Όταν η γη δεν ανήκει πια στον Έλληνα, οι αγρότες βαφτίζονται καλοί και κακοί, τα κοπάδια εκτοπίζονται, τα ΠΟΠ γίνονται σφραγίδες χωρίς περιεχόμενο και η κυβέρνηση κυβερνά με διχασμό αντί με πολιτική...
Υπάρχουν συμφωνίες που παρουσιάζονται ως τεχνικές. Ως ουδέτερες. Ως αναπόφευκτες. Κείμενα γεμάτα πίνακες, ποσοστώσεις, ρήτρες και υποσημειώσεις, τα οποία υποτίθεται ότι αφορούν μόνο ειδικούς. Και υπάρχουν συμφωνίες που, πίσω από αυτή τη γραφειοκρατική γλώσσα, κουβαλούν μια βαθιά πολιτική και ιστορική απόφαση: ποιος παράγει, ποιος αντέχει, ποιος μένει και ποιος τελικά εκτοπίζεται.
Η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Mercosur ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι μια απλή εμπορική διευθέτηση. Είναι μια στρατηγική επιλογή με κοινωνικό, οικονομικό και δημογραφικό αποτύπωμα. Και για την Ελλάδα, αυτό το αποτύπωμα γράφει καθαρά: έξοδος από τη γη.
Η χώρα αυτή δεν είναι βιομηχανικός γίγαντας. Δεν είναι η Γερμανία που αναζητά νέες αγορές για μηχανήματα, αυτοκίνητα και βιομηχανικό εξοπλισμό. Δεν είναι η Ιταλία με την κλίμακα, το κεφάλαιο και την εξαγωγική ισχύ που της επιτρέπουν να απορροφά κραδασμούς. Η Ελλάδα είναι - ή μάλλον ήταν - χώρα μικρής παραγωγικής κλίμακας, δύσκολης γεωμορφολογίας και αγροτικής συνέχειας χιλιάδων ετών. Και αυτό ακριβώς είναι το “πρόβλημά” της στο ευρωπαϊκό σχέδιο.
Οι ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur κινούνται σε επίπεδα που δεν επηρεάζουν απολύτως τίποτα στη μεγάλη εικόνα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μερικές δεκάδες εκατομμύρια, στατιστικό σφάλμα μπροστά στα δισεκατομμύρια του ευρωπαϊκού βιομηχανικού πυρήνα. Ακόμη κι αν - θεωρητικά - διπλασιαστούν, δεν αλλάζει το γεγονός ότι η συμφωνία σχεδιάστηκε αλλού και για άλλους. Όχι για τον Έλληνα αγρότη που παλεύει με κόστος, χρέη και τιμές που συχνά δεν καλύπτουν ούτε τα στοιχειώδη.
Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως είμαστε στο σημείο που ακόμη κι αυτή η περίφημη ΚΑΠ, που οδήγησε σε “θάψιμο” ελληνικά αγροτικά προϊόντα και καλλιέργειες, λες πως φτάσαμε να λέμε γι’ αυτήν, πως χωρίς την Κοινή Αγροτική Πολιτική, η ελληνική ύπαιθρος θα είχε ερημώσει εδώ και δεκαετίες. Αυτό δεν είναι αντιευρωπαϊκή ρητορική, είναι επίσημη ευρωπαϊκή παραδοχή.
Αγρότες γίνονται «αγροτοσυνδικαλιστές». Πολίτες γίνονται «ψεκασμένοι». Διαφωνούντες βαφτίζονται «οπαδοί του χάους». Η γλώσσα προηγείται της πολιτικής, γιατί ο στόχος δεν είναι η λύση, αλλά ο έλεγχος της αφήγησης
Η ελληνική αγροτική οικονομία επιβιώνει οριακά, στηριγμένη σε επιδοτήσεις, σε μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις και σε μια εύθραυστη ισορροπία. Και πάνω σε αυτό το ήδη σαθρό έδαφος, η κυβέρνηση συναινεί σε μια συμφωνία που ρίχνει ακόμη περισσότερο τις τιμές, πιέζει τη βιωσιμότητα και επιταχύνει την εγκατάλειψη. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι «γιατί διαμαρτύρονται οι αγρότες».
Το ερώτημα είναι: γιατί η Ελλάδα δεν είπε όχι; Η απάντηση δε βρίσκεται στα δελτία Τύπου και στις γενικόλογες αναφορές περί «ισορροπημένων συμφωνιών» και «προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων». Στον επίλογο σας έχω μια σκαστή υπόδειξη για το πόσο “μούφα” και παγίδα θα αποδειχθεί και η προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων στο τέλος... Βρίσκεται στη δομή της εξουσίας και στον τρόπο με τον οποίο η χώρα έχει επιλέξει να στέκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Προσαρμογή και θυσία
Αυτή η κυβέρνηση - όπως και αρκετές πριν από αυτήν - έχει αποδεχθεί ότι η Ελλάδα δε διαπραγματεύεται στρατηγικά. Προσαρμόζεται. Και όταν δεν μπορεί να προσαρμοστεί, θυσιάζεται. Η ελληνική παρουσία στις Βρυξέλλες δεν παράγει εθνική στρατηγική, διαχειρίζεται καριέρες, παχυλούς μισθούς, μετακλητούς ειδικούς συνεργάτες και μια γκρίζα γραφειοκρατία Βρυξελλών. Και η συναίνεση έχει μετατραπεί από εργαλείο σε δόγμα.
Όμως η συμφωνία Mercosur δεν πλήττει όλους το ίδιο. Δεν πλήττει τους μεγάλους εισαγωγείς. Δεν πλήττει τις αλυσίδες τροφίμων. Δεν πλήττει τους μεσάζοντες και τις πολυεθνικές της διανομής. Αντίθετα, τους ευνοεί. Όσο ο μικρός παραγωγός πιέζεται, τόσο ενισχύεται η συγκέντρωση, η εγκατάλειψη της γης, η αλλαγή χρήσεων, η μετατροπή της αγροτικής παραγωγής σε ακόμη ένα πεδίο χρηματοοικονομικής διαχείρισης.
Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί. Και ποτέ δεν τελείωσε υπέρ των κοινωνιών.
Και εδώ ακριβώς συναντιούνται η αγροτική πολιτική και η πολιτική επικοινωνία του Μαξίμου.
Κάθε φορά που η κυβέρνηση έρχεται αντιμέτωπη με ένα πραγματικό πρόβλημα, δεν ξεκινά τη συζήτηση από τα γεγονότα. Ξεκινά από τις ταμπέλες. Αγρότες γίνονται “αγροτοσυνδικαλιστές”. Πολίτες γίνονται “ψεκασμένοι”. Διαφωνούντες βαφτίζονται “οπαδοί του χάους”. Η γλώσσα προηγείται της πολιτικής, γιατί ο στόχος δεν είναι η λύση, αλλά ο έλεγχος της αφήγησης.
Η μέθοδος είναι σταθερή: διάσπαση, κοινωνικός αυτοματισμός, στοχοποίηση.
Το είδαμε στην πανδημία. Το είδαμε στο ζήτημα της Ουκρανίας. Το είδαμε στις υποκλοπές, στα Τέμπη, στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και τώρα το βλέπουμε ξανά στους αγρότες.
Αντί για ουσιαστικό διάλογο, το Μαξίμου επιχείρησε να στήσει σκηνικό “καλών” και “κακών” αγροτών. Διπλά ραντεβού. Διπλά ακροατήρια. Μπλόκα που “συνεννοούνται” και μπλόκα που “ταλαιπωρούν την κοινωνία”. Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο: να “τιναχτεί στον αέρα” η συνάντηση με την πλειοψηφία του κλάδου, να παρουσιαστεί “λευκός καπνός” με τη μειοψηφία και να ανοίξει ο δρόμος για καταστολή, πρόστιμα και διώξεις.
Όχι λύσεις... Διαχείριση εικόνας
Κι εδώ ακριβώς καταρρέει και το τελευταίο επικοινωνιακό καταφύγιο της κυβέρνησης: τα περί προστασίας των ΠΟΠ και των γεωγραφικών ενδείξεων. Διότι το ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά να τεθεί είναι απλό, λογικό και απολύτως υλικό.
Σε μια χώρα όπου έχουν προηγηθεί - και συνεχίζονται - μαζικές σφαγές αιγοπροβάτων, που σε αριθμούς αγγίζουν τις 550.000 ζώα, πώς ακριβώς διασφαλίζεται το ΠΟΠ; Πώς διατηρούνται οι προδιαγραφές όταν οι τοπικοί πληθυσμοί ζώων αποδεκατίζονται; Και, κυρίως, με ποιον τρόπο αναπληρώνεται αυτό το ζωικό κεφάλαιο; Με εισαγωγές ή με “ελληνοποιήσεις” αιγοπροβάτων;
Γιατί οι Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης δεν είναι λογότυπα. Δεν είναι εμπορικά σήματα που αλλάζεις πρώτη ύλη και συνεχίζεις κανονικά. Προϋποθέτουν συγκεκριμένες, γηγενείς φυλές, τοπικά προσαρμοσμένες, με ιστορική συνέχεια, με διατροφικές και περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες, που δεν εισάγονται σε κοντέινερ.
Όταν λοιπόν η αγορά πιέζει τις τιμές, όταν ο κτηνοτρόφος εγκαταλείπει, όταν τα κοπάδια μειώνονται δραματικά, ποια είναι η “λύση”; Η σιωπηρή εισαγωγή νέων φυλών απ’ έξω; Ζώα άλλων χαρακτηριστικών, άλλης γενετικής, άλλης σχέσης με τον τόπο; Και αν ναι, τότε ποιο ακριβώς ΠΟΠ προστατεύεται; Το όνομα ή το περιεχόμενο;
Διότι, αν αλλάξει το ζώο, αν αλλάξει η πρώτη ύλη, αν αλλάξει η κλίμακα και η σχέση με τον τόπο, τότε το ΠΟΠ μετατρέπεται σε κενό κέλυφος. Σε μια ετικέτα που επιβιώνει στα χαρτιά, ενώ στην πράξη έχει αποκοπεί από τη γη, το κοπάδι και τον άνθρωπο που το παρήγαγε.
Και αυτή είναι η μεγαλύτερη υποκρισία της συζήτησης: επικαλούνται τις γεωγραφικές ενδείξεις, την ώρα που οι ίδιες οι πολιτικές τους υπονομεύουν τις βιολογικές, παραγωγικές και κοινωνικές προϋποθέσεις ύπαρξής τους. Μη νομίζετε ότι το ελαιόλαδο με τέτοιες πολιτικές θα έχει καλύτερη τύχη, από εισαγωγές από την Τυνησία έως τη Βραζιλία ή “αύριο” από την Αυστραλία...
Σε κατάσταση συναγερμού...
Και όταν όλα αυτά συνδυάζονται με την τακτική των “καλών” και “κακών” αγροτών, των “συνεννοήσιμων” και των “ενοχλητικών”, τότε δεν έχουμε απλώς πολιτική διαχείριση, έχουμε θεσμικό καθεστώς εκδίωξης. Ούτε το ΠΟΠ ούτε η γη ούτε η ιστορική συνέχεια αντέχουν στο πείραμα μιας κυβέρνησης που διαιρεί για να κυβερνά, και που τελικά αφήνει τον Έλληνα αγρότη χωρίς χώρο, χωρίς φωνή και χωρίς αύριο.