Σημειώνω εκ προοιμίου πως για το επίμαχο θέμα δεν υιοθετώ ούτε το εύκολο χειροκρότημα, ούτε την a priori “καταδίκη”. Τα βρίσκω και τα δύο εξίσου επικίνδυνα και άδικα.
Η ιστορία της Μαρίας Καρυστιανού είναι γνωστή. Μια γυναίκα που το πένθος την έφερε αντιμέτωπη με τη συστημική αποτυχία/αναλγησία και σταδιακά με ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πόσοι ακόμη θα “θυσιαστούν” αν δεν αλλάξει ο τρόπος που λειτουργεί το κράτος; Και κάπως έτσι επέλεξε το “σάλτο” στην πολιτική αρένα.
Το ερώτημα σαφώς δεν είναι αν η Καρυστιανού έχει το δικαίωμα να μπει στην πολιτική. Το έχει. Το ερώτημα είναι αν η δικαιοσύνη για την οποία αγωνίζεται κατακτάται μέσα ή έξω από κόμματα.
Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως ο αγώνας των συγγενών ταυτίστηκε εν τη γενέσει του με κάτι σπάνιο... την καθολική ηθική νομιμοποίηση. Ήταν υπερκομματικός, συλλογικός, και γι’ αυτό ακριβώς ισχυρός. Είχε μόνο ονόματα τα οποία δεν έπρεπε να ξεχαστούν και ένα αίτημα που δε σήκωνε παζάρια: Δικαιοσύνη. Δεν ισχυρίζομαι ότι για την ίδια αλλάζει κάτι, μοιραία όμως διαπιστώνω πως το κέντρο βάρους στη δημόσια σφαίρα μετατοπίζεται αισθητά από τον συλλογικό αγώνα στο πρόσωπό της, όχι πάντα με θετικό πρόσημο, ό,τι και αν σημαίνει αυτό.
Αντί να συντηρούμε στον “αφρό” τα αιτήματα για ασφάλεια, λογοδοσία και θεσμικές αλλαγές, ήδη η δημόσια συζήτηση αναλώνεται στο αν πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει κόμμα και αν το παλτό που φορούσε στα αγροτικά μπλόκα κοστίζει ή όχι πάνω από 3.000 ευρώ.
Εξ ορισμού, όταν ένα από τα πιο ισχυρά πρόσωπα του αγώνα για τα Τέμπη αποφασίζει να γίνει πολιτικός παίκτης, πλέον θα κριθεί πολιτικά και όχι ηθικά. Η Καρυστιανού δε θα αντιμετωπιστεί ως μητέρα που παλεύει με νύχια και με δόντια για δικαιοσύνη, αλλά ως πολιτικός αντίπαλος. Κάθε ασάφεια θα διογκώνεται, κάθε αδυναμία θα παρουσιάζεται ως ανεπάρκεια.
Έτσι λειτουργεί η πολιτική. Δεν κρίνει ποιος έχει δίκιο, αλλά ποιος αντέχει να διαστρεβλώνεται, ποιος επιβιώνει από εσωτερικές και εξωτερικές υπονομεύσεις, ποιος μπορεί να σιωπά όταν χρειάζεται και ποιος να συμβιβάζεται με ή χωρίς να αυτοαναιρείται. Η Καρυστιανού δεν έχει εκπαιδευτεί σε αυτό το περιβάλλον.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη δύναμη αυτού του εγχειρήματος να βρισκόταν έξω από την κομματική αρένα. Εκεί όπου η φωνή δε χρειάζεται ποσοστά για να ακούγεται και η μνήμη δεν κινδυνεύει να εργαλειοποιηθεί (και δεν εννοώ από την ίδια).
Άλλωστε, το σύστημα συχνά δε χρειάζεται να νικήσει... αρκεί να αποδημήσει το πρόσωπο που το “ενοχλεί” και να αλλάξει θέμα... Το αν η ίδια άξιζε να εκτεθεί σε αυτή τη φθορά, θα το κρίνει ο χρόνος.