με υπονοούμενα. 
Δυστυχώς, ένα κομμάτι του δημόσιου λόγου στα social media μοιάζει να έχει αποκοπεί πλήρως από αυτές τις αρχές. Άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται ως αναλυτές, χωρίς να έχουν ποτέ δώσει δείγματα σοβαρής ανάλυσης, καταφεύγουν σε κραυγές. Σε γενικόλογες καταγγελίες. Σε πληροφορίες χωρίς πηγές. Σε σενάρια που παρουσιάζονται ως γεγονότα. Σε πολιτικές ερμηνείες που αλλάζουν ανάλογα με το ποιος εξυπηρετείται κάθε φορά. Το αποτέλεσμα είναι ένας διαρκής θόρυβος. Ένα επικοινωνιακό χάος, όπου όλα μοιάζουν ίδια το σοβαρό με το ασήμαντο, το τεκμηριωμένο με το αυθαίρετο, η είδηση με το κουτσομπολιό και μέσα σε αυτό το χάος, η κοινή γνώμη καλείται να διαμορφώσει άποψη. 

Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας δηλώνει κουρασμένο. Κουρασμένο από τους ίδιους και τους ίδιους “ειδικούς” που εμφανίζονται κάθε φορά για να προεξοφλήσουν εξελίξεις, να προβλέψουν καταστροφές ή να αποδώσουν προθέσεις χωρίς αποδείξεις. 
Η πολιτική σκηνή όμως δεν έχει ανάγκη από πυροτεχνήματα. Έχει ανάγκη από ουσία. Από καθαρό λόγο. Από πραγματική ανάλυση που βασίζεται σε δεδομένα όχι σε συμπάθειες και αντιπάθειες. Από δημοσιογράφους που γνωρίζουν ότι ο ρόλος τους δεν είναι να επηρεάζουν την κοινή γνώμη, αλλά να τη βοηθούν να σκέφτεται, και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη. Διότι όταν ο δημοσιογράφος μετατρέπεται σε παίκτη του πολιτικού παιχνιδιού, χάνει τον ρόλο του παρατηρητή. Όταν επιλέγει στρατόπεδο και λειτουργεί ως άτυπος εκπρόσωπος, χάνει την αξιοπιστία του και όταν η αξιοπιστία χάνεται, δεν πλήττεται μόνο ο ίδιος, αλλά ολόκληρο το επάγγελμα. 

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που χρησιμοποιούν τα social media ως πεδίο προσωπικής προβολής. Με στόχο τα likes, τα shares, την επιβεβαίωση. Ο πολιτικός λόγος γίνεται προϊόν. Η άποψη γίνεται εμπόρευμα και η υπερβολή γίνεται εργαλείο επιβίωσης στον αλγόριθμο. Όσο πιο ακραίος είσαι, τόσο περισσότερο ακούγεσαι. Όσο πιο διχαστικός, τόσο μεγαλύτερη απήχηση έχεις. 
Όμως η δημοκρατία δε λειτουργεί με αλγόριθμους. Λειτουργεί με θεσμούς, επιχειρήματα και εμπιστοσύνη και αυτή η εμπιστοσύνη υπονομεύεται όταν ο πολίτης δεν μπορεί πλέον να ξεχωρίσει ποιος μιλάει σοβαρά και ποιος απλώς φωνάζει. Ας είμαστε ειλικρινείς. Υπάρχουν δημοσιογράφοι που τιμούν το επάγγελμα. Που ερευνούν, διασταυρώνουν, επιμένουν. Που δε φοβούνται να πάνε κόντρα στο ρεύμα, αλλά το κάνουν με στοιχεία, όχι με εντυπώσεις. Αυτοί, όμως, χάνονται συχνά μέσα στον θόρυβο των “πυροτεχνημάτων”. Εδώ ακριβώς είναι που τίθεται ένα ακόμα ερώτημα: ποιος ελέγχει τους ελεγκτές; Στα social media δεν υπάρχει συντακτικό φίλτρο. Δεν υπάρχει αρχισυντάκτης. Δεν υπάρχει δεύτερη ανάγνωση. Ο καθένας γράφει ό,τι θέλει, όπως θέλει και το παρουσιάζει ως αλήθεια. Η ευθύνη μεταφέρεται αποκλειστικά στον αναγνώστη, ο οποίος καλείται να φιλτράρει μόνος του έναν ωκεανό πληροφορίας. Η λύση δεν είναι η φίμωση. Ούτε η λογοκρισία. Η λύση είναι η επιστροφή στην ουσία. Στην αξία της σοβαρής δημοσιογραφίας. Στην ανάγκη για λόγο που εξηγεί και δε χειραγωγεί. Που ελέγχει την εξουσία, αλλά δε γίνεται εργαλείο άλλης εξουσίας. 

Η πολιτική αντιπαράθεση είναι θεμιτή. Η κριτική είναι απαραίτητη. Η ένταση πολλές φορές αναπόφευκτη. Όμως άλλο πράγμα η ένταση της επιχειρηματολογίας και άλλο η ένταση της κραυγής. Άλλο η αιχμηρή ανάλυση και άλλο το κατευθυνόμενο σχόλιο. Όσο τα social media παραμένουν πεδίο ανεξέλεγκτου θορύβου, η ευθύνη πέφτει ακόμα περισσότερο σε όσους επιμένουν να μιλούν σοβαρά. Σε όσους επιλέγουν να γράφουν λιγότερο εντυπωσιακά και περισσότερο ουσιαστικά. Σε όσους δε θεωρούν την κοινή γνώμη εύπλαστο υλικό, αλλά συνομιλητή. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από άλλους “αναλυτές”. Έχει ανάγκη από καθαρό λόγο, αλήθεια και σεβασμό στη νοημοσύνη της και αυτό είναι το στοίχημα που η δημοσιογραφία, αν θέλει να παραμείνει χρήσιμη, οφείλει να κερδίσει. Τελικά το 2026 ο καθένας μπορεί να βαφτιστεί δημοσιογράφος μόνο που όσοι γνωρίζουν η δημοσιογραφία είναι άποψη και όχι προβολή. 
 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News